Category: Καλλιτεχνικά….


 

Αγαπημένο "μου" Έργο του Giannis Stratis

Το να γράψεις για κάποιον ζωγράφο, που τον γνωρίζεις μόνο μέσα απ’ το έργο του, είναι σαν να θέλεις να ανοίξεις τις προσωπικές ‘’πόρτες’’ των αισθημάτων σου για την τέχνη του χρωστήρα. 
Το έργο λοιπόν, του Giannis Stratis με ενθουσίασε προς το τέλος του 2006, τότε που πρώτο ανακάλυψα στα διάφορα ΜΜΕ, τους ‘’ανατρεπτικούς’’ πίνακές του, καθώς μιλούσαν για την έκθεση του στη Νέα Υόρκη. 
Έκτοτε παρακολουθούσα εκστασιασμένη, όποιες απ’ τις εκθέσεις του αντιλαμβανόμουνα στα δρώμενα της τέχνης.
Προσωπικά με βοηθούν για το ταξίδι της ενδοσκόπησης στη τέχνη του δικού μας, του Δυτικού πολιτισμού, τα αδρά χαρακτηριστικά των προσώπων (μάτια, χείλη) που υπάρχουν σχεδόν σε όλους τους πίνακές του πάνω στα διάφορα σουρεαλιστικά σχέδια/χρώματα.

Και, που δίνουν μια ορατή και συνεχόμενη μεταβατική διάσταση, απ’ τα προϊστορικά ειδώλια του Αιγαίου στη σύγχρονη εποχή μας, τονίζοντας την έλλειψη στη τάξη προς το ταξίδι του φιλόδοξου χρόνου-Κρόνου-εαυτού.

Ο Giannis Stratis κατάφερε να μεταφέρει πάνω στον καμβά την πιστοποίηση της δικής μας γρήγορης και βιομηχανοποιημένης εποχής, κραυγάζοντας για τη σοφία του παρελθόντος που χάνεται μέσα στην ανθρώπινη φιλοδοξία.

Το 2006 η Angela di Bello, διευθύντρια της Agora Gallery στο Ghelsea της Νέας Υόρκης, κάλεσε για καθολική αντιπροσώπευση όλου του  τού έργου, τον Giannis Stratis.  Και έκθεσε την τέχνη του στα δύο κέντρα με την μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο της τέχνης, στο Soho και Ghelsea.

Η ίδια είπε χαρακτηριστικά καθώς ανάφερε για την ζωγραφική του:  ‘’Τα πρόσωπα του Giannis Stratis δημιουργούνται ως ένας οπτικός ύμνος’’… ‘’προσφέρουν μια σαγηνευτική εργασία η οποία εμβαθύνει στην ψυχολογική έρευνα της προσωπικότητας…’’    

Ο Giannis Stratis σπούδασε στη Ρώμη και μαθήτευσε στον Μ. Κανδύλη. Το 1995 εκθέτει με Dali, Picasso, Clee, Macritte, Ronault κ.α. Έχει 25 Διακρίσεις, Βραβεία, 320 Δημοσιεύματα και Συνεντεύξεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Επιστημονικές αναλύσεις από Εθνική Πινακοθήκη. Ενώ έργα του βρίσκονται στη Πινακοθήκη Προεδρίας της Δημοκρατίας (Προεδρική Σουίτα), Πινακοθήκη Βουλής των Ελλήνων, Πινακοθήκη Αντιπροσωπείας Ε.Ο.Κ, Πινακοθήκη Πειραιώς, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Ρόδου, Μουσείο Λευκωσίας, Μουσείο Μεξικού, Μουσείο Ισπανίας, Πινακοθήκη Ιδρύματος Τράπεζας Πειραιώς, και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και εξωτερικό. Εκθέτει σε Νέα Υόρκη και σε όλο τον κόσμο.

Και, ο διεθνής ιστορικός τέχνης  Adam Grassi, της Agora Gallery της Νέας Υόρκη, έγραψε αναφορικά με το έργο του τα εξής: «Με βαθιά αλληγορία και έντονο συναίσθημα, οι ζωγραφικοί πίνακες του Giannis Stratis μιλούν για την ανθρώπινη κατάκτηση και τη φύση, καθώς και την ιστορία της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Ενοχλημένος από τις κατακλυσμικές εξελίξεις στην τεχνολογία, -όπως η ατομική βόμβα- και από την ακόρεστη λαχτάρα της Δύσης για πλούτο, ο Stratis δημιουργεί καμβάδες, οι οποίοι αναπαριστούν την επίπτωση αυτών των κινητήριων δυνάμεων».

 

Ο  Giannis Stratis δηλώνει: ‘’Νιώθω ικανοποιημένος που ο χρωστήρας συμβάλλει στην ψυχή μου να αισθάνεται καλά, πολύ περισσότερο δε όταν αυτός ακουμπά τις ρίζες, την Ιστορία και τον πολιτισμό της πατρίδας’’… ‘’Η σχέση μου με κάθε έργο μου ξεχωριστά έχει την αμεσότητα της ψυχής και της σάρκας πάνω στον καμβά. Ζωγραφίζω δίχως πινέλα καθότι για μένα ο καλύτερος χρωστήρας είναι τα δάχτυλά μου τα οποία βουτώ στα χρώματα ακολουθώντας τις εντολές της έμπνευσής μου. Πιστεύω στις μεγάλες ανατροπές και αλλοίμονο στον καλλιτέχνη που ζωγραφίζει από την ημέρα που γεννήθηκε μέχρι να πεθάνει, το ίδιο. Η τέχνη είναι όχι ένας, αλλά πολλοί κύκλοι και το ζήτημα είναι να τους ανακαλύψεις και να κάνεις μαζί τους την περιστροφή σου. Άλλωστε το ίδιο το σύμπαν είναι γεμάτο από άπειρους κύκλους που περιδινούνται και αλλάζουν κάθε χιλιοστό του δευτερολέπτου’’… ‘’ Ότι ζωγραφίζω είναι η ψυχή μου, η σάρκα μου και το είδωλό μου στον καθρέφτη, παρέα με όλες τις ενοχές μου και τα λάθη μου. Στο κάτω – κάτω αυτό σημαίνει ανατροπή, να επιβάλεις την αυτοκριτική ακόμα και στο υποσυνείδητό σου. Μόνο τότε μπορείς να είσαι καλλιτέχνης και πολίτης’’… 

 

 

Έργο του Ν. Εγγονόπουλου

Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε στις 21η Οκτωβρίου του 1907, στην Αθήνα από πατέρα ελληνικής καταγωγής της πόλεως Ελμπασάν, της σημερινής Αλβανίας (πολλές φορές εκείνη την εποχή της εμφάνισής του τον αποκαλούν, κοντά στο ‘’Κωνσταντινοπολίτη’’ και ‘’Αλβανό’’) .  Πέθανε πάλι στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου του 1985.

Ο Εγγονόπουλος μέσα απ’ τον υπερρεαλισμό/σουρεαλισμό της τέχνης του, δίνει το διαχρονικό πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, χωρίς τους περιορισμούς φυλής, χώρας ή εποχής.

Ένα ενδεικτικό απόφευγα του ήταν: ‘’Εδώ είναι Βαλκάνια δεν είναι παίξε-γέλασε’’!

Ο Εγγονόπουλος, με την εντιμότητα, το ήθος, την απεριόριστη θέρμη του και την σπάνια μόρφωσή του, κατάφερε να δώσει το Ελληνικό πρόσωπο του Υπερρεαλισμού.

Θεώρησα δε σπουδαιότερο να αντιγράψω τον λόγο του (ώστε να μπορέσουμε ν καταλάβουμε πόσο μεγάλος εργάτης της τέχνης ήταν) μέσα απ’ τη ποιητική του συλλογή ‘’Ποιήματα’’ κι ας σας κουράσω λίγο…   

 
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Ποιήματα», ἔκδ. Ἴκαρος, Ἀθήναι 1994.

 
Είμαι ζωγράφος και ποιητής!
Ως είμαι ζωγράφος το επάγγελμα, και θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό, δεν ένοιωσα ποτέ κανενός είδους επιθυμία να ιδώ τα ποιήματά μου δημοσιευμένα. Μου αρκούσε, κυρίως, που τα έγραφα. Κατόπιν, βέβαια, δεν είχα καμιάν αντίρρηση ναν τα διαβάσω σε κάναν φίλο, ενίοτε σε μικρό κύκλο ακροατών, δυο-τρεις το πολύ, που μου το ζητούσαν. Πάντως δε θα έστεργα ποτέ ναν τα δώσω για τύπωμα πριν από τα μέσα του 1938. Ήταν η χρονιά όπου ετελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το εύρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό κι αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, την στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικό μου στάδιο. Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη να βλέπη τους μαθητάς του, μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο, σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις. Όταν ο χαριτωμένος ποιητής Απόστολος Μελαχρινός, προχωρημένο πια το καλοκαίρι του 1938, μου εζήτησε ποιήματα για ναν τα περιλάβη σε τεύχος του περιοδικού του Κύκλος, τότε το μπορούσα, και του έδωσα αρκετά της παραγωγής μου εκείνης της χρονιάς, να διαλέξη όσα ήθελε. Του ήρεσαν τόσο («Τα αρέσω», μου είπεν αυτολεξεί), όπου, όχι μόνο δημοσίεψε πολλά στο αμέσως επόμενο τεύχος του Κύκλου, αλλά προσφέρθηκε και επέμεινε και να βγάλη σε βιβλίο, πάλι στις εκδόσεις του Κύκλου, όλα όσα του είχα δώσει… Αλλά, με την εμφάνιση του βιβλίου, το «σκάνδαλο» το εκσπάσαν υπερέβαινε όχι μόνο κάθε τι το ανάλογο που είχε ποτέ φανερωθή στα ελληνικά γράμματα, αλλά και τις προβλέψεις της πιο τολμηρής φαντασίας. Αστραπιαίως έλαβε τέτοιαν ένταση και τέτοιες διαστάσεις, που κι ο ίδιος ο «ανάδοχός» μου, ο Μελαχρινός, τα έχασε. Αυτός, όπου με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να πούμε ότι του έλειψε ποτέ η λεβεντιά. Δεν ανήγγειλε την έκδοση ούτε, ποτέ, περιέλαβε το βιβλίο στους καταλόγους των εκδόσεων του Κύκλου, που δημοσίευε τακτικά, πίσω, στο εξώφυλλο του περιοδικού…

 

(Ο Εγγονόπουλος πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα το 1938 από τις σελίδες του περιοδικού Ο Κύκλος που εξέδιδε ο ποιητής Απόστολος Μελαχρινός. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή ‘’Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν’’, η οποία προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις και έλαβε την έκταση φιλολογικού σκανδάλου. Παρά το θόρυβο, ο Εγγονόπουλος θα τυπώσει το 1939 την επόμενη συλλογή του Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, βιβλίο το οποίο θα επιβεβαιώσει τη γνησιότητα και την ιδιαιτερότητα της ποιητικής του φωνής.)…
Το δημιουργηθέν σκάνδαλο κι η επακολουθήσασα κατακραυγή εναντίον μου δεν μπορώ να πω πως δεν με έθιξαν, βαθύτατα. Η βίαιη κακομεταχείρισις σαν υποδοχή μιας γνήσιας προσφοράς είναι, το λιγώτερο, σκληρά άδικη. Περιοδικά, εφημερίδες, le premier chien coiffe venu, παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά, τα ποιήματά μου. Μια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, δεν θυμούμαι τώρα ποια, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής, τέλος πάντων, ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δυο συνέχειες… ολόκληρο το βιβλίο! Συνοδεία, πάντοτε, χλευαστικών και κακεντρεχών, όσο κι επιπόλαιων, σχολίων. Ποτέ δεν μ’ ενδιέφεραν η φήμη, η δόξα. Μόνος πόθος μου: να περνώ πάντα απαρατήρητος, αν δεν το μπορούσα ευχάριστος, ανάμεσα στους συγκαιρινούς μου «συνοδίτας». Κι όμως άκουσα κι αυτή την κουβέντα, που μου εξετόξευσε, δεν ξέρω πια σε τι φύλλο, αγανακτισμένος «φιλολογικός» του συνεργάτης: «Εγγονόπουλε, πάψε πια να βασανίζεσαι και να μας βασανίζης!» Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν. Έτσι και τότε, παρ’ όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα ανελλιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω» ποιήματα. Κι όταν, μεσούντος του 1939, ο μακαρίτης Τάσος Βακαλόπουλος, Ναυπλιεύς, μου πρότεινε να μου δημοσιεύση συλλογή, του παρέδωσα τα ποιήματα των Κλειδοκυμβάλων της Σιωπής, που κυκλοφόρησαν στο τέλος της ίδιας εκείνης χρονιάς.
Εδώ πρέπει να πω πως, αν δεν εδαπάνησα ποτέ τίποτα για τη δημοσίευση των ποιημάτων μου, δεν απεκόμισα και ποτέ κανένα απολύτως υλικό όφελος απ’ αυτά.

Με τις ίδιες, αν όχι κι εντονώτερες αντιδράσεις, υπεδέχθησαν, τη νέα μου συλλογή, οι «πνευματικοί» κύκλοι των συμπολιτών. Γεγονός άξιο να εξαρθή όλως ιδιαίτερα, αν ληφθή υπ’ όψη ότι οι καιροί, τώρα, ήσαν μάλλον δύσκολοι: στη Δύση ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ήδη αρχινισμένος, και, στον αττικόν ορίζοντα, είχαν μαζευτεί απελπιστικά μαύρα σύννεφα, που μηνούσαν πολύ προσεγγίζουσες συμφορές.
Τώρα, ποιοι οι αποτελούντες τ’ οργισμένο πλήθος, που με καταδίκαζε κι εμένα; Οι αιώνιοι, οι γνωστοί, οι συνηθισμένοι. Πριν απ’ όλα οι αδιάφοροι, που οι συνήθεις ασχολίες τους είναι τελείως άλλες και για τους οποίους: πνεύμα, ποίησις, τέχνες, είναι άφραγο χωράφι, όπου πιστεύουν ότι δικαιούνται να μπαίνουν ως το κρίνει το κέφι τους, ν’ ανοηταίνουν, να «σπαν πλάκα» κατά το δη λεγόμενο. Μάλιστα όταν βρεθούν και καλοθελητές να τους εμπνεύσουν και ναν τους κάμουν την αρχή!… Γιατί από μόνοι τους δεν θα «επεσήμαιναν» τα αξιοκατάκριτα, τ’ αξιογέλαστα: δε θα μπορούσαν, ίσως και δεν θα τολμούσαν2. Ύστερα οι «νερόβραστοι», αυτοί που πιθανόν να έχουν κάποιο μικρό ενδιαφέρον για μιαν ελάχιστη περιοχή της τέχνης και που, μέσ’ στην άγνοια και την αμάθειά τους, την ημιμάθειά τους έστω, παίρνουν κι αυτοί το δικαίωμα να επιτίθενται και να βρίζουν μ’ όσους διαφωνούν. Έπειτα οι καθαρώς κακοί, που απονέμουν εις εαυτούς, έτσι, το δικαίωμα να βλάπτουν τους συνανθρώπους με κάθε πρόφαση. Αλήθεια, οι αναγνωρίζοντες εις εαυτούς δικαιώματα δεν αξίζουν και πολλά πράγματα: ο πραγματικά πνευματικός άνθρωπος καθήκοντα, και μόνο, παραδέχεται κι αναγνωρίζει στον εαυτό του. Για να δώσω μια σαφή εικόνα της όλης καταστάσεως, αντιγράφω από άρθρο γνωστού κριτικού, σχετικά με τον καιρό που λέω: «Την εποχή εκείνη των ακαθόριστων ακόμη αισθητικά και κριτικά όρων και αποχρώσεων της νέας ποίησης, οι δύο συλλογές του Εγγονόπουλου συμβάλανε αποφασιστικά για την τελειωτική αποκρυστάλλωση της έννοιας υπερρεαλισμός στην αντίληψη πολλών, σαν πνευματικό σκάνδαλο, δίχως προηγούμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας μας. Ο Εγγονόπουλος έγινε από τότε στόχος μιας παράφορης κι αντιπνευματικής, στο βάθος, καταδρομής από χρονογράφους, επιθεωρησιογράφους, λόγιους, κριτικούς και ποιητές, που γρήγορα γενικεύτηκε σε τυφλή επίθεση κατά της νέας μας ποίησης και λογοτεχνίας. Μα ενώ σιγά-σιγά το έργο των άλλων άρχισε να γίνεται δεκτό «κατά δόσεις» σαν αληθινή και νέα ποίηση, στον Εγγονόπουλο δε δόθηκε ακόμη χάρη και τ’ όνομά του, στημένο στην πιο απλησίαστη περιοχή της λογοτεχνίας μας σαν κατηγορηματική απαγόρευση,…» κλπ. Και πρέπει να γίνη απόλυτα πιστευτός ο κριτικός μας, γιατί έχει τις πληροφορίες του από θετική πηγή. Ενώ, σήμερα, έχω την τιμή να τον συγκαταλέγω ανάμεσα στους πιο χαριτωμένους μου φίλους, φίλους και του προσώπου μου και της δουλειάς μου, πρέπει να ομολογήσω πως, τότε, μετριόνταν ανάμεσα στους πιο ανελέητους, στους πιο αδυσώπητους επιτιμητάς κι επικριτάς μου.

Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις, ποια απ' τις δύο μορφές, της τέχνης του προτιμάς. Προσωπικά με έχουν κερδίσει και οι δύο, η ζωγραφική του και ο ποιητικός λόγος του!

Η κυρία Μ. Κρανάκη, μετά την έκδοση του Domaine Grec, δηλαδή μετά το 1947, περιγράφει αυτή την «ηρωική εποχή» στον τόπο μας, στο παρισινό περιοδικό Critique: «…la reaction du public fut beaucoup plus violente qu’ailleurs. Le seul titre assez peu provocant de Clavecins du Silence, recueil de vers d’Engonopoulos, souleva des vagues d’hysterie».

Σημειωτέον ότι στο μεταξύ ο πόλεμος είχε φτάσει πια ως εδώ. Στρατεύθηκα και με έστειλαν στην πρώτη γραμμή, στην «γραμμή πυρός», όπου με βαστήξανε πεισματάρικα, μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Δίχως καμιάν ανάπαυλα, αν εξαιρέσω ένα αρκετά βασανιστικό «ιντερμέδιο» στη «Διλοχία Πειραιώς», απλούν «πειθαρχικόν λόχον». Γιατί κανείς δεν αγνοεί ότι, ιδιαίτερα στην περίοδο της όντως αλησμονήτου «4ης Αυγούστου», ο όρος «διανοούμενος» συνεπήγετο και την έννοια του «υπόπτου». Ύστερα από φονικότατη μάχη, στις 13 Απριλίου 1941, συνελήφθην αιχμάλωτος, κρατήθηκα, με τους συναδέλφους μου, παρανόμως, από τους Γερμανούς, σε στρατόπεδα «εργασίας αιχμαλώτων», δραπέτευσα, αλώνισα, με τα πόδια, πάνω από την μισήν Ελλάδα, και τέλος επέστρεψα εις τα ίδια. Η εχθρότης και τα «rires jaunes» διατηρόνταν ακόμη αναλλοίωτα, και διετηρήθησαν μέχρι την εποχή του «Μπολιβάρ». Το ποίημα άρεσε στην τότε νεολαία και, σιγά-σιγά, η κατάσταση άρχισε να μαλακώνη. Ίσαμε το σημείο να μου απονεμηθή, το 1958, από το Υπουργείο Παιδείας, το «Α. βραβείο ποιήσεως» για την εκδοθείσα τον προηγούμενο χρόνο συλλογή μου, αλλά και «διά την προτέραν ποιητικήν προσφοράν» μου. Είναι η μόνη τιμή που μου έγινε ποτέ από το επίσημο κράτος. Με ξάφνιασε δε διπλά, γιατί πρώτον δεν είχα κάμει καμιάν αίτηση και, ως το συνηθίζω, κανένα διάβημα, γι’ αυτό το σκοπό, αλλά και γιατί τα περισσότερα μέλη της Επιτροπής δεν ήσαν φίλοι της δουλειάς μου, και πολλά εξακολουθούν να μην είναι και σήμερα. 

Είπα, πιο πάνω, ότι οι βιαιότητες των εναντίον μου επιθέσεων δεν με σταματήσανε ποσώς από του να ζωγραφίζω και να «γράφω» ποιήματα. Δεν μπορώ όμως να πω ότι δεν με δυσκόλεψαν, και πολύ μάλιστα, στη ζωή μου5. Καθώς δεν είμαι «οικονομικώς ανεξάρτητος», και μη έχοντας ικανότητα καμιά γι’ αυτά που λεν «διπλωματίες», εργάστηκα συνεχώς, σκληρά, ως υπάλληλος, χωρίς να λείψω ούτε στιγμή. Για να εξασφαλίσω και την ελευθερία μου, και τον λίγο καιρό, και τα ακόμη λιγώτερα μέσα που μου επέτρεψαν να εργαστώ καλλιτεχνικά. Ένας Θεός ξέρει τι απαιτητική, τι πολυδάπανη είναι η ζωγραφική επιστήμη. Τον Μαικήνα δεν τον συνήντησα ποτέ. Υπήρξα καλός υπάλληλος κι αυτό μου το επιτρέπουν ναν το πω τα διάφορα πιστοποιητικά «ικανοποιήσεως» των κατά καιρούς, λίγων ευτυχώς, εργοδοτών μου. Εύκολο να φανταστή κανείς με τι επιεική διάθεση οι διάφοροι εργοδόται είχαν την όρεξη να του εξασφαλίσουν «τα προς το ζην», σε υφιστάμενο που είχε την φήμη του ποιητού, και μάλιστα του «σκανδαλώδους ποιητού»! Ένας-δυο μού εφέρθηκαν και αφάνταστα σκληρά. Σήμερα, η πείρα μου μού επιτρέπει ναν το πω, με απόλυτη ευθύνη, πως, στον τόπο μας, και μάλιστα στα χρόνια τα δικά μας, η εκτίμησις εκδηλώνεται με αμείλικτη καταδίωξη. Πιστεύω πως, παλαιότερα, τον πνευματικό άνθρωπο, η νεο-ελληνική κοινωνία τον περιέβαλλε μόνο μ’ απόλυτη αδιαφορία, δίχως μίσος. Πάντως το πλέον οδυνηρό της όλης προπολεμικής μου αυτής περιπέτειας ήταν άλλο. Η στάσις των «ανθρώπων του πνεύματος» και των «συναδέλφων» γύρω μου. Από τους αδιάφορους προς την ποίηση, ή μάλλον τους ξεκάθαρα εχθρούς της ποιήσεως, οι λοιδωρίες κι οι επιθέσεις σ’ έναν γνήσιο εκπρόσωπό της. Χαρά τους να τον βρίσουν, να προσπαθήσουν να τον εξοντώσουν. Μέχρις εκείνων που μπορούσανε να καταλάβουν τι έλεγα, και να προσπαθήσουν να απαλύνουν, να κατευνάσουν το άνομο φέρσιμο, αλλά δεν το έκαμαν, ωθούμενοι είτε από συμφέρον, είτε από σκέτη ζήλεια. Μιαν απέραντη κλίμακα, απαισία τη θέα, ανθρωπίνων αδυναμιών και ανανδρίας. Μπροστά μου, άλλοι μου έκαναν τον φίλο, άλλοι τον επιεική, πίσω μου όλοι τους συνένωναν τις φωνές τους με το σκυλολόι. Να μη λείψουν να εκδικηθούν, με τον τρόπο τους, εκείνον που έκανε αυτό που κι οι ίδιοι θα ποθούσαν να έκαναν, αλλά δεν είχαν την ικανότητα. Κι οι Θεοί ηττώνται όταν τα βάλουν με τη βλακεία (Dummheit), λέει ο Γερμανός ποιητής. Πού θα βρισκόμουν καταβαραθρωμένος, που δεν είμαι, απλώς, παρά ένας ζωγράφος και ποιητής με σώμα θνητό; Αν εσώθηκα, αυτό το χρωστώ στους ελάχιστους φίλους που μου παραστάθηκαν. Και, προ πάντων, σε δύο μεγάλους που μ’ ευεργετήσανε ποικιλοτρόπως, και για τους οποίους πρέπει να πω εδώ την μεγάλη μου ευγνωμοσύνη. Εννοώ τον μεγάλο ζωγράφο Κωνσταντίνο Παρθένη και τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. 
Ο Κωνσταντίνος Παρθένης είναι ένας πραγματικά μεγάλος ζωγράφος. Ένας από τους πιο μεγάλους της εποχής μας και συνεπώς όλων των εποχών. Ευτύχησα να σπουδάσω κοντά του. Έτσι, όχι μόνο επωφελήθηκα της υπέροχης διδασκαλίας του: ό,τι γνωρίζω στη ζωγραφική το οφείλω, αποκλειστικά, σ’ αυτόν. Αλλά, ταυτόχρονα, μου επετράπη να γνωρίσω τον άνδρα και να εμψυχωθώ, για όλη μου τη ζωή, έναν άνθρωπο υψηλόφρονα, ευθύ, άτεγκτο και ανεπηρέαστο στο δρόμο της αρετής, μεγάλης καλλιεργείας, αφάνταστου ψυχικού πλούτου και μεγαλείου, κομψότατο, απέραντο καλό, έναν αληθινό αριστοκράτη του πνεύματος και της ζωής. 
Τα ίδια έχω να πω και για τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Ευτύχησα, επίσης, να γνωρίσω κάπως από κοντά τον μεγάλο ποιητή. Πάντοτε με έθελξαν και με γοήτευσαν και με παρηγόρησαν στη ζωή (νά η αποστολή της ποιήσεως!), τα υπέροχα έργα του. Τα ποιήματά του, καθώς και όλα του τα γραπτά, είναι προϊόντα μιας μεγάλης φαντασίας, ενός πάρα πολύ πλουσίου πνευματικού και ψυχικού κόσμου, μιας άψογης όσο και βαθειάς γνώσης του ωραίου και του καλού. Τα έργα του και η ζωή του τοποθετούν τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ισάξιο, πλάι σ’ έναν Σολωμό, σ’ έναν Baudelaire, σ’ έναν Lautreamont, σ’ έναν Δάντη. Ο άνδρας, ακριβώς όπως ο Παρθένης: υπέροχος. Πρέπει να ειπωθή το ίδιο και γι’ αυτόν όπως και για τον μεγάλο ζωγράφο: ένας αριστοκράτης του πνεύματος και της ζωής. 
Τον Εμπειρίκο ευγνωμονώ και γι’ άλλο κάτι: είναι ο πρώτος που, στο μεγάλο σάλο, σήκωσε θαρραλέα τη φωνή και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο κατατρεγμό μου. Και επέβαλε σιωπή. Γιατί ποτέ δεν έστερξε την ψευτιά και την αδικία. Πάντοτε στάθηκε έτοιμος να υπερασπίση ό,τι θεωρούσε σωστό και δίκαιο, και να στηλιτεύση κάθε τι που έβλεπε άδικο, ή απλώς κακό. Απίστευτα ανιδιοτελής, ποτέ ο ίδιος δεν καταδέχτηκε μικροσυμφέροντα και μικροπολιτικές, όπως συνηθίζεται, ευρύτατα, εδώ κι αλλού. Όμοια με τον Παρθένη, δουλεύει μέσ’ στην καθαρή χαρά, κι είναι το έργο τους, το έργο τους και μόνο, και των δυονώ, που θαν τους τοποθετήσει, ασφαλώς και ακόπως, στη θέση που κατέχει δικαιωματικά ο καθείς τους και στον ελληνικό ορίζοντα και στον παγκόσμιο: μια από τις πρώτες. Το σημείωμα αυτό, που πρέπει να είναι όσο το δυνατό συντομώτερο, δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ και στο ποιητικό μου «πιστεύω». Άλλωστε ενυπάρχει μέσα στις γραμμές των ποιημάτων των συλλογών. Τον καλό μου αναγνώστη, αν θέλη, θα τον παραπέμψω στα άρθρα, διαλέξεις, κεφάλαια βιβλίων, με τα οποία ετίμησαν το ποιητικό μου έργο οι κύριοι Ανδρέας Εμπειρίκος, Robert Levesque, Rene Etiemble, Ανδρέας Καραντώνης και Γεώργιος Θέμελης. Εκεί εξηγούν και τις προθέσεις μου και τα επιτεύγματά μου. 
Θα περιοριστώ σε μερικές γραμμές μόνο για τη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Κι η οποία δέχτηκε συχνά τον χαρακτηρισμό, σαν ψόγο, της «μικτής». Πρέπει να πω πως είναι απλούστατα η γλώσσα που μιλώ. Άλλωστε πρωτεύουσα σημασία δεν έχει το να γίνεται κανείς αντιληπτός από κείνους που επιθυμούν, πραγματικά, να τον καταλάβουν; Νόμιμη γλώσσα, για μας, είναι η γλώσσα η ελληνική. Δεν έχουν κανένα νόημα απολύτως αυτές οι γνώμες οι φανατικές για «μικτή», «καθαρεύουσα», «δημοτική». Πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται με απόλυτη αδιαφορία ή, αν το θεωρούμε σκόπιμο, μ’ αυτόν τον μόνον επιτρεπόμενο φανατισμό: εκείνον που εμπνέει τον πόλεμο εναντίον κάθε είδους φανατισμού. 
Τις γνώσεις μου στη γλώσσα την ελληνική πιστεύω πως τις βοήθησε η απέραντη αγάπη που έχω για την ανάγνωση αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών κειμένων. Τα βιβλία μου με τ’ αρχαία και τα βυζαντινά κείμενα ήτανε, τα περισσότερα, σ’ «ευρωπαϊκές» εκδόσεις, με τις εξηγήσεις και τα σχόλια γραμμένα στα γαλλικά ή τα λατινικά. Πολλά βυζαντινά και, σχεδόν, τα πιο πολλά μεταβυζαντινά, ήσαν δικών μας εκδόσεων. Η καθαρεύουσα (και καμιά φορά υπέρ-καθαρεύουσα) των Σάθα, Λάμπρου, Ξανθουδίδη, και των σημερινών ακόμη, στις σημειώσεις και τις μελέτες που συνόδευαν τα κείμενα, όχι μόνο δεν μ’ εξένιζε, σαν τις γαλλικές και τις λατινικές που είπα, αλλ’ αντίθετα μ’ έκανε να παρατηρήσω πώς συνδέονταν και, στο τέλος, συγχέονταν με τη γλώσσα του μελετούμενου γραπτού. Έτσι κατάλαβα πως η γλώσσα η ελληνική είναι μία. Κι ότι είναι μάλλον έλλειψη σοφίας να προσηλώνεται κανείς πεισματάρικα σε μια και μόνο, αποκλειστικά, μορφή της, να περιφρονή αυτόν τον αμύθητο πλούτο, το θησαυρό, που έχει στη διάθεσή του. Και να μην αντλή, ελεύθερα, με σεβασμό και προσοχή φυσικά, για να λαμπρύνη το στίχο του, να ενισχύση το νόημά του. Ακριβώς όπως μας διδάσκουν τ’ αθάνατα γραπτά του Παπαδιαμάντη και του Καβάφη. Όπως κάμω στη ζωγραφική μου. Όπου δεν αποκλείω κανένα χρώμα να βρη την κατάλληλη θέση του και να συμβάλη, κι αυτό, στην γενική αρμονία του πίνακος. Όπως, πλάι από τα διδάγματα του Πολυτεχνείου, πάλι στη ζωγραφική μου, προσθέτω, και συνθέτω, τα διδάγματα των Βυζαντινών, των Αρχαίων και των «λαϊκών», σαν τον Θεόφιλο και τους άλλους. 
Θα ήταν ασυχώρετη παράλειψις να μην πω, εδώ, για τα λίγα, φευ, χρόνια που πέρασα κοντά στον Μενέλαο Φιλήντα. Πράγματι, πρόλαβα τον μεγάλο γέροντα, και είχα την μεγάλη τύχη ν’ ακούσω τα σοφά και πολύτιμα λόγια του μεγαλοφυούς γλωσσολόγου. 

«Ἕνα ταξίδι στὸ Ελμπασάν

Σήμερα θὰ πῶ ταξιδιωτικές μου ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν Ἀλβανίαν. Καί, πρὶν ἀπ’ ὅλα, πρέπει νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτες εὐκολώτερο, τίποτες ἁπλούστερο, ἀπὸ μία μετάβαση σ’ αὐτήνα τὴ χώρα. Ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ προσμένη κανείς, γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό, τὴ γιορτὴ τ’ Ἅι-Γιαννιού, τὸ καλοκαίρι. Μόνο τότες, σὰ βραδιάξη, ὁ νοσταλγὸς τῶν μακρινῶν τόπων μπορεῖ, πηδώντας τὶς φωτιές, νὰ βρεθῆ σ’ ὅποια πόλη ἔχει ποτὲς του ἐπιθυμήσει. 

Ἐγώ, κάποτες, μία μέρα ὀδυνηρῆς μοναξιᾶς, μία μέρα ὅπου εἶχα ζήσει μακριὰ ἀπὸ τὰ πουλιά, πήδηξα, σὰ βράδιασε, τὶς φωτιὲς ποὺ εἶχαν ἀνάψει σὲ μιὰν ὁποιαδήποτε λαϊκὴ γειτονιὰ τῶν Ἀθηνῶν, μὲ τὸ βαθὺ πόθο τῆς Ἀλβανίας μεσ’ στὴν καρδιά μου. Πήδηξα μιά, πήδηξα δυό. Τίποτες. Τὴν τρίτη φορᾶ βρέθηκα ἀπότομα στὸ Ἐλμπασσάν.» 

Ο Νίκος Μάθεσης. Πηγή εικόνας:http://rebetikotragoudi.blogspot.com/2010/12/blog-post.html

 

Θα μπορούσα να γράψω πάρα πολλά για τον Νικόλα (όπως έλεγε τον ξάδελφό του ο πατέρας). Θα μπορούσα να γράψω δεκάδες σελίδες για το σπίτι των παππούδων –εκεί στην οδός Χαλκιδικής του Βοτανικού- και ιδιαίτερα το υπόγειό του που έβρισκε κατά καιρούς ‘’καταφύγιο’’ ο Νίκος μαζί με τους φίλους του και έπαιζαν με τις ώρες τα όργανα. 

Είναι αλήθεια ότι ο παππούς μου, ο Ανδρέας, δεν ήθελε αυτά τα πάρε-δώσε του Νίκου και συχνά έδειχνε την αποστροφή του γι’ αυτή τη κατάσταση, αλλά η γιαγιά η Άννα (μία κυριολεκτικά άγια γυναίκα), πάντα έβρισκε τον τρόπο να δώσει ‘’στέγη’’ στο Νίκο και στους μουσικούς φίλους του. Εκείνη την εποχή δε, το χασίς δεν είχε ακόμη απαγορευτεί και τούτοι  πάνω στα μεράκια του μπουζουκιού, φούμερναν… Όταν μύριζε η γιαγιά απ’ το υπόγειο τα ντουμάνια, νόμιζε πως ο Νίκος λιβάνιζε και να σου να σταυροκοπιέται λέγοντας στα παιδιά της: είδατε πόσο χριστιανός είναι ο εξάδελφός σας, δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει πιάσει τον πατέρα σας και δεν τον θέλει στο σπίτι;

Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι…

 

Ας κάνουμε τώρα ένα μικρό οδοιπορικό στο πορτρέτο του Νίκου Μάθεση  απ’ την ηλεκτρονική σελίδα:   http://www.e-orfeas.gr/artists/portraits/2093-article.html    

Ο Νίκος Μάθεσης ο ‘’Τρελάκιας’’ (1907-1975) αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στο χώρο του ρεμπέτικου τραγουδιού. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους στιχουργούς του με σημαντική προσφορά, ενώ η καλλιτεχνική αξία του, σύμφωνα με τους ρεμπετολόγους, είναι μεγάλη. Παράλληλα όμως υπήρξε και μια προσωπικότητα μοναδική και προκλητική που έζησε κι έδρασε, πέρα από τα όρια και τις κοινωνικές συμβάσεις, στους ημιπαράνομους χώρους του Πειραιά και στο γκέτο της Δραπετσώνας. Εκεί επιβλήθηκε κι έγινε ένα ξεχωριστό πρόσωπο που έγραψε ιστορία στην εποχή του, στην πιάτσα του Πειραιά, στον υπόκοσμο και στον κόσμο των ρεμπέτηδων.

Η μυθιστορηματική ζωή του ξεκινά από τη Σαλαμίνα, στην οποία γεννήθηκε το 1907. Γύρω στα 1916-1917 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στον Πειραιά, στον Άγιο Νικόλαο στο Τελωνείο. Ο πατέρας του, ο Γιώργος Μάθεσης, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ιχθυέμπορους στην Κεντρική Ιχθυαγορά του Πειραιά. Το 1922 ο Ν. Μάθεσης, σε ηλικία 15 ετών, βρέθηκε στην ψαραγορά κι από ‘κεί, όπου μεγάλωσε κι ανδρώθηκε, μπήκε, αργότερα, στην πιάτσα του Πειραιά.
Σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο προσπάθησε να γίνει από τους πρώτους και καλύτερους μάγκες. Ήθελε να γίνει πρωτοπαλίκαρο και άρχισε να κάνει κατορθώματα πάνω στη μαγκιά και το νταηλίκι. Όλοι οι κουτσαβάκηδες κι οι νταήδες προπολεμικά τον υπολόγιζαν. Νόμος του ο νόμος της μαγκιάς. Ήταν πασίγνωστος. Μόλις έλεγε Νίκος Τρελάκιας, τον γνωρίζανε και οι πέτρες. Το 1938 μάλιστα έκανε και φόνο, όπου, βρισκόμενος σε άμυνα, σκότωσε τον Στρίγκλα, τον μάγκα και το φόβητρο της Φρεαττύδας.
Στη δισκογραφία του ρεμπέτικου μπήκε νωρίς, από το 1930, σαν ένας από τους πρώτους στιχουργούς του. Ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια («Μες στου Νικήτα τον τεκέ» και «Ο γεωργός») με τον Γιώργο Παπασιδέρη και συνεργάστηκε με όλους τους γνωστούς συνθέτες της περιόδου 1930-1939, Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη ή Ογδόντα, Δημήτρη Μπαρούση ή Μπαρού ή Λορέντζο, Μανόλη Χρυσαφάκη ή Φυστιξή, Γιώργο Μπάτη, Πέτρο Κυριακού, Ανέστη Δελιά ή Αρτέμη και φυσικά τον Στελλάκη Περπινιάδη(1934) με, το πασίγνωστο χασάπικο, τη θρυλική «Γάτα»:

Τραγούδια του τραγούδησε και η υπέροχη και ανεπανάληπτη Ρόζα Εσκενάζυ. Τα τραγούδια του είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά εκείνης της περιόδου και σαν στιχουργός κατατάσσεται στους πρωτοπόρους του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού με ουσιώδη προσφορά στην ανάπτυξή του εκείνα τα χρόνια.
Στα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Σταύρο Τζουανάκο και με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το τραγούδι τους «Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά» ήταν από τις πιο μεγάλες επιτυχίες της εποχής(1950), ένα κλασικό ζεϊμπέκικο που παίζεται και τραγουδιέται μέχρι τις μέρες μας :

Τελευταίο του τραγούδι (ανέκδοτο) που ηχογραφήθηκε, μετά το θάνατό του, είναι το «Ένας λεβέντης έσβησε» (γραμμένο για το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη) με τον Γιώργο Νταλάρα στο δίσκο «Τα ρεμπέτικα της κατοχής» (1980).

Ο Νίκος Μάθεσης έχει κατακτήσει, άξια κι αδιαμφισβήτητα, την πρωταγωνιστική του θέση στην ρεμπέτικη ιστορία. Αποτελεί μοναδική περίπτωση πληρότητας και αυθεντικότητας, όπου λόγος και έργο ταυτίζονται στα πλαίσια ενός βίου ακραίου, προκλητικού, αλλά, συνάμα, και δημιουργικού.

Περισσότερα Νίκος Μάθεσης, ο θρυλικός τρελάκιας του ρεμπέτικου: ένα πορτρέτο και ένας μονόλογος | Ορφέας: Το ελληνικό τραγούδι και η ελληνική μουσική στο διαδίκτυο http://www.e-orfeas.gr/artists/portraits/2093-article.html#ixzz1MnviIugW

Αμφικτύωνος 33  στο Θησείο, βρίσκεται ένας εκθεσιακός χώρος μέσα σ’ ένα Αθηναϊκό σπίτι του περασμένου αιώνα. Εκεί απ’ τις 9 του Μάη μέχρι και τις 9 Ιούνη του 2011, με ώρες επίσκεψης  7μ.μ. -11μ.μ.. Ο ζωγράφος Χρήστος Γκριτζάπης, μαθητής των Δημήτρη Μυταρά – Δημοσθένη Κοκκινίδη, και μαθητής στο ψηφιδωτό του Γιάννη Κολέφα. Παρουσιάζει τη νέα του δουλεία ‘’Ορνιθομάντης. 25 ποίηματα του Αντώνη Ξάνθη εμπνέουν τον ζωγράφο Χρήστο Γκριτζάπη’’,  ζωγραφική με τρίχρωμο μολύβι που είναι εμπνευσμένα απ’ τα ποιήματα του Μεγαρίτη ποιητή Αντώνη Ξάνθη.

Η έκθεση άνοιξε τις πόρτες της τη Δευτέρα και το κοινό που στη κυριολεξία κατέκλισε τις αίθουσες, ήταν ενθουσιασμένο με το εξαίρετο αποτέλεσμα της συνδημιουργίας των δυο τους.

Ο ζωγράφος Χρήστος Γκριτζάπης απ’ το 1983, που τελείωσε την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, έχει κάνει τόσα σπουδαία πράγματα κι έχει αναγνωρισθεί σε Ελλάδα και εξωτερικό, ώστε δεν χρειάζεται πολλές συστάσεις. Αντίθετα, ο ‘’δικός μας’’ δωρικός ποιητής, ο Αντώνης Ξάνθης, ο συντοπίτης μας, είναι εκείνος που του ωφείλει –κατά τη γνώμη μου- να γράψει κάποια/κάποιος για το ‘’αθόρυβο’’ ποιητικό του έργο.  

Ο Αντώνης Ξάνθης, καθώς στη γλώσσα της ποίησής του κουβαλά μνήμες ενός τόπου με προϊστορία και όχι μόνο, ευτύχισε να δει τα ποιήματά του να μελοποιούνται απ’ το μουσικοσυνθέτη Γιώργο Κουλουριώτη. Και τούτο τον καιρό να γίνονται υπέροχες ζωγραφικές εικόνες απ’ τον καταξιωμένο ζωγράφο Χρήστο Γκριτζάπη. Ο Αντώνης είναι τόσο ανθρώπινος και συνεσταλμένος, που δεν ξέρω πραγματικά, εάν αντιλαμβάνεται ότι το τάλαντο της προσφοράς του στη τέχνη και στο λόγο, θέτει πολύ γερά θεμέλια για ένα λαμπρό μέλλον.

Τις δύο ποιητικές του συλλογές θα τις βρείτε στη έκθεση της Αμφικτύωνος 33 καθώς κι ένα βιβλίο-οδηγό της έκθεσης,  που τούτο θα το πάρετε δωρεάν, για να ξεναγηθείτε στο χώρο καθώς τα ποιήματα και οι ζωγραφιές είναι οντότητες και σαφέστατα γνωρίζουν περισσότερα από τον ποιητή, τον ζωγράφο, κάτι σαν παράλληλα σύμπαντα που μας οδηγούν σε προσωπικές ανατάσεις.

Συγχαρητήρια και στους δυο σας.

      

         

Lady Gaga

 
 
 

Lady Gaga

  

 

 

Ενώ το πραγματικό της όνομα είναι: «Stefani Joan Angelina Germanotta».

Είναι γεννημένη στο Yonkers της Νέας Υόρκης ΗΠΑ, στις 28-3-1986 από μετανάστες γονείς δεύτερης γενιάς. Ο πατέρας της είναι Ιταλικής καταγωγής, ενώ η μητέρα της Ελληνικής. Οι γονείς της είναι ο Joseph, επιχειρηματίας του διαδικτύου, και η μητέρα της η Υακίνθη – Cynthia, μια γραμματέας των τηλεπικοινωνιών μέσων της Ν.Υ.

Μεγάλωσε με τις “κλασικές” Ευρωπαϊκές αρχές των μεταναστών γονέων της.

Η Lady Gaga είναι μια άριστη μουσικός και άνθρωπος που γνωρίζει καλά τον κόσμο του θεάματος, απόδειξη είναι, ότι κάθε της προσωπικό album κατακτά υψηλές θέσεις στη παγκόσμια μουσική αγορά.

Η μικρή πορεία της ζωής της έως σήμερα, έχει περάσει η περισσότερη σε μουσικές σπουδές. Λέγεται ότι η μητέρα της την ώθησε από τριάμισι χρονών να μαθαίνει θεωρητικά τις μουσικές νότες και στα τέσσερα της άρχισε να σπουδάζει πιάνο, όπου και αργότερα, στο καθολικό σχολείο «Sacret Heart High School» έκανε σπουδές στο Εκκλησιαστικό όργανο, στο θέατρο και στο πιάνο.

Η Διευθύντρια του κολεγίου κ. Agnes McNamara μας μιλά για την Lady Gaga σαν ένα ξεχωριστό κορίτσι με έντονη έφεση στη μουσική παιδεία ενώ ήταν απ’ τις μέτριες προς καλές μαθήτριες στη μάθηση των σχολικών μαθημάτων. Αντίθετα, λέει, πως στις Καθολικές θρησκευτικές της υποχρεώσεις ήταν πάντα άριστη. Οι καθηγήτριες της κ. Maureen Crosby στο Τμήμα Ψυχολογίας, η κ. Rose Ann Di Gennaro στο Τμήμα Θεάτρου και η κ. Fassett Marilyn στο Τμήμα Καλών Τεχνών εξηγούν, ότι περίμεναν την διεθνή καριέρα της Stefani Joan Angelina Germanotta ή (Lady Gaga) και ότι γι’ αυτές ήταν θέμα χρόνου να αναγνωριστεί.

Παράλληλα με τις σπουδές της όμως το 2005, στο εν λόγω κολέγιο της Νέας Υόρκης, έγραφε μουσική στην εταιρία Intersope Record για μεγάλα ονόματα όπως η Brintey Spears και το group των Pussycat Dolls.

Η αγάπη της για την μουσική των Queen και ιδιαίτερα το τραγούδι τους “radio ga-ga” της χάρισαν το καλλιτεχνικό της όνομα Lady Gaga.

Η πλέον πρώτη Star σήμερα της Pop-Electronic μουσικής, τον περασμένο Φεβρουάριο στο Λονδίνο απέσπασε τρία μουσικά βραβεία σε μια ξεχωριστή βραδιά.

Ήδη το φαινόμενο της Lady Gaga στη παγκόσμια μουσική σκηνή από το 2008 (που υπέγραψε σαν καλλιτέχνιδα συμβόλαια με τις Αμερικάνικες εταιρίες, Def Jam και Intersope Record), άρχισε να καλύπτει τις μουσικές διασκεδάσεις των νέων του πλανήτη.

Τα CD’ s, Τhe Fame και The Fame Monster τις έχουν χαρίσει πλατινένιες και χρυσές πωλήσεις σε Αμερική, Αυστραλία, Δανία, Σουηδία, Νέα Ζηλανδία.

Έχει προταθεί έξη φορές για Grammy και φέτος (2010) κέρδισε δύο Grammy.

Μιλάει τρεις γλώσσες ξέχωρα από τα Αγγλικά, τα Ιταλικά, τα Ελληνικά και τα Ισπανικά.

Το 2008 ήταν η καθοριστική χρονιά για την εικοσιτετράχρονη μουσικό και τραγουδοποιό, αφού με την βοήθεια του τραγουδιστή Akon (όπου του είχε γράψει η ίδια παλαιότερα τραγούδια επιτυχίες του) υπογράφει με την εταιρία Konlive Records και εμφανίζει το πρώτο της άλμπουμ «The Fame» όπου από εκεί ξεχωρίζουν τα τραγούδια «Just Dance» και «Poker Face » και το 2009 συνεχίζει την εγγραφή με το δεύτερο CD, The Fame Monster.

Είναι μια πανέμορφη κοπέλα που όμως για τις ανάγκες της «show biz» οι εμφανίσεις της γίνονται όλο και πιο εξεζητημένες…

 

 

 

Lady Gaga

 

 

 

While the real name is: «Stefani Joan Angelina Germanotta».
It is born in Yonkers, New York, USA, 28/3/1986 by second-generation immigrant parents. Her father is of Italian descent and her mother Greek.
He grew up with «classic» European authorities immigrant parents.
The Lady Gaga is an excellent musician and a man who knows the world of entertainment, is evidence that each of the solo album won high positions in the global music market.
The short course of her life so far, has passed more in music education. It is said that her mother led her three and a half years to learn the theory of musical notes and the four began to study piano, where later in the Catholic school «Sacret Heart High School» He studied the organ in the theater and piano.
The Head of College Mrs Agnes McNamara talks about the Lady Gaga as a special girl with strong appeal to music education and was from the moderate to good students in the learning of school subjects. Instead, he says, that the Catholic religious obligations have always been excellent. The teachers Mrs Maureen Crosby at the Department of Psychology, Ms. Rose Ann Di Gennaro at the Department of Theatre and Mr. Fassett Marilyn at the Department of Fine Arts, explained that they waited for international career Stefani Joan Angelina Germanotta or (Lady Gaga) and

them was a matter of time granted.
Alongside her studies, but in 2005, as the College of New York, wrote the music company Intersope Record for big names such as Brintey Spears and his group the Pussycat Dolls.
Her love for the music of Queen and especially their song «radio ga-ga» earned her artistic name Lady Gaga.
The most current of the first Star Pop-Electronic Music, last February in London won three music awards in a special evening.
Already phenomenon Lady Gaga in the global music scene since 2008 (as an artist signed contracts with American companies, Def Jam and Intersope Record), began to cover the musical entertainment for young people on the planet.
The CD ‘s, Ôhe Fame, and The Fame Monster have imparted to the platinum and gold sales in North America, Australia, Denmark, Sweden, New Zealand.
A proposed six-times Grammy this year (2010) won two Grammy.
She speaks three languages distinct from English, Italian, Greek and Spanish.
2008 was a decisive year for
Lady Gaga musician and songwriter, since with the help of singer Akon (where he had written the same old songs hits) sign with the company Konlive Records and displays the first album «The Fame» where from there stand the songs «Just Dance» and «Poker Face» in 2009 continues to record the second CD, The Fame Monster.
It’s a beautiful girl but for the purposes of «show biz» The appearances are becoming more sophisticated …
 

 

Αρθρογραφία δημοσιευμένη

 

Annyra P. Ezmperg

 

 

  
 

Ο Πέτρος Κυριακός ήταν ο ηθοποιός που είπε σε επιθεώρηση στο θεάτρο Λαού το: «Μετάξι-μετάξι το ψωμί θα πάει δεκάξι». Στην καρδιά της δικτατορίας του Ι. Ματαξά και επί της σκηνής, μπροστά στο κοινό, του έδωσαν τα αστυνομικά όργανα να πιει ρετσινόλαδο!!! 

 

Τον τύπο του κλασικού μάγκα ενσάρκωνε στους ρόλους του ο Πέτρος Κυριακός όταν τραγουδούσε επιθεωρησιακά ρεμπέτικα στη δεκαετία 1925 – 1935. Έπάνω, η ετικέτα του δίσκου 78 στροφών

 

 

 

Πέτρος Κυριακός – Παναγιώτης Μάθεσης.

Το λεξικό του μάγκα (1932) .

 

 

Κεσάτια μωρέ βλάμη κι άμα δεν έχει δουλειά, δεν έχει αλισβερίσι.
-Τι θα πει αλισβερίσι;
-Καλαμπαλίκι μωρ’ αδερφέ.
-Μας φώτισες!
-Ε, άμα δεν αντίζεσαι τα σέα και τα μέα, γίνου λαγός και πούλευε.
-Μα τι γλώσσα είναι αυτή;
-Αυτή αδερφέ μου είναι το ησπεράλντο, το λεξικό του μάγκα!
Κι από ενθάδε κι εμπρός όλη η Ελλάδα θα ξηγιέται μ αυτό το βιολί.
Και τώρα δώσε βάση για να φωτιστείς, να μη μείνεις στραβός:

Τις κυράδες λέω γοργόνες, και τους φίλους νταβατζήδες.
Τα κορίτσα λέω τρυγόνες, τα μαστούρια τσαμπουκαλήδες.
Το μηδέν το λέω τρίχες και το δάνειο λέω τράκα.
Το εννόησες, λέω, μπήκες και τους τικιτάνγκ Mαρίκες.
Ξέρω κι άλλα, αλλά στρι και κόβω ρόδα και σας κάνω τη κορόιδα.

Σπλάχνο λέω τη γκόμενά μου και τη μάνα μου γριά μου.
Το παρλάν λέω oμιλώντα, το παλτό Επαμεινώντα.
Λέω τον πλούτο μπερεκέτι και την πιάτσα λέω κουρμπέτι.
Το απών το λέω ερήμη, τ ακακαΐδι καρντερίμι.
Ξέρω κι άλλα αλλά δεν τα σκάω μύτη και πουλεύω σαν σπουργίτι.

Τον καπνό τον λέω ντουμάνι, τον γιατρό τον λέω αλμπάνη.
Την κουβέντα λέω λίμα, τη στενή την λέω τμήμα.
Το σιλάνς το λέω μόκο, τα ψιλά τα λέω μπαγιόκο.
Τον καθρέφτη μπανιστήρι, το συνωστισμό κολλητήρι.
Ξέρω κι άλλα από τέτοια φίνα, μάτσα και σας κάνω την μπεκάτσα.

Τα μεράκια λέω νταλκάδες, τους κουτούς τους λέω χαλβάδες.
Το θυμό τσαμπουκαλίκι, την αναποδιά μανίκι.
Τη γιορτή καλαμπαλίκι, το κουράγιο ζοριλίκι.
Το μαχαίρι λέω λάσο και το τρώω μπουζουριάζω.
Τώρα πάω μονάχα σκάβω κερκινάδες κι απολάω σαπουνάδες.
Τώρα πάω μονάχα σκάβω πατινάδα κι απολάω σαπουνάδα.

Το ψωμί το λέω μπανιόκα και τη φτώχια λέω μουρμούρα.
Την αλλήθωρη σορόκα και τη μπάζα λωβητούρα.
Τους αθλητάς λέω μπεμπέδες, τους προσκόπους πιτσιρίκια.
Τους δαντήδες κουραμπιέδες και τα γλέντια μερακλίκια.
Τώρα στρίβω και τραβάω στη γειτονιά μου, να μην έβρω τον μπελά μου.

Στοίχοι, Π. Μάθεσης 

 

 

Πέτρος Κυριακός.(Αθήνα, 1891-1984).

 

Από τους δημοφιλέστερους πρωταγωνιστές της οπερέτας, της μουσικής κωμωδίας και της επιθεώρησης του Μεσοπολέμου. Μεταξουργιώτης ορφανός και πάμπτωχος έκανε στην αρχή διάφορες «δουλειές του ποδαριού», ώσπου τον προσέλαβε ο μεγάλος καραγκιοζοπαίκτης Αντώνης Μόλλας ως τραγουδιστή στις παραστάσεις του. Εκεί γρήγορα αναδείχτηκε σε φυσικό τενόρο και έτσι μεταπήδησε στην οπερέτα, πρωτοεμφανιζόμενος με τον θίασο Ι. Παπαϊωάννου (1919) στη «Μαμζέλ Νιτούς». Στη συνέχεια (1921) έπαιξε τον Καρκαλέτσο στους «Απάχηδες των Αθηνών» και καθιερώθηκε ως κωμικός καρατερίστας ολκής. Ακολούθησαν: «Το κορίτσι της γειτονιάς, «Ο Βαφτιστικός«, κ.λπ. Στην επιθεώρηση δημιούργησε τον τύπο του «κουτσαβάκη» (του Μεταξουργιώτη ψευτόμαγκα) και στο διάστημα του Μεσοπολέμου γνώρισε την αποθέωση. Το 1929 (όπως και το 1949) πραγματοποίησε επιτυχημένη επίσκεψη στις ΗΠΑ (έπαιξε στο θέατρο «Μανχάταν» της Ν. Υόρκης) και ηχογράφησε αρκετά «σουξέ» του. Έπαιξε και σε κινηματογραφικές ταινίες, όπως: «Απάχηδες των Αθηνών» (1930), «Ο Πύργος των ιπποτών» (1952), «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» (1953), κ.λπ. Ασχολήθηκε και με την ποίηση, εκδίδοντας διάφορες συλλογές, με «παρθενική»: «Τα τραγούδια της Αθήνας» (που εκδόθηκε το 1956). Ήταν γνωστός με το ψευδώνυμο «Πετράν» και συνεργάστηκε στενά με τον Γεώργιο Καμβύση (Κερκυραίος τενόρος, κιθαρίστας, τραγουδιστής της Παλιάς Αθήνας, στιχουργός και συνθέτης επιθεωρησιακών επιτυχιών, ο οποίος από το 1908 συνεργάστηκε με το Μελόδραμα και έπαιξε σε «Παλιάτσους», «Λουτσία», «Τραβιάτα», «Φαβορίτα», κ.λπ. Κατόπιν μεταπήδησε στην οπερέτα και για σειρά ετών έπαιζε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε βιεννέζικο ρεπερτόριο, συνεργαζόμενος κυρίως με το θίασο της Έλλης Αφεντάκη. Η δράση του υπήρξε συνεχής και καλλιτεχνικά ωφελιμότατη, γιατί έμεινε ώς το τέλος της σταδιοδρομίας του ένας γνήσιος παλιός Αθηναίος κιθαρωδός-τραγουδιστής-τραγουδοποιός και πνευματικός εργάτης. Τραγούδησε «Περουζέ» με τον Αγγελόπουλο, στην επιστροφή του τελευταίου από το Μιλάνο το 1925). Ο Καμβύσης υπήρξε ο «κομπέρ» του Κυριακού και έγραφε μαζί του τόσο τους στίχους και τα επιθεωρησιακά κείμενα όσο και τη μουσική αρκετών τραγουδιών (ιδίως «αρχοντορεμπέτικων») που ερμήνευσε και δισκογράφησε ο μεγάλος καρατερίστας. Aπό αυτά τα τραγούδια και τα μουσικά «νούμερα» αναφέρουμε όσα μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε: «Παλιά μου Αθήνα», «Ο κομπογιαννίτης», «Η εκδρομή», «Ψευτομηχανή», «Ο τεμπέλης», «Η απολογία του μπεκρή», «Ο κυνηγός», «Οικογενειακό καβγαδάκι», «Ο σεκλέτης», «Το ταξίδι του Νιόνιου», «Η Προξενήτρα», «Ο πολιτισμένος μάγκας», «Το ρωμαίικο γλέντι», «Για να ξέρεις», «Λαϊκά υπνωτήρια», «Δεν ξαναπαντρεύομαι», «Ο ψευτοπεθαμένος», «Ο τυχερός», «Ρουμπα-ρούμπα-ρούμπαμπαμπα», «Έφοδος στον τεκέ», «Ο ευτυχισμένος σύζυγος», «Οι δάσκαλοι», «Στην Αντίς Αμπέμπα», «Έβγα στο παραθύρι», «Άρσις ενοικιοστασίου», «To παράπονο του μάγκα», «Κορόιδο άδικα γυρνάς», «Η γραμματική του μάγκα», «Ο Νώντας στο Χόλλυγουντ», «Ονειροκρίτης», «Ο Κυριακός τρελλός», «Ο Κυριακός πρόεδρος», «Ο Κυριακός αθλητής», «Ο Κυριακός εξερευνητής»,»Ο Κυριακός στη Νορμανδία», «Ο λόγος του Κυριακού», «Ο Κυριακός ντιζέρ», «Ο Κυριακός φούρναρης», «Ο Κυριακός ολυμπιονίκης», «Ο Κυριακός τζόκεϋ», «Ο Κυριακός αστέρας», «Δημαρχιακές εκλογές», «Τα παράπονα του μπεκρή», «Ο καβγάς της βρύσης», «Συν-πλην», «Οι δυο κουφοί», «Θα γίνω γυναίκα», «Σουηπστέικ», «Ο τρακαδόρος», «Κράτα τσίλιες», «Φούλ του βαλέ», «Επεισόδιον στις κούρσες», «Ο πρωταθλητής του κρασιού», «Δεν σου πάει η τραγιάσκα», «Η Μπριγγίτα γαϊδουροϊππασία», «Το διαζύγιον», κ.λπ. Τέλος, να σημειωθεί ότι ο «Πετράν» έμεινε πάντα και σε όλα του αυτοδίδακτος, καταφέρνοντας έτσι να μεταδίδει με ανεπανάληπτη αμεσότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο το χιούμορ, τη συγκίνηση και την αενάως αναβλύζουσα ανθρωπιά του. Κυκλοφορούν «αναβιωμένοι» δίσκοι του: «Αφιέρωμα στον Πέτρο Κυριακό» (1981), «Τραγούδια του Υποκόσμου» (1993), «Κωμικά τραγούδια της Επιθεώρησης 1930-38»

(1995).

 

Ηλεκτρονική πηγή άρθρου: http://www.musipedia.gr/index.php/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%A0%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82

 

 

Ηλεκτρονική πηγή εικόνας: http://pandektis.ekt.gr/dspace/bitstream/123456789/66794/4/Thumb7804.jpg

 

 

 Annyra P. Ezmperg

 

 
 

                                                                                               Μια ξεχωριστή γυναίκα.

 

Αιτία ήταν ο Νικόλας και η Κατερίνα Γώγου που την γνώρισα…

«Είναι η μόνη, που στα εκατό χρόνια και βάλε μετά, θα ξανακουστεί τέτοια φωνή.» Είχαν πει για να με πείσουν να τους συνοδέψω και να ακούσουν αυτή την άναρχη φωνή, όπως χαρακτηριστικά είπαν…

Για μ’ ένα δεν ήταν σχεδόν τίποτε. Το όνομά της δεν θυμόμουν αν το είχα ακούσει ποτέ πριν. Δεν ήταν μέσα στα ακούσματά μου.

Ό,τι είχε “κλείσει” τις εμφανίσεις της με το κέντρο «Δία», (Αθήνα, οδός Αγ. Μελετίου δίπλα στη γέφυρα του ηλεκτρικού). Θα ήταν περίπου πενήντα και, χρόνων τότε. Φορούσε ένα παλιομοδίτικο πουκάμισο με φαρδιούς γιακάδες και μια άκομψη φούστα, τα μαλλιά της ήταν κοντά σκούρα καστανά και γυαλιά με χοντρό σκελετό στα μάτια.

Οι δωρικοί παλμοί, οι ήχοι της φωνής της με καθήλωσαν απ’ τα πρώτα ακούσματα!!!

Πέρασε ο καιρός. Κάποιο μεσημέρι πίναμε το καφέ μας στο Πασαλιμάνι, μου είχε φέρει ένα δώρο απ’ τη Γαλλία που είχε πάει με την Γεωργία.

Είμαστε μόνες, με κοίταξε διερευνητικά βαθειά στα μάτια και είπε, περισσότερο παραπονετικά: «Θέλω να αλλάξω ζωή…» Κι άλλες φορές την είχα ακούσει να το λέει, μα εκείνη τη στιγμή πίστεψα πως έβγαινε μέσα απ’ τα βάθη της ψυχής της. «Κάτι σημαντικό θα έπρεπε να τις είχε συμβεί», σκέφτηκα. Πότε δεν την είχα ακούσει να τραγουδά πέρα απ’ τα προγράμματα των κέντρων που εμφανιζόταν. Ξαφνικά, άρχισε να ψέλνει σε τέλειο βυζαντινό ρυθμό κάποιο αναστάσιμο τροπάριο που η “ξύλινη” φωνή της του έδινε ουράνιες προεκτάσεις.

«Όταν είμαι χαρούμενη θέλω να ψέλνω, όπως μου έμαθε ο παππούς μου ο Σωτήρης.» Μου είπε συνεχίζοντας, «κι έχω πάρα πολλά χρόνια να ψάλω…από τότε που έφυγα απ’ το Σχυματάρι….». Γνώριζα πως ήταν απ’ την Χαλκίδα, αλλά για Σχυματάρι δεν ήξερα τίποτε ακόμα. Ήταν σαν άνθρωπος φοβερά κρυψίνους και αρκετές φορές επιθετική. Όπου το απέδιδα πάντα στην δύσκολη ζωή που φανταζόμουν ότι είχε μέχρι τότε περάσει.

Άρχισε κατόπιν να μου εξιστορεί εικόνες απ’ τα περασμένα. Ένας τεράστιος χείμαρρος από τραγικές και σχεδόν μυθηστορηματικές ιστορίες της ζωής της… με κατέκλισαν καθηλώνοντας με στη καρέκλα για ώρα.

Δεν μου είπε την ακριβή ημερομηνία γέννησης της (αργότερα έμαθα), κάποτε παντρεύτηκε τον Βαγγέλη Τριμούρα, θα ήταν περίπου 16 με 17 κι έμεινε έγκυος αμέσως, αλλά απ’ το ξύλο του άντρα της απέβαλε. Οι Γιατροί στη Χαλκίδα της είπαν ότι δεν θα ξαναμείνει ποτέ έγκυος κι ήταν μόνο 18 χρονών!!! Ο έρωτας μετατράπηκε σε οδυνηρό πόνο μέσα στη καρδιά της και με την πρώτη αφορμή απιστίας που της έδωσε ο άντρας της. Του έκαψε το πρόσωπο με υδροχλωρικό οξύ (βιτριόλι). Φυλακές Χαλκίδας, Αβέρωφ, τέσσερις μήνες για κακούργημα. Όταν επέστρεψε στη Χαλκίδα δεν τη χωρούσε πια ο τόπος, ήταν μια απ’ τις βιτριολίστριες για όλους….Ο Πόλεμος του 1940 τη βρίσκει στην Αθήνα και ενταγμένη στο ΕΑΜ. Πίνα, κυνηγητό, αντίσταση, ξανά φυλακή για τις αριστερές πολιτικές της πεποιθήσεις, όλα μαζί ετούτα ένα δυσθεώρητο βάρος, για εκείνη το πλουσιοκόριτσο της Χαλκίδας, μέχρι που, το 1946 την ανακαλύπτει ο Κίμωνας Καπετανάκης και την γνωρίζει με τον Βασίλη Τσιτσάνη όπου γίνεται η μούσα του. Είχε ορκιστεί να μην ξαναγαπήσει άντρα μετά απ’ το χαμό του αγέννητου παιδιού της. Κι όμως η θηλυκή φύση της, την πρόδωσε για δυο άντρες αργότερα. Δεν μου είπε εάν είχαν συνάψει ποτέ δεσμό με τον Β. Τσιτσάνη. Καθώς όμως εκείνος την απέρριψε στα τέλη του 1950, από μόνιμη τραγουδίστρια του, για την Αρμένισσα Μαρίκα Νίνου, εκείνη εισήχθη σε νευρολογική κλινική. Και στο Χαρίλαο Φλωράκη στη δεκαετία του ’80, ανάμεσα αστείου και σοβαρού είχε κάνει πρόταση γάμου η ίδια!

Δεν ξέρω αναγνώστη μου εάν κατάλαβες, πως τόση ώρα σου μιλώ για την Αρχόντισσα του Λαϊκού μας τραγουδιού, τη μεγάλη Σωτηρία Μπέλλου. Η ξεχωριστή γυναικεία προσωπικότητα της μαζί με την αξεπέραστη δωρική φωνή της έχουν γεμίσει πολλές σελίδες. Είναι η «τραγικά» περήφανη γυναίκα που ξεκίνησε από μια πλούσια οικογένεια, έφθασε στο τελευταίο σκαλοπάτι της ανθρώπινης υπόστασης, (έφτασε να ζητιανεύει και να κοιμάται σε παλιά βαγόνια τρένων), ξανανέβηκε όμως τη σκάλα της ζωής πολύ ψηλά! παλεύοντας καλύτερα από άντρα και πέθανε, σχεδόν μόνη, στο Νοσοκομείο της Σωτηρίας από καρκίνο του φάρυγγα. Άφησε πίσω της ένα πλούσιο ερμηνευτικό έργο τραγουδώντας επί σαράντα χρόνια όλους τους Έλληνες συνθέτες.

 

Αρθρογραφία δημοσιευμένη.

 

Annyra P. Ezmperg

 

 

Κκάσιαλος Μιχάλης

 
 
                                                                    
 
 

Ένας άλλος μεγάλος λαϊκός ζωγράφος.

Ετούτος έζησε και δημιούργησε στη καταταλαιπωρημένη Κύπρο.  

Ο Μ. Κκάσιαλος γεννήθηκε στην ‘Ασσια της Κύπρου στα 1885. Παιδί φτωχής οικογένειας, κατάφερε να φοιτήσει στο δημοτικό σχολείο. Τελειώνοντας το αρχίζει την πάλη για επιβίωση. Μαθαίνει το επάγγελμα του παπουτσή και στην συνέχεια το εξασκεί. Ωστόσο η καλλιτεχνική του φλέβα δεν τον αφήνει ήσυχο. Φτιάχνει διάφορα γλυπτά εντυπωσιασμένος από τα αρχαία του μουσείου και τόσο πολύ τα καταφέρνει που μοιάσουν πολύ με αρχαία. Έτσι ορισμένες φορές καταφέρνει να τα πουλήσει σε τουρίστες που γύρευαν αρχαία. Κάποια μέρα όμως το μαθαίνει αυτό ο διευθυντής του αρχαιολογικού μουσείου και τον καλεί, για να του κάνει παρατήρηση. Τότε όμως ο Μ. Κκάσιαλος τον ρώτησε. "Τι θα γινόταν αν οι τουρίστες αντί αυτών των ψεύτικων, έβρισκαν αληθινά " .Ακούγοντας την ερώτηση αυτή ο Διευθυντής του μουσείου μετάτρεψε την παρατήρηση του σε συγχαρητήρια.

Τα χρόνια περνούν και σε σχετικά μεγάλη ηλικία αρχίζει να ζωγραφίζει. Πρώτοι εκτιμητές και σύμβουλοι στα έργα του οι Ζωγράφοι Χριστόφορος Σάββα και Αδαμάντιος Διαμαντής. Τον βοηθούν να ανοίξει την πρώτη του έκθεση, στις 6 Μαΐου 1960 στην Γκαλερί «Απόφαση». Εγκαινιάστηκε από τον Α. Διαμαντή. Το 1961 κάνει ατομική έκθεση στην Δημοτική Πινακοθήκη Λεμεσού. Το 1962 συμμετέχει σε ομαδική έκθεση Κυπρίων καλλιτεχνών στην Αθήνα και κάνει μια ατομική έκθεση στο Λήδρα Πάλας στις 13 Οκτωβρίου η οποία εγκαινιάζεται από τον τότε Υπουργό Εργασίας κ Τ. Παπαδόπουλο. Το 1963 συμμετέχει σε Πανελλήνια Έκθεση. Το έργο του Κκάσιαλου προβάλλεται από το γνωστό περιοδικό τέχνης της Ελλάδας «Ζυγός. Η παρουσίαση γίνεται από την Τατιάνα Γκρίτση – Μιλλιέξ και τον Κκάσιαλο παρουσιάζει ο ζωγράφος Διαμαντής. Στις 30 Δεκεμβρίου 1963 ανοίγει πάλι ατομική έκθεση στο Λήδρα Πάλας η οποία εγκαινιάζεται από το ζωγράφο Τ. Κάνθο…..

 

                                                            
 
 

Τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο σκορπώντας το θάνατο και τον όλεθρο. Το αγγελούδι του Κάσιαλου μαζί με τη μητέρα της έπεσε στα χέρια των Τούρκων και είναι θαύμα πως τελικά διέφυγαν και σώθηκαν. Η δεύτερη φάση της Τουρκικής εισβολής, ο δεύτερος Αττίλας, άρχισε στις 14 Αυγούστου 1974. Τα Τουρκικά στρατεύματα μπήκαν αμέσως στην Άσσια, το χωριό του Κκάσιαλου. Μετά δυο μέρες ένοπλοι Τούρκοι εμφανίστηκαν στο σπίτι του. Ο γέρο – Κκάσιαλος ήξερε τη γλώσσα τους, τους μίλησε και τουρκικά. Τον απείλησαν απλώς και έφυγαν. Το απόγευμα της ίδιας μέρας έφτασε άλλη περίπολος ένοπλων Τούρκων. Του ζήτησαν τα χρήματα του «ριάλια, ριάλια», του είπαν.  Έδωσε όσα είχε, αυτά που φύλαγε για την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος. Του πήραν τα χρήματα, τον κτύπησαν με τους υποκόπανους των όπλων τους και έφυγαν. Την επόμενη και μεθεπόμενη μέρα ακολούθησαν άλλες ομαδικές ληστρικές επισκέψεις. Τους έλεγε ότι δεν είχε άλλα χρήματα, του τα είχαν πάρει όλα οι άλλοι που ήλθαν πριν. «Μπορείτε, όμως αν θέλετε, να πάρετε τη ψυχή μου και να φύγετε» είπε τέλος. Τον κτύπησαν ξανά με τους υποκόπανους των όπλων τους στους ώμους και στα πόδια και έφυγαν. Τραυματισμένος σωματικά και εξουθενωμένος ψυχικά, ο γέρο -Κκάσιαλος έπεσε τσακισμένος στη γη. Τον μετέφεραν, ο γιος του και γείτονες, στο σπίτι του.  Ήταν πια όμηρος, σακατεμένος και εγκλωβισμένος στο τουρκοκρατούμενο χωριό του. «Έμεινα αβοήθητος μέσα στο χωριό μέχρι τις 24 Αυγούστου που με έφεραν μέχρι την Πύλα και μας απελευθέρωσαν». Πρόσφυγας μέσα στη δική του πατρίδα ο γέρο – Κκάσιαλος με την κυρά Ειρήνη, τη σύντροφο της ζωής του για 61 χρόνια. Μεταφέρθηκε σε απελπιστική κατάσταση, με κατάγματα, στο Νοσοκομείο της Λάρνακας Γεμάτο το Νοσοκομείο τραυματίες πολέμου, και ο Κκάσιαλος μεταφέρθηκε ύστερα στο γηροκομείο «Άγιος Παύλος». Στις 30 Αυγούστου 1974 ο Μιχαήλ Χρίστου Κκάσιαλος ξεψύχησε. Τα έργα του εξακολουθούν να παρουσιάζονται σε Εκθέσεις και μετά το θάνατο του σε διάφορες χώρες και η τέχνη του συνεχίζει να κατακτά τη διεθνή αναγνώριση. Η σύντροφος της ζωής του, η κυρά Ειρήνη, έζησε ακόμη λίγο καιρό, είπε τις ιστορίες τους και πήγε να τον βρει. Οι δυο τους επιβιώνουν στην τέχνη και στα έξι παιδιά και στα πολλά εγγόνια τους.

 

                                                   

 

   

Ο Συγγραφέας Γιάννης Νίκας θυμάται:

«Την ανέγερση της εκκλησίας ο Κκάσιαλος την άρχισε το 1969 και την τελείωσε σε δυο περίπου χρόνια με δικά του έξοδα.  Τα εγκαίνια της έγιναν στις 11/8/1971 από τον Πανοσιολογιότατο Αρχιμανδρίτη κ. Φώτιο Κωνσταντινίδη, ο οποίος τέλεσε και την πρώτη θεία λειτουργία.

 Οι εικόνες της ήταν όλες δικό του ζωγραφικό έργο.  Και όταν μερικοί προσφέρθηκαν να αγοράσουν από αλλού εικόνες για την εκκλησία, ο Κκάσιαλος δε δέχτηκε.  Μπορούσαν να αγοράσουν κάτι άλλο αν επιθυμούσαν.  Ήθελε όλες οι εικόνες της όπως και ο εσωτερικός της διάκοσμος, που άρχισε να ζωγραφίζει, με διάφορες θρησκευτικές παραστάσεις να είναι δικό του έργο.  Η εκκλησία λειτουργήθηκε μόνο τρεις φορές.  Η επιθυμία του, όπως μου ανέφερε μια μέρα που κουβεντιάζαμε στην Άσσια, ήταν να ζητήσει να καθιερωθεί ως εορτάζουσα μέρα στην εκκλησία του, η μέρα που ο Άγιος πήρε μέρος στην Α΄. Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ., όπου έκανε και τα γνωστά θαύματά του.  Μας πρόλαβε όμως ο Αττίλας κι έτσι η επιθυμία του δεν πραγματοποιήθηκε.

Ο Κκάσιαλος δεν ήταν πλούσιος.  Τα χρήματα που ξόδεψε για το χτίσιμο της εκκλησίας ήταν όλες οι οικονομίες του από τη ζωγραφική του δουλειά.  Και απ’ ότι γνωρίζω οι δυσκολίες που συνάντησε στην εξεύρεση χρημάτων ήταν μεγάλες….»

«Ο Κυριάκος Μ. Κκάσιαλος, ο πιο μικρός από τα παιδιά του καλλιτέχνη ο οποίος ακολουθεί τα αχνάρια του, ζωγραφίζοντας κατά το πρότυπο του πατέρα του, μου ανάφερε τα πιο κάτω:- Ο μακαρίτης ο πατέρας μου είχε πάντοτε αισιοδοξία και πίστη.  Όσες δυσκολίες κι αν συναντούσε τις αντιμετώπιζε με μεγάλη ψυχραιμία.  Ήταν γαλήνιος, υπομονετικός και το χαμόγελο δεν έλειπε από το πρόσωπό του.

Τον θυμάμαι όταν έκτιζε την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα και του τέλειωναν τα λεφτά να μου λέει χαμογελαστός.  «Ο Άγιος θα με βοηθήσει να την τελειώσω.  Κάποιους θα στείλει να αγοράσουν πίνακες για να μπορέσω να συνεχίσω».  Και πράγματι ως εκ θαύματος, κάθε φορά που δεν είχε χρήματα, για να προχωρήσει την ανέγερση της εκκλησίας, κάποιοι έρχονταν και αγόραζαν πίνακες.

 Έργα τα οποία έφτιαχνε για την εκκλησία δεν τα πουλούσε σε κανένα. Λίγους μήνες πριν από την εισβολή κάποιοι ξένοι ζητούσαν να αγοράσουν μια ζωγραφιά του, που παρουσίαζε την παραβολική σκηνή του γιου που προσπαθεί να σπάσει τις δυο βέργες μετά από εντολή του πατέρα του, που εμπνεύστηκε από το σχετικό μύθο του Αισώπου και που μ? αυτή τη ζωγραφιά ήθελε να μεταδώσει το μήνυμα της ενότητας.  Για το έργο του αυτό του πρόσφεραν το σεβαστό για την εποχή εκείνη ποσό των £180.  Αυτός όμως αρνήθηκε λέγοντας τους ότι η ζωγραφιά προοριζόταν για την εκκλησία.

Όταν αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό τραυματισμένος από τους Τούρκους, έφερε μαζί του δυο εικόνες.  Η μια είναι παλιά και την είχε από χρόνια στην Άσσια.  Παρουσιάζει την Παναγία να κρατεί το Χριστό.  Η άλλη εικόνα παρουσιάζει τον Ιησού και είναι το τελευταίο του έργο.  Σ? αυτή δεν υπάρχει η υπογραφή του επειδή δεν πρόλαβε να την τελειώσει.

Μετά τον θάνατό του πολλοί εκτιμητές του έργου του τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν πίνακές του, προσφέροντας ποσό μέχρι δυο χιλιάδες λίρες για τον καθένα.

Η πιο μεγάλη επιθυμία του ήταν, αν δεν προλάβει να γυρίσει στην Άσσια και πεθάνει στη Λάρνακα, σαν γυρίσουμε στο χωριό, να ξεθάψουμε τα κόκκαλά του και να τα θάψουμε εκεί στην εκκλησία του Αϊ Σπυρίδωνα που έχτισε».

 

 

Βιβλιογραφία, πηγές, εικόνες:

Γιάννη Νίκα. «Κκάσιαλος». Λευκωσία 1983

http://agrino.org/christoudias/kasialosgr.html

 

Άννα

 
                                                        ΗΘΟΠΟΙΟΣ
 
 

Ηθοποιός;

Ένα ερώτημα που δεν δίνει σαφείς απαντήσεις ή μάλλον στο περιορισμένο χώρο της Ελλάδας: <<Ηθοποιός, σημαίνει φως>>, φως γιατί αρκετές φορές λούζεται εκτυφλωτικά από τούτο, την ώρα της παράστασης. Όταν όμως το φως της σκηνής σβήσει κι ο ηθοποιός μένει να αναμοχλεύει την ανάμνηση ( τι πρόσφερε την στιγμή του άπλετου φωτός ) μόνος, καταλαβαίνει πως το φως ήτανε η ολοκλήρωση ενός οικοδομήματος που έχει συμβάλει τα μέγιστα ο ηθοποιός πριν, κι όμως τις ώρες του απολογισμού ανακαλύπτει πως ότι κι αν τον έλαμψε ήταν λίγο, ήταν προσωρινό σε αντιστοιχία με τον μεγάλο αγώνα που είχε πράξει καθώς προετοίμαζε τον εαυτό του για κείνην την παράσταση, για κείνη την ελάχιστη λάμψη!

Αγαπά όμως και πάλη να βρεθεί μέσα στο κέντρο της σκηνής, να λάμψει, και να φωτίσει το κοινό, να δει τα επηρεασμένα πρόσωπα του κοινού καθώς εκείνος πλάθει τον εκάστοτε χαρακτήρα. –Διότι είναι εκείνος ο διεθνής όρος “acting” ηθοποιία, καθώς ηθοποιός λέγεται  actor” και η ηθοποιός “actress”, όπου αυτές οι τρεις λέξεις παράγονται απ’ την Ελληνική λέξη ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ που έχει υιοθετήσει το Αγγλικό λεξιλόγιο σαν το  ΉΘΟΣ “character”-.   Έτσι σήμερα ο ηθοποιός γνωρίζει αλλά και έχει δουλέψει αρκετά για να συμβάλει στη μόρφωση του “ηθικού”, του χαρακτήρα που υποδύεται  την ώρα που τον τυλίγει το άπλετο φως, έχει δουλέψει μήνες, εβδομάδες, μέρες πριν για να φθάσει στη ελάχιστη στιγμή της κατάθεσης. Καταθέτει τώρα, μέσα στο μικρό χρονικό όριο της παράστασης, προσφέρει τα καλύτερα κομμάτια της ψυχής του στον χαρακτήρα που υποκρίνετε κι έχει αγωνιστεί με μελέτη, με πνευματικές και σωματικές ασκήσεις αφάνταστα έως να φθάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Υπάρχει πρώτα η αγάπη της προσφοράς μετά το τάλαντο στο πλάσιμο του υποκρινόμενου χαρακτήρα που αν δεν εκπαιδεύετε καθημερινά ατονεί, χάνει την σπιρτάδα της ταύτισης με την εκάστοτε υποδυομένη προσωπικότητα. Θα πρέπει να “αδειάσει” την δική του προσωπικότητα σιγά-σιγά, να χάσει την καθημερινή του ταυτότητα και να “γεμίσει” με τον ήρωα που του έδωσε ο σκηνοθέτης για να υποκριθεί…    

Στην αρχαία Ελλάδα, στην κοιτίδα του θεάτρου, όπου οι ηθοποιοί ήταν μόνο άνδρες, έχαιραν μεγάλων τιμών από το Δήμο, την πολιτεία .

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι…

Μετά την κατάκτηση των Ρωμαίων και την εμφάνιση του Χριστιανισμού, σιγά-σιγά περιήλθε η υποκριτική κυριολεκτικά στον κοινωνικό βόρβορο και οι ηθοποιοί γίνανε ταυτόσημοι της ατιμίας. Εκκλησία με πολιτεία τους καταδίωκαν αλλά και τους αφόριζαν, τους τιμωρούσαν, τους φυλάκιζαν, έλεγαν πως ήταν συνώνυμοι του διαβόλου,

( ΝΑ΄ κανών της εν Τρούλλω Οικουμενικής Συνόδου,) διότι η υποκριτική γεννήθηκε σαν έκφραση λατρείας στον αρχαίο Έλληνα θεό Διόνυσο. Μόλις τον 16ον αιώνα μ.Χ. στην Ευρώπη, άρχισε ο ηθοποιός να λογίζεται σαν ηθικοπλάστης ανθρωπίνων χαρακτήρων και να πετά από επάνω του την ταμπέλα του άτιμου γελωτοποιού. Σε τούτο συνέβαλε η ανακάλυψη των αρχαίων θεατρικών έργων του Αριστοφάνη, του Αισχύλου και των άλλων, ακόμα σημαντικό ρόλο έπαιξε η τιμή που έτρεφαν οι υποκριτές και όσοι τους υποστήριζαν τον 16ον αιώνα, για τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας.  

Η πρώτη γυναίκα στην Ευρώπη ( Ιταλία ) ανέβηκε στη σκηνή σαν υποκριτής το 1560 μ.Χ. και μέσα σε δύο αιώνες περίπου, όχι μόνο είχαν γίνει δεκτές αλλά και εξαιρετικά τιμήθηκαν για την προσφορά τους στην θεατρική τέχνη. Τον Μάιο του 1731 ο νεκρός σωρός της Αγγλίδας ηθοποιού Άννης  Όλφηλδς, αφού εξετέθη για πολλές ημέρες στη Ουεστμίνστερ, μετεφέρθηκε με μεγάλη πομπή και ετάφη παραπλεύρως των βασιλέων και μεγάλων ανδρών. Τις ίδιες τιμές έτυχε το 1779 και ο υποκριτής Γκάρικ που ενταφιάστηκε κοντά στο μνημείο του Σαίξπηρ.

Στην Ιαπωνία οι ηθοποιοί του λαϊκού δράματος που λεγόντουσαν Καβαρομόνο, δεν θεωρούντο μόνο άτιμοι και κολασμένοι, αλλά ούτε καν άνθρωποι “μη άνθρωποι”  (Χι-νιν), τόσο πολύ δε περιφρονούνταν ώστε ήταν υποχρεωμένοι να κυκλοφορούν με καλυμμένο το πρόσωπο, το ίδιο και στην Κίνα που μόνο η επί σκηνής εμφάνιση οιουδήποτε, τον καθιστούσε αυτομάτως άτιμο.

Ποιος όμως μπορεί να ισχυριστεί πως η αρνητική διάθεση για το καλλιτεχνικό και πολιτιστικό έργο –λειτούργημα– που παράγει ο ηθοποιός έχει εκλείψει; Στις ημέρες μας, πολλές οικογένειες με ανυπόστατα προσχήματα αποτρέπουν τα παιδιά τους στο να μην ακολουθήσουν την καλλιτεχνική τέχνη ετούτη, με την ανόητη πρόφαση της ατιμίας!!!

Γνωρίζουμε ότι στην Ελλάδα (καθαρά αυτούσια θεατρική) η προγονική κληρονομιά κάνει την επανεμφάνιση της στη Ζάκυνθο το 1581 που είχαμε την παράσταση << Οι Πέρσαι >> στα Ιταλικά, κατόπιν γίνεται μια ακόμα αναφορά γύρω στο 1658 για την παράσταση <<Πιστός Βοσκός>> και έκτοτε, μέχρι την επανάσταση του 1821 που το νέο Ελληνικό θέατρο θα ανατείλει, μόνο στις κοινότητές μας της Ευρώπης θα του επιτρέψουν να φαίνεται.

Έτσι γύρω στο 1789  που ο Σακελλάριος, κατά τον Ζαβίρα, είχε μεταφράσει το Σαιξπηρικό έργο «Ρωμαίος και Ιουλία…Τραγωδία πενταδράματος», παίζεται ταχτικά  σε Ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης από Έλληνες ερασιτέχνες ηθοποιούς…  

Πάντως δεν υπήρξε ποτέ η τέλεια αποκοπή με το θέατρο, πάντα, όταν δεν πολεμούσαν οι Έλληνες, σκάρωναν θεατρικά δρώμενα στους δρόμους και στις πλατείες όπου η θέση των θεατών δεν ήταν παθητική, αλλά ενεργητική και συνδημιουργική. Στις προδρομικές μορφές θεάτρου όπως είναι τα δρώμενα, οι ηθοποιοί και θεατές συγχεόντουσαν καθώς όλοι μετείχαν στη συμβολική μίμηση-παράσταση του δρώμενου. Έτσι παλιές αναφορές μας λέγουν για τα αποκριάτικα δρώμενα της Κρητικής Ερωφίλης (γραμμένη περί το 1600 απ’ τον Γιώργο Χορτατζή,) με τις συνηθισμένες σκηνές της αναγέννησης στη φύση και που γρήγορα αυτό το δρώμενο απλώθηκε στην Ήπειρο, Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα. Στη βιβλιοθήκη του Κρητικού λόγιου Fr. Zeno υπήρξαν δύο χειρόγραφα με τίτλο “Panaretos Opera Greca” και “Erofili Opera Grecaπου πραγματευόταν το ίδιο θέμα . Στα Επτάνησα και στην ηπειρωτική Ελλάδα το συναντούμε  σαν δρώμενο Πανάρετος, ενώ στην Κρήτη, στις Κυκλάδες και αλλού στο Αιγαίο, σαν Ερωφίλη.

Τι ήταν όμως τούτο το –έργο- δρώμενο; Ένα εθιμικό μιμόδραμα της Αποκριάς με τους απόλυτα απαραίτητους και ταιριαστούς για την τελετουργία στοίχους.

 «Την Κυριακή τσ’ Κριατ’νής κι τ’ Κυριακή τσ’ Τυρινής βγαιν’ ου Πανάρατους», φώναζε ο ντελάλης. Ένας όμιλος “ηθοποιών” γύριζε τις πόλεις, τα χωριά και έδινε παραστάσεις της «Ερωφίλης», αλλού του «Πανάρετου». Τα πρόσωπα του δράματος συχνά συγχεόντουσαν με τα πρόσωπα της αρχαίας τραγωδίας, όπως νύφη- γαμπρός, μάνα-πατέρας, παραμάνα, χορός- συνοδεία της νύφης, χάρος, γιατρός κ.τ.λ.

Οι ηθοποιοί τοποθετιόντουσαν ανάλογα με τις δυνατότητες που τους παρείχε  “ο σκηνικός χώρος”, όπου υπήρχε ευρύχωρη πλατεία αναπτυσσόντουσαν ημικυκλικά με τον βασιλιά στο πιο κεντρικό σημείο. Οι διάφορες διασκευές παιζόντουσαν από μία πράξη ( Γιάννενα ), έως και επτά πράξεις ή σκηνές ( Καρπενήσι ) που διαρκούσαν περί-που μιάμιση ώρα. Ο χρόνος προσδιοριζόταν απ’ τις κινήσεις των ηθοποιών και την μουσική που συμπλήρωνε τα κενά κι όχι τόσο από το κείμενο, φυσικά οι στολές ήταν ανάλογες, φουστανέλες, τσαρούχια, πόρπες, περικεφαλαίες, καπέλα με σιρίτια,

προσωπεία και μόνο ο χάρος φορούσε δέρμα ζώου –μαύρο- εφαρμοσμένο στο σώμα του με φτερά χήνας και σπαθί.

Η παράσταση άρχιζε με τον χάρο:

 

                          «Άγρια κι αναλύπητη η σκοτεινή θωριά μου,

                          με την ρομφαία που κρατώ σε τούτα τα δεξιά μου.

                          Αύριο πρωί-πρωί, πριν ξημερώσ’ η μέρα,

                          έχω να θανατώσω τον Πανάρατο, τον βασιλέα

                          κι αυτή τη μόνη θυγατέρα.

 

Κατόπιν μίλαγε ο βασιλιάς:

 

                       «Πανάρατε, Πανάρατε, Πανάρατε παιδί μου,

                        έβγα δυο λόγια να σου πω, δυο λόγια να σου κρίνω…»

 

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα ηθοποιός. Η λέξη προέρχεται από τη λέξη (έθος = συνήθεια) όπου είναι ο τρόπος με τον οποίο ζει και συμπεριφέρεται ο κάθε άνθρωπος η μετατροπή του (έθος σε ήθος), παρουσιάζει τον χαρακτήρα των ανθρώπων και την κάθε φυσική ή επίκτητη συνήθεια  ή η διάθεση για το καλό –θετικό- ή για το κακό -αρνητικό-. Στον πληθυντικό για μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων σημαίνει τα έθιμα.

 Τη λέξη ηθοποιός εισήγαγε στο Ελληνικό λεξιλόγιο ο ηθοποιός Κυριάκος ή Αριστίας το 1840, θέλοντας να τονίσει πως στην ουσία ο υποκριτής μεταβάλετε σε ( έθος = συνήθεια ) και ( ποιώ = δημιουργώ ), δηλαδή δημιουργεί έναν άλλον, “συνήθως” ανθρώπινο χαρακτήρα και “αναιρεί” ουσιαστικά τον δικό του ήδη πλασμένο χαρακτήρα. Έτσι δημιουργεί το ήθος, τη συνήθεια, το χαρακτήρα κάποιου άλλου γιατί θα πρέπει να τον υποδυθεί σωστά κι όσο γίνετε πιο πιστά.

Πριν, όπως είναι γνωστό, οι ηθοποιοί λεγόντουσαν υποκριταί ( από το ρήμα υποκρίνομαι, που κυριολεκτικά σημαίνει αποκρίνομαι , απαντώ, γιατί απαντούσαν κατά τον επί σκηνής διάλογο). Σύμφωνα με τα αρχαία στοιχεία, πρώτος που απάντησε κατά την λατρευτική σκηνή ήταν ο Θέσπις στα Μεγάλα ή κατ’ άστυ Διονύσια. Ο Θέσπις, ήταν αρχαίος δραματικός ποιητής της εποχής του Σόλωνα (6ος – 5ος π.χ.), πατέρας του αρχαίου θεάτρου και της παγκόσμιας δραματουργικής τέχνης. Υπήρξε ο πρώτος στον κόσμο, που καθιέρωσε στις εορτές του Διονύσου τον θεσμό του υποκριτή -ηθοποιού-. Με έναν λατρευτικό “θίασο” που διέθετε φορητή σκηνή («άρμα Θέσπιδος» ), περιόδευε στους δήμους της Αττικής και δίδασκε –έπαιζε- τις τραγωδίες του, απ’ τις οποίες δυστυχώς δεν διασώθηκε καμία.

Με τα σημερινά δεδομένα τώρα, ο ηθοποιός, επαγγελματίας ή ερασιτέχνης είναι ένας ακούραστος “εργάτης” όπου θα πρέπει να συλλέγει το υλικό του απ’ την καθημερινότητα ρουφώντας κυριολεκτικά τα πάντα που συμβαίνουν γύρω του. Είναι ξεκάθαρα επιβαλλόμενη η ανάγκη της εξονυχιστικής μελέτης και παρατήρησης των ανθρώπων πως μιλούν, πως κινούνται, πως εκφράζουν τα συναισθήματα, και την ψυχογραφική μελέτη των όποιων καταστάσεων διαδραματίζονται. Πέρα από τις διάφορες καθημερινές φωνητικές, αναπνευστικές και σωματικές ασκήσεις που θα τον κρατούν πάντα σε εγρήγορση. Έτσι μαζί με την μελέτη βιβλίων, αποκτά την απαιτούμενη παιδία και έχει υλικό για να μορφώσει τον εαυτό του στον εκάστοτε ρόλο που θα καλεστεί από τον σκηνοθέτη να υποδυθεί, είτε μεγάλος ή και όσο πιο μικρός θα είναι αυτός ο ρόλος. Ξέρουμε ότι η υποκριτική γεννήθηκε για την ανάγκη της ανθρώπινης λατρευτικής έκφρασης, κουβαλά λοιπόν επάνω της μία “Ιερότητα”, το μυστηριακό γίγνεσθαι

της πολυμορφικής ανθρώπινης ψυχής και που θα πρέπει ο ηθοποιός να το παρουσιάσει αυτούσιο στην παράσταση. Σαν παράδειγμα, ας δούμε έναν απ’ τους ακόλουθους του πρίγκιπα του Μαρόκου απ’ το έργο «Έμπορος της Βενετίας». Στην σκηνή εμφανίζεται ο πρίγκιπας “κεντρικό πρόσωπο” με διάφορους υπηρέτες κι ακόλουθους που φυσικά δεν μιλούν, όμως ο Σαίξπηρ θέλοντας να δείξει ρεαλιστικά την εικόνα ενός Άραβα πρίγκιπα έθεσε ένα σμάρι ανθρώπων να τον περιτριγυρίζουν. Θα ήταν λοιπόν ανόητο αν λέγαμε, ότι αυτό το “μπούγιο” των μη ομιλούντων ανθρώπων μπορεί να το γεμίσει ο κάθε “άσχετος”! Όχι, είναι φυσικά αδύνατον, πρέπει να είναι εκπαιδευμένοι ηθοποιοί, και που πρέπει να γνωρίζουν πως ο ρόλος τους συμβάλει καθοριστικά στην απεικονίσει της έντονα αυτής ρεαλιστικής σκηνής. Κινείται δεξιά ο πρίγκιπας, δεξιά θα πάνε κι αυτοί, βγάζει την σπάθα ο πρίγκιπας, θα βγάλουν με την ίδια ένταση τη σπάθα και τούτοι, στεναχωριέται ο πρίγκιπας, θα πρέπει να είναι άκρα στεναχωρημένοι κι αυτοί! Κι όχι απλώς να μιμούνται, αλλά να έχουν ήδη δημιουργήσει τον ανθρώπινο χαρακτήρα ενός αληθινού ακόλουθου -που έχει ανάγκη ύπαρξης- τον πρίγκιπα.

Η ψυχογραφία ενός ακόλουθου θα πρέπει να είναι για καιρό ο στόχος μελέτης του συγκεκριμένου ηθοποιού, που θα υποκριθεί τον ακόλουθο για να είναι και να περάσει η ρεαλιστική τούτη σκηνή στο κοινό, να δέσει με όλο το έργο και να εισχωρήσει θετικά στη μνήμη του αδέκαστου παρατηρητικού κοινού.  Η απ’ όποιου ρόλου θέση συμμετοχής του ηθοποιού στο θεατρικό έργο είναι βασική και συμβάλει στην συλλογική παρουσίαση της εργασίας. Ουσιαστικά δεν υπάρχουν στην υποκριτική τέχνη μεγάλοι ή μικρή ρόλοι (γέμισμα στο χώρο του έργου), υπάρχουν μόνο ηθοποιοί που έχουν αγάπη και τάλαντο για να επανδρώσουν με ιερή αφοσίωση την όποια παράσταση. Υπάρχουν μόνο ηθοποιοί που με συνειδητή λατρεία εργάζονται τον εκάστοτε ρόλο τους. Υπάρχουν μόνο οι ηθοποιοί που με αγάπη καλλιεργούν καθημερινά το ταλέντο τους είτε συμμετέχουν σε μια παράσταση είτε όχι. Γιατί δεν νοείτε ηθοποιός χωρίς καλλιέργεια πνεύματος, δεν μπορεί να υπάρξει ηθοποιός που να μην γνωρίζει εσωτερικά και εξωτερικά τον οποιοδήποτε ρόλο που υποκρίνεται. Δεν είναι, σαν παράδειγμα πάλι,  απλό το να μπορέσει να υποδυθεί έναν μικρό ιδιόμορφο ρόλο, “τον τρελό του χωριού” σε κάποιο θεατρικό έργο και να παρουσιάσει μια καρικατούρα…

Ο ανθρώπινος αυτός χαρακτήρας είναι τόσο πολυσύνθετος που αγγίζει τα όρια της ιερότητας.

Ο τρελός όποτε θέλει τραγουδά, όποτε θέλει χωρίς συνείδηση κλαίει, κατουρά όπου βρίσκεται, βρίζει ή γελά ανάλογα με το τι θα του προστάξουν οι “εσωτερικές” φωνές του και ο ηθοποιός θα πρέπει να ενδυθεί πνευματικά τον τρελό και θα πρέπει να έχει μελετήσει τραγούδι, θα πρέπει να γνωρίζει την ιδιόμορφη κίνηση του συγκεκριμένου χαρακτήρα, θα πρέπει με την ίδια αφελή επιμέλεια να φορά το κουστούμι του όταν θα παρουσιαστεί στη σκηνή. Θα πρέπει να έχει ήδη μελετήσει και καταγράψει στη μνήμη του  (έχουμε πει, πως ο ηθοποιός πάντα μελετά την καθημερινότητα),  έναν τέτοιο πολυδιάστατο χαρακτήρα έστω κι αν είναι μια εμφάνιση δευτερολέπτων που απαιτεί-τε στη σκηνή…Και είναι τόσοι οι χαρακτήρες και τέσσερις οι ανθρώπινες στάσεις…

Κατά τον D. Katz (Πανεπιστημιακός Ψυχίατρος-Ψυχολόγος ), στις ανθρώπινες στάσεις, προκαταλήψεις και στερεότυπα, που εξυπηρετούν τέσσερις λειτουργίες, βοηθώντας  συγκεκριμένα:  1)  στον προσανατολισμό, στη δόμηση και τη σταθερότητα πραγμάτων και καταστάσεων που δεν μπορούν αλλιώς να εξετασθούν συνολικά

( λειτουργία της Γνώσης ). 2) στην επιτυχία σκοπών και προσαρμογής μέσα σε ομάδες έτσι που το άτομο κερδίζει κοινωνική αναγνώριση, ικανοποιεί ανάγκες του και αποφεύγει προσωπικές απογοητεύσεις και κοινωνικές ανταποδόσεις ή τιμωρίες

 ( λειτουργία Προσαρμογής ). 3) στην αυτοπραγμάτωση, με την έκφραση και αντιπροσώπευση αξιών μιας ομάδας, πολιτικής, κοινωνικής, θεατρικής, θρησκευτικής ( λειτουργία Αξιολόγησης ). 4) στην αυτοάμυνα, γιατί προφυλάσσει το άτομο από το να δεχτεί ανεπιθύμητες ή επικίνδυνες εμπειρίες και γνώσεις ( λειτουργία Αυτοάμυνας ). 

Ο ηθοποιός κινείτε μέσα από τον ρόλο του σε κάθε θεατρικό έργο με την ίδια ακριβώς σειρά που έθεσε ο Katz για τις ανθρώπινες στάσεις ΓΝΩΣΗ, ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ και  ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ. 

Γνώση για τον ανθρώπινο χαρακτήρα στη σωστή θέση του έργου. Προσαρμογή άριστη με την θεατρική ομάδα. Αξιολόγηση ψυχική, νοητική του ρόλου του και Αυτοάμυνα στα εξωτερικά θετικά ή αρνητικά ερεθίσματα από άσχετες ως προς το θεατρικό έργο κατευθύνσεις.

Ο ηθοποιός είναι λοιπόν φορέας πολλών υποκριτικών ικανοτήτων όπως της κωμικής, της δραματικής, της τραγουδιστικής, της χορευτικής, της τραγικής, της εκκεντρικής και τόσων άλλων που θα πρέπει συνεχώς να καλλιεργεί μα κι όλες τούτες τις ικανότητες να τις εντάξει μέσα στις τέσσερις ανθρώπινες στάσεις για να φέρει επάξια την “ταμπέλα” « ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΩΣ ». 

 

 

Βιβλιογραφία:

 

1) << Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ >>

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ Εκδόσεις: ΙΚΑΡΟΣ, 1955

2) << ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΚΑ >>Μελετήματα για το λαϊκό θέατρο,

«Από την  Ερωφίλη στη Γκόλφω». Της ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ-ΚΑΜΗΛΑΚΗ Εκδόσεις: ΤΡΟΧΑΛΙΑ, 1998

3) <<ΣΑΙΞΠΗΡ>> η ζωή και το έργο του. Το βιβλίο που εκδόθηκε με την βοήθεια της Διεύθυνσης Πολιτιστικής Κίνησης του Υπουργείου Πολιτισμού με το ανοιχτό θέατρο. Εκτύπωση: Φωτόλιο, 1991-1992

4) <<ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ>>, εφημερίδα  1/1/1840, «Κωνσταντίνος Κυριακός ή Αριστίας» 

5) <<ΑΠΑΝΤΑ>> του αρχαιολόγου Hirschfield. Αθήνα 1879

6) <<Ο ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ>> Συγγραφέας θεάτρου1800-1842 Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ.

Εκδόσεις: ΙΚΑΡΟΣ

7) <<ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ>> Των Ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ και Δ. ΖΑΧΟΣ  Εκδόσεις: ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ. Αθήνα 1985

8) <<ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ>> Άπαντα τα θεατρικά. Των ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ μετάφραση και ΝΑΣΟΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ εισαγωγή-πρόλογοι. Εκδόσεις: ΧΡΥΣΗ ΤΟΜΗ. Αθήνα Αύγουστος 1973        

 

 

Μελέτη άρθρο δημοσιευμένα.

 

Άννα Π. Ε.