Category: Ποίηση….Poems…..


ΦΥΓΗ

 
                                                                  
 
                                                             
 
                                                                                   

                                                                                               Φυγή

  

                                                                     Τα έχουν πει αιώνες πριν

                                                                     κι ο πόνος της φυγής δεν έγιανε.

                                                                     Πώς να σου πω μείνε;

                                                                     Δεν ήσουν δεν ήμουν χτες

                                                                     και να, διαβάζω το δικό μας βιβλίο σήμερα

                                                                     που ετοιμάζεσαι για την φυγή.

                                                                     Φωτιά θα ρίξω, τα χρόνια μαζί σου

                                                                     με στάχτες να ντύσω.

                                                                     Δε κλαίω, παιδί έπαψα προ πολλού να είμαι,

                                                                     τα νύχια χώνω στο πρόσωπο

                                                                     αίμα δεν στάζει,

                                                                     πάγος ότι το έκανε να κυλά,

                                                                     κουτρουβαλιάζεται στα πόδια μου.

                                                                     Αντίο, σ’ ευχαριστώ για όσα

                                                                     μοιράστηκες, για όσα παίρνεις.

                                                                     Ελπίζω, χωρίς σου, να …

  

                                                                                                              Άννα

  

                                                                                                 

  

  

                                                                                                ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

                                                                                 
                                                                                 

                                                                                              Εικόνα: ΑΛΚΑΙΟΣ – ΣΑΠΦΩ

 

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει στο προηγούμενο ιστολογικό θέμα για την αρχαία ελληνική ποίηση. Η λυρική ποίηση ανθίζει με την αρχαϊκή εποχή στην Ελλάδα που ήταν ασφαλώς επηρεασμένη απ’ την μυκηναϊκή εποχή. Η αρχαϊκή εποχή της ελληνιστικής ιστορίας, είναι η εποχή μιας δυναμικής νέας αρχής ύστερα από την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού και τους ισχυρότατους κλυδωνισμούς που προκάλεσαν τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα με τις εγκαταλείψεις μυκηναϊκών πόλεων ανάμεσα στο 1200 και το 1000 π.Χ. Η ιστορική αρχή της εποχής συμπίπτει με τους <<σκοτεινούς αιώνες>>. Δηλαδή δεν υπάρχει κάποιο πολιτικό γεγονός που να την καθορίζει. Για την αρχαιολογία η ιστορία των αρχαϊκών χρόνων αρχίζει με τον υστερογεωμετρικό ρυθμό στα αγγεία γύρω στα 970, και για την ιστορία της λογοτεχνίας με τις πρώτες λογοτεχνικές μαρτυρίες, με τα ποιητικά έργα του Ησίοδου και του Ομήρου που είναι διαποτισμένα με τις ποιητικές αρχαίες ελεγείες απ’ τις πάρα πολλές μυκηναϊκές παραδόσεις. Και που οδεύει η αυτή εποχή προς την κλασική ονομαζόμενη εποχή του Περικλή. Δημιουργώντας τα πρώιμα στάδια εξίσου το ίδιο και για τις άλλες μορφές της ποιητικής τέχνης. Ανάμεσα λοιπόν σε τούτες τις δύο εποχές, μυκηναϊκή και κλασική, η μεταβατική φάση στάθηκε μέχρι πρόσφατα εντελώς έξω απ’ το ενδιαφέρον και την κατανόηση του ευρύτερου κοινού. Πάνω απ’ όλα στην πλαστική τέχνη της αρχαϊκής εποχής, στην ποίηση, στη γλυπτική, και την αγγειογραφία διαπιστώνει κανείς το <<δυνάμει>> κι αγωνιζόταν να επισημάνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έλειπαν απ’ το μεμονωμένο έργο τέχνης μέχρι να φτάσει στην κλασική ωριμότητα. Τα τελευταία χρόνια όμως πλέων, αναγνωρίζεται παγκοσμίως, ότι οι αρχαϊκοί αιώνες είναι μια αυτόνομη περίοδο της ελληνικής τέχνης και του πολιτισμού όπου και της αποδίδουν την ξεχωριστή αξία της. Τα πνευματικά και πολιτιστικά ρεύματα της αρχαϊκής εποχής εμφανίζουν τρομερή συνοχή, τόσο στη σφαίρα της θρησκείας και της λατρείας, όσο και στο πολιτισμικό γίγνεσθαι, μοναχά η ζωή των ηρώων φαντάζει άξια να αποδοθεί από τον προφορικό ή γραπτό ποιητικό λόγο. Ημίθεοι και ήρωες εξακολουθούν να ζουν μέσα από το μύθο που συνεχώς εμπλουτίζεται απ’ τους τοπικούς θρύλους και διαμορφώνεται μέσα από το έπος, στους ύμνους που άδονται προς τιμή τους, οδηγώντας αργότερα στην κλασική εποχή στην θεατρική τέχνη της τραγωδίας και της κωμωδίας.

Θα σταθούμε στην Ιέρεια της λυρικής ποίησης, την Σαπφώ, για να κατανοήσουμε τη φωνή του ποιητικού πάθους που γεννιέται μέσα στο άμορφο και το Α-σήμαντο της αρχαϊκής εποχής.          

                                                                       

                                                                                                             ΣΑΠΦΩ

 

Η Σαπφώ γεννήθηκε ανάμεσα στο 617-612 π.Χ. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Λέσβου και είχε άλλα τρία αδέλφια, τον Λάριχο, τον Ερίγυιο και τον Χάραξο. Ο πατέρας της λεγόταν Σκαμανδρώνυμος και πέθανε νωρίς, η μητέρα της ήταν η Κλεϊς. Σαν τόπος γέννησης της Σαπφώς εκτός απ’ τη Μυτιλήνη αναφέρεται κι Ερεσσός. Είχε παντρευτεί τον πλούσιο Κερκύλα που είχε καταγωγή την Άνδρο, απ’ τον οποίο απέκτησε μια κόρη που την ονόμασαν Κλεϊς σαν το όνομα της μητέρα της. Οι πολιτικές αναταραχές στη Λέσβο στάθηκαν αφορμή να πάρει η Σαπφώ με την οικογένειά της τον δρόμο της εξορίας για την Σικελία που θα ζήσει κάποια χρόνια. Το 586 επέστρεψε κι εγκαταστάθηκε, χήρα πια, στη Μυτιλήνη. Εκεί δημιούργησε γύρω της ένα κύκλο από συντρόφισσες- μαθήτριες, όπου  μερικές καταγόταν απ’ την Ιωνία. Έγραψε στην αιολική διάλεκτο και συνέθεσε με μοναδικό τρόπο λυρικά ποιήματα που αμέσως γινόντουσαν άσματα στον ελληνικό κόσμο. Η Λέσβια Σαπφώ, η ποιήτρια των πρώιμων ελληνικών χρόνων ανέκαθεν θεωρείται η μεγάλη τεχνίτρια, η πεμπτουσία θα ‘λεγε κανείς της λυρικής ποίησης. Δεν υπήρξε εποχή που να μην πλέχτηκαν εγκώμια για την τέχνη της: από τον Πλάτωνα, τον Κατούλο, τον Οράτιο κι από τον Friedrich Schlegel έως την Marie Luise Kaschnitz. Και φυσικά πουθενά στον κόσμο δεν κυκλοφόρησε ως τα σήμερα, ανθολογία παγκόσμιας λυρικής ποίησης που να μην περιέχει ποιήματα της Σαπφώ. Είναι οδυνηρό όμως για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, το ενδιαφέρον για την μεγάλη αυτή ποιήτρια να μετατοπίζεται συχνότατα από το πρόσωπο και την αρχαϊκή εποχή που αντιπροσωπεύει, στην όποια σεξουαλική της προτίμηση και να εξαντλείται τις περισσότερες φορές εκεί….Την εποχή που ζούσε η Σαπφώ, ζούσαν στη Λέσβο ο ποιητής Αλκαίος κι ο πολιτικός Πιττακός που συγκαταλέγεται στους επτά σοφούς. Σχετικά με την εξωτερική εμφάνισή της αναφέρεται πως ήταν μικροκαμωμένη και μελαχρινή, πράγμα που απείχε απ’ το ιδεώδες ομορφιάς εκείνης της εποχής. Εκτός απ’ τις πάρα πολλές διάσπαρτες φιλολογικές και αρχαιοδιφικές ενδείξεις για την Σαπφώ, έχουμε στη διάθεση μας δύο ακόμα αποδείξεις υστερότερης εποχής που η διεξοδικότητα τους, τους προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η μία είναι το λεγόμενο Πάριο Μάρμαρο, ένα επιγραφικό χρονικό πάνω σε μαρμάρινες πλάκες από τη Πάρο. Το χρονικό αυτό περιέχει πολιτικές και πολιτιστικές πληροφορίες απ’ την ελληνική ιστορία κι έχει χρονολογηθεί με βάση τους βασιλιάδες και τους ανώτερους άρχοντες, αξιωματούχους της Αττικής και φτάνει μέχρι το 264 π. Χ. Η δεύτερη πηγή είναι το βυζαντινό λεξικό που συντάχτηκε γύρω 950 με 1000 μ. Χ., η επονομαζόμενη Σούδα ή Σουδάς, όπως λεγόταν παλαιότερα. Στα βασικά αυτά γνωρίσματα της βιογραφίας της υπεισέρχονται κι άλλες λεπτομέρειες, που αν και δεν ανήκουν βέβαια στον πυρήνα των μαρτυριών, έχουν πάντως διαμορφώσει αποφασιστικά την εικόνα της ποιήτριας. Πρόκειται για την αναφορά στο θέμα της ομοφυλοφιλίας και την αυτοκτονία της εξαιτίας του περιφρονημένου έρωτά της για χάρη του Φάωνα, ενός ωραίου νέου, που ρίχνεται απ’ το λευκαδίτικο βράχο στη θάλασσα. Το θέμα του Φάωνα αναπτύσσεται στη νεώτερη αττική κωμωδία και στον Οβίδιο, ενώ η αναφορά στο ερωτικό ζήτημα πρωτοεμφανίζετε στο βυζαντινό λεξικό τη Σούδα. Ύστερα από περίπου 1600 χρόνια από την εποχή της Σαπφώ και σαν βάση έχει να πλήξει την ηθική του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με το βυζαντινό πνεύμα. Το πόσο αξία έχουν αυτά τα δύο ανεπιβεβαίωτα στοιχεία που στερούνται αποδείξεων; Και φαίνονται, και είναι, και φαντάζουν μηδενικά μέσα από τα εκτενή ερευνητικά πλαίσια της ιστορικοφιλολογικής αποκαλυπτικής συνάφειας….

                                                                                   Μερικά αποσπάσματα από ποιήματα της.

                      

                                                                                              Κύκλος γαμήλιας αντιφωνίας.

                                                                         Εκείνος: Κάτι θέλω να σου πω, μα με μποδίζει η ντροπή.

                                                                         Εκείνη:   Αλλ’ αν όμορφου ή καλού τον πόθον είχες

                                                                                       κι αν δεν σάλευε κακό να πει η γλώσσα,

                                                                                       δεν θα σκέπαζε τα μάτια σου η ντροπή,

                                                                                       αλλά θα ‘λεγες τον πόθο σου τον δίκιο. (149D)

 

                                   

                                                                                                                   Αριγνώτας

                                                                                                 ….μακριά απ’ τις Σάρδεις τώρα

                                                                                                γυρίζοντας εδώ συχνά το νου της,

                                                                                                σαν ζούσαμε μαζί, στ’ αλήθεια σ’ είχε

                                                                                                όμοια στην όψι εσένα η Αριγνώτα

                                                                                                με θεά, και βαθιααγάλλιαζε η ψυχή της

                                                                                               στη μολπή σου, και μέσα στις γυναίκες

                                                                                               τις Λύδιες ξεχωρίζει, ως όταν πέσει η Σελήνη.

                                                                                               Από τ’ αστέρια υπέρτερη όλα, χύνει

                                                                                               το φως στ’ αρμυρά πελάγη επάνω

                                                                                               και στην πολύανθη γη, κι αργοσταλάζει….(98D)

 

             

                                                                                         Παράφορος έρωτας

                                                                               Όμοια θεού μου φαίνεται η θωριά του

                                                                               του αντρός αυτού που κάθεται αντικρύ σου

                                                                               κι αγροικάει με λαχτάρα τη φωνή σου

                                                                               σα μιλήσεις κοντά του.

                                                                               Και γλυκά σαν γελάσεις, μα η καρδιά μου

                                                                               στα στήθη μου από τούτο σπαρταράει

                                                                               μόλις στρέψω και ιδώ σε ξεψυχάει

                                                                               κι αποσβήν’ η λαλιά μου….(2D)

 

 

                                                                                               Ευτυχία

                                                                              Εις μάτην επεζήτησα παντού την ευτυχίαν

                                                                             δε, έβρω ιμή αναστεναγμούς και πόνους

                                                                             και πικρία….(73D)

 

                                                                          

 

Βιβλιογραφία: Bowra, C.M.: Greek lyric peotry. Oxoford 1961. Frankel, H. : Dichtung und philosophie des fruhen Griechentums, Munshen 1969. Staiger E. : Sappho, Zurich 1957. Diehl E. : Anthologia Graeca (ALG) 1954 Marion Giebel 1980.

 

Συνεχίζετε….

                                                                                    
 

Έχουν γραφτεί τόσα για την ποίηση που θαρρώ, ότι το δικό μου μικρό πόνημα δεν θα είναι ούτε καν μια χιλιοστή υποδιαίρεση της εκατομμυριοστής υποδιαίρεσης μιας μονάχα ρανίδας του ποιητικού ωκεανού. Το ερέθισμα για τούτο το άρθρο μου το δώσατε εσείς με τις τόσες πανέμορφες ιστολογικές καταχωρήσεις σας και που ειλικρινά με συγκινείται τακτικά καθώς επισκέπτομαι τους χώρους σας! Για άλλη μία φορά σας ευχαριστώ.

 

                                                                                    

                                                                                                                    ΠΟΙΗΣΗ       

…………………………………………………………………………………………………………………………………………..    

Οι αρχές της ποίησης χάνονται στα βάθη του χρόνου. Για εμάς τους Έλληνες η επική ποίηση αποτελεί την αρχή του αυτού δημιουργήματος που είναι το θαύμα: οι λέξεις να αφηγούνται με έντεχνο μουσικό μέτρο τις πράξεις θεών κι ανθρώπων. Άγνωστος παραμένει ο τόπος καταγωγής της δημιουργού ποιητικής τέχνης.  Έχουν βρεθεί φυσικά με την βοήθεια της αρχαιολογικής σκαπάνης, στον Ελλαδικό χώρο, ποιητικά στοιχεία όπου μαρτυρούν την ύπαρξη της πάνω από 10.000 χρόνια. Συνήθως αυτά τα “ποιήματα-στοίχοι” είναι ελεγεία ποίηση, δηλαδή σαν αρχή της έχει, το θρηνητικό χαρακτήρα και παρομοιάζεται με τα μοιρολόγια της σημερινής δημοτικής μας ποίησης. Εκτός βέβαια από τις θρηνητικές ελεγείες ακόμα εντοπίστηκαν στην τεχνική της ελεγείας και πολεμικές, συμβουλευτικές ή γνωμικές έως κι ερωτικές αφηγήσεις. Η αφηγηματική της ποίησης τέχνη με την έμμετρη μορφή, γέννησε το τραγούδι που με το μουσικό αίσθημα πλέον εξιστορεί αναζητώντας τα αίτια των ενεργειών από τους πρωταγωνιστές ή τις καταστάσεις.

Παράλληλα με τις δύο πρώτες (επική, ελεγεία), υπήρξε και η λυρική ποίηση που η ίδια μοιράζεται σε τρείς μουσικούς δρόμους. Τον ευχάριστο και γρήγορο Λύδιο, τον σοβαρό Δώριο και τον ενδιάμεσο Φρύγιο. Οι μουσικοί “τρόποι” που επενδύουν την λυρική ποίηση με την συνοδεία μουσικών οργάνων και προπάντων λύρας, εξ ου και η ονομασία «λυρική», συνοδευόταν άλλοτε με φόρμιγγας, με αυλό μα και ένα είδος κιθάρας. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν τραγούδια για όλες τις αισθηματικές αλλά και καθημερινές δραστηριότητες τους. Η αρχαία ελληνική ποίηση είναι προσωδιακή, δηλαδή ο ρυθμός εξαρτάται από την εναλλαγή μακρόχρονης και βραχύχρονης συλλαβής σε μία ποικιλία μετρικών συστημάτων. Πέρα από τα τρία είδη που γνωρίσαμε την επική,  την ελεγεία, την λυρική. Υπήρξαν ακόμα άλλες τρεις μορφές ποίησης: 1η ) Η χωρική που εξωτερικεύει τα ομαδικά συναισθήματα του λαού στις μεγάλες χορευτικές ή λατρευτικές εκδηλώσεις της αρχαίας πόλης, όπου με συνοδεία μουσικής υμνούσαν τους θεούς και τους ήρωες τους. 2η )Το μέλος που σήμαινε τη μελωδία, οι ποιητές εκείνοι που τα δημιουργούσαν και τραγούδαγαν πάντα εξέφραζαν φωνητικά τα ποίκιλα συναισθήματα τους και ονομαζόντουσαν μελοποιοί. 3η ) Ο ίαμβος που είχε ρυθμό περιπαικτικό, παιχνιδιάρικο και πολύ πεταχτό, γι αυτό οι ιαμβικοί στίχοι πέρασαν στην υπηρεσία της λυρικής σάτιρας. Οι ίαμβοι ήταν λαϊκά τραγούδια γεμάτα αστεία και πειράγματα.  Σήμερα γνωρίζουμε αρκετούς αρχαίους ποιητές που διακρίθηκαν στις έξη τούτες μορφές της αρχαίας Ελληνικής ποίησης. Στην ελεγεία διακρίθηκαν οι ερωτικές του Μίμνερου, οι πολεμικές του Τυρταίου και Καλλίνικου, στις γνωμικές και οι συμβουλευτικές του Σόλωνα, του Θέογνη, του Φωκυλίδη. Στη χωρική ποίηση ο Στησίχορος, ο Αλκμάν, ο Ίβυκος, η Σαπφώ, ο Πίνδαρος, ο Σιμωνίδης. Στο ποιητικό μέλος απαράμιλλοι υπήρξαν ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Ανακρέων που τον τραγουδιστικό όμιλό τους συνόδεψαν και διάφορα μουσικά όργανα. Στην ιαμβική ποίηση ξεχώρισαν ο Ιππώναξ, ο Σημωνίδης, ο Αρχίλοχος που διακρίθηκε για την καυτερή του γλώσσα τσακίζοντας πολλά ταμπού της αρχαίας Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι και το 170 ποίημα που δεν θα το μεταφέρω στην ομιλούσα Ελληνική αλλά θα το γράψω όπως έχει για να πάρουμε μία ιδέα απ’ την γραφή του Αρχίλοχου:  

                                                                      

                                                                      Σίδηρός έστι μούνος όν στέργει Κάπυς,

                                                                      τα δ’ άλλα λήρος ήν άρ αυτώι πλήν πέους

                                                                      ορθοστάδην δύνοντος ες γλουτών μυχούς,

                                                                      και μέχρι τούδ’ εραστήν ασμένως οράι,

                                                                      έως υπ’ αυτού τέρπεται κεντούμενος.

                                                                      Επάν δε λήξηι τούτο, τον πάρος φίλον

                                                                      Αφείς οχευτάς εύρε νευρωδεστέρους.

                                                                      Όλοιτο τοίνυν καξόλοιτο, Ζεύ, γένος

                                                                      άπιστον άστοργον τε των κινουμένων.

 

                                                                 

 

Βιβλιογραφία: Η αρχαία λυρική ποίηση, Εκδόσεις ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ. Ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας, A. Lesky. Iambi et Elegi Graeci, και άλλα.  

 

  Άρθρο δημοσιευμένο.   

       

 

 

    

                                                                          Σε σένα, στο τότε, στο σήμερα.

 

                                                                 Στη γωνιά δυο κεριά, τα incense να πνίγουν το χώρο.

                                                    Θυμίσεις από Μπουτάν, εθελόντρια στα ρημάδια.  

                                                     Στη μικρή χωμάτινη καλύβα τη στιγμάτιζε ο φόβος.

                                                     Σουηδία, ή, Ελλάδα δεν είχε εκεί σημασία….

 

                                                      Κάποτε φεύγω σου είπα, νικημένη με θλίψη.

                                                      Το πράσινο χρώμα της ματιάς σου έγινε βάλτος.

                                                      Στη γωνιά αφημένες οι ροζ  του χθες αναμνήσεις.

                                                       ΚριστιανΙα, ελεύθερη πόλη, η μόνη σου λύση…  

 

                                                      Σε συνάντησα και πάλη στην ελεύθερη πόλη.

                                                      Μιλάς για το χθες, είδες  τόσα, με πείσμα μου είπες.

                                                      Τι  Μπουτάν ή Σουηδία δεν έχει καμιά σημασία…

                                                      Τώρα φεύγεις εσύ… δεν γυρίζουν πίσω οι δείχτες.

 

 

 

 

Καθώς η ανθρωπότητα χαμένη

σ’ολη τη γης κοίτωταν νικημένη.

Εμπρός στα μάτια ολονών, απ’τη Θρησκεία, που

την κεφαλή επρόβαλε μέσα απ’τους ουρανούς

σκιάζοντας με την όψης της, της φρίκης, τους θνητούς.

Ένας Έλληνας ήταν αυτός που πρώτος τόλμησε ν’αψηφήσει

και σήκωσε μάτια θνητά τον τρόμο ν’αντικρύσει.

Αυτόν π’ούτε η δόξα των Θεών, μήδε η βοή του κεραυνού,

μήτε τ’αστροπελέκι του ανταριασμένου ουρανού

τον’εταπείνωνε μα τον τσινούσε με μήνιν πυρωμένη.

Η άτρόμητη καρδιά του να είναι η πρώτη που οργισμένη

τις πυλές που είχαν μανταλώσει αυτοί

της φύσης της αρχαίας να τσακίσει.

Ένα ποίημα για τον φιλόσοφο Επίκουρο και που θεωρώ ότι είναι τόσο συγχρονό μας….
Η κάθε θρησκεία το πάθος και ο πνευματικός εγωισμός που την περιβάλουν είναι τελικά η αρχή του εμποδίου για αισθανθούμε την ανθρώπινη προσφορά της αγάπης  και όχι φυσικά οι Ιεροί δάσκαλοι, Βούδας, Χριστός και άλλοι, που έφεραν μόνο διδαχές καλυτέρευσης της ανθρώπινης ύπαρξης.