Category: Ελληνικές παραδόσεις


 

Η Λάμια στη σύγχρονη ελληνική λαϊκή παράδοση έχει επικρατήσει να εμφανίζεται στους ανθρώπους, σαν μια πανέμορφη κόρη, ενώ στη πραγματικότητα ( η λαϊκή διδαχή τη θέλει ) να είναι τερατώδες φάντασμα.

Στην ελληνική μυθολογία όμως, η Λάμια ήταν βασίλισσα της Λιβύης που έγινε δαίμονας. Παίρνοντας τη μορφή δαιμονικού, άρπαζε παιδιά και τα καταβρόχθιζε.

Η Λάμια ήταν κόρη του θεού Ποσειδώνα και της Λιβύης. Η ίδια ήταν βασίλισσα της Λιβύης και σύζυγος του Βήλου. Την αγάπησε ο Δίας και από την ένωση τους γεννήθηκαν πολλά παιδιά τα οποία σκότωσε η Ήρα από τη ζήλια της. Η Λάμια από τη στενοχώρια της μεταμορφώθηκε σε τέρας που σκότωνε παιδιά. Η Ήρα τότε την καταδίκασε να μην κοιμάται ποτέ, ο Δίας όμως την λυπήθηκε και της έδωσε την δυνατότητα να βγάζει τα μάτια της και να τα ξαναβάζει όποτε θελήσει. Κατά τον Στησιχόρο από τα παιδιά της επέζησαν μόνο η Σκύλλα και ο Τρίτωνας.

Ξακουστά απ’ την αρχαιότητα για τη σημαντική και πολιτιστική τους δραστηριότητα, τα Μέγαρα έχουν μία τεράστια λαογραφική κληρονομιά να επιδείξουν. Σε αντίθεση με το ότι η Αττική έχει κατ’ εξοχήν αρβανιτοχώρια η πόλη των Μεγάρων έχει διατηρήσει ακέραια την προαιώνια ελληνική της καταγωγή (1η ).

Στη περιοχή του Μαζίου, πολίχνη δυτικά των Μεγάρων, – κοντά στη θρυλική πια κατάρα του Δεσπότη- υπάρχει στη λαϊκή παράδοση του Μεγαρικού τόπου και η ιστόρηση της μεγάλης Λάμιας.

Τότε που οι άνθρωποι ήταν πιο αγνοί, έβλεπαν στο Μάζι μια μεγάλη Λάμια, η οποία ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Από το Ντουράκο, το Παλιοχώρι, το Χάνι, τη Μούρτιζα έως και τον Αέρα (περιοχή σε αρκετό υψόμετρο των Γερανείων), ήταν τα λημέρια της. Συνήθως εμφανιζόταν στα δίστρατα και τα τρίστρατα. Σε αυτήν δε απέδιδαν πολλές ζημιές που συνέβαιναν στους ανθρώπους όπως: ότι τους έσβηνε τη φωτιά απ’ το τζάκι, τους έβρεχε τη μπαρούτι, τους έριχνε τα τενεκεδάκια που προσάρμοζαν στα πεύκα για το ρετσίνι, πείραζε τα γκαστρωμένα ζώα και γεννούσαν νεκρά, είτε απέβαλαν το κύημα κτλ.

Κάποτε μια κοπέλα που έβοσκε τα πρόβατά της κι ήταν βαριά χειμωνιάτικη ημέρα, είδε μια πανέμορφη κοπέλα που φορούσε ένα ελαφρύ μεταξωτό φόρεμα. Η βοσκοπούλα τη πλησίασε να τη βοηθήσει και τη κάλεσε στο κονάκι της για να ζεσταθεί. Καθώς πήγαιναν στο κονάκι η Λάμια προκαλούσε συνεχώς τη βοσκοπούλα να βγάλει τη κάπα της, κάτι που φυσικά εκείνη δεν έκανε. Όταν τέλος κοντόφθασαν στο κονάκι, η Λάμια εξαφανίστηκε λέγοντας: ‘’Φεύγω, αφού δεν κατάφερα να κάνεις αυτό που θέλω’’. Η βοσκοπούλα τότε συνειδητοποίησε το ότι η πανέμορφη κοπέλα ήταν η Λάμια, καθώς σκέφτηκε πως κάτω απ’ τη κάπα της ήταν ζωσμένη με φυσίγγια που η Λάμια ήθελε να καταστρέψει τη μπαρούτι. Κάποιο βράδυ ένας θαρραλέος κάτοικος του Μαζίου κατάφερε και την πυροβόλησε με το αριστερό το χέρι. Η Λάμια πέφτοντας κάτω φώναζε: ‘’ Ωχ! με λάβωσε’’. Το επόμενο πρωί που πήγαν στο σημείο του πυροβολισμού, η Λάμια είχε εξαφανιστεί , ενώ σταλαγματιές από αίμα κείτονταν στο χώμα κατά μήκος της κεντρικής στράτας που πιθανών διέφυγε πληγωμένη. Έκτοτε, οι κάτοικοι έλεγαν ότι σε κάποια αλώνια που έφτιαχναν κάρβουνα και που τα ονόμαζαν ‘’καρβουνίστρες’’, άκουγαν συχνά ουρλιαχτά και φωνές. Πίστευαν λοιπόν ότι αυτά τα απόκοσμα ακούσματα ήταν μνήμες του σκοτωμού της μεγάλης Λάμιας.

(Απ’ το βιβλίο του Μενέλαου Γ. Τσικλίδη: ΑΤΤΙΚΗ Η ΜΑΓΙΚΗ ΓΗ – ΘΡΥΛΟΙ- ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ- ΜΥΣΤΗΡΙΑ- τόμος Β’. Αθήνα 1999. Σελ. 83-85).

 

 

 

Σημείωση:

(1η ) Ο Αμερικάνος πρόξενος (με ελληνική καταγωγή) G. A. Perdicaris το 1845 μας αφήνει μια  περιγραφή για την ελληνικότατη καταγωγή των Μεγαρέων. Βιβλίο: The Greece of the Greeks, V2 ,σελ. 15.
‘’Ενδιαφερόμαστε περισσότερο για την τύχη των Μεγαρέων, καθώς οι κάτοικοι των Μεγάρων, αντίθετα με αυτούς που κατοικούν στα χωριά της Αττικής, είναι ελληνικής καταγωγής. Τα σπίτια τους δεν μοιάζουν με αυτά των Αρβανιτών, και διαφέρουν τόσο στους τρόπους και την εμφάνιση όσο και στη γλώσσα τους. Οι άνδρες είναι αξιοσημείωτοι για την ευγενή και γεμάτη χάρη εμφάνιση τους, ενώ οι γυναίκες, αν και θέλουν εκπαίδευση για να γίνουν κυρίες της αυλής του Όθωνα, έχουν τα τέλεια χαρακτηριστικά και το “καθυποταγμένο αέρα” που παρατηρούμε σε κάποια μνημειώδη ανάγλυφα. Οι ευγενείς τους μορφές, οι καλές αναλογίες τους, και τα μεγάλα μαύρα μάτια τους αξίζουν την μελέτη του καλλιτέχνη’’.

Η περιοχή του Βαρυκού που είναι η πηγή.Η πανάρχαια πηγή των Σιθνιδών νυμφών.

 

 

Ο λόφος του Προφήτη Ηλεία με το ερημοκλήσι του απ’ τη πηγή.

 

Στη πανέμορφη περιοχή του Βαρυκού, της Μεγαρικής γης, υπάρχει η πανάρχαια πηγή των Σιθνιδών νυμφών. Η πηγή στη Μεγαρική παράδοση είναι συνυφασμένη με μύθους, θρύλους και έθιμα. Ένα αξιομνημόνευτο έθιμο που γινόταν μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ήταν ο κλήδωνας.
Ο κλήδωνας γινόταν ως εξής: Άρχιζε στις 23 και τελείωνε στις 24 του Ιούνη, με το θερινό ηλιοστάσιο και τη γενέθλιο εορτή του Ιωάννη του Προδρόμου του ‘’Ριγανά’’ είτε ‘’Νηστικού’’. Στα Μέγαρα πολλές φορές όμως, το έθιμο του κλήδωνα μπορούσε να γίνει και την κινητή εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου. Γινόταν δε με μεγάλη ‘’ιεροτελεστία’’. Το μαντικό αυτό έθιμο κρατούσε απ’ τα χρόνια του Όμηρου κι είχε να κάνει με τα ελεύθερα κορίτσια που ήθελαν να γνωρίζουν το ριζικό, το μέλλον τους.
Έτσι, μια ομάδα ελεύθερων κοριτσιών που είχαν νηστέψει, ξεκινούσε νωρίς το πρωί στις 23ης του Ιούνη, απ’ τη πόλη κι έφτανε μέσα από μυστικά μονοπάτια –για να μην τις ενοχλήσουν τα αγόρια που παραφύλαγαν και τις πείραζαν λόγο του εθίμου- στη πηγή των Σιθνιδών νυμφών. Απ’ τη στιγμή πού έφθαναν στη πηγή, σταματούσαν να μιλούν, γέμιζαν τα κανάτια τους αμίλητες με το νερό της πηγής και κινούσαν για την επιστροφή, πάντα αμίλητες κι όπου καθ οδών μάζευαν, η κάθε μια χωριστά, ένα ματσάκι λουλούδια (το ριζικάρι) καθώς κατόπιν θα το έριχναν στο κλήδωνα. Πριν ξεκινήσουν δε απ’ την πόλη για το ‘’άκριτο’’ νερό, ήδη είχαν προσυμφωνήσει σε ποιάς κοπέλας το σπίτι θα έκαναν τον κλήδωνα.
Ο κλήδωνας ήταν ένα ψηλό κιούπι με στενό στόμιο όπου απόθεταν μέσα το άκριτο νερό, σταδιακά κάθε κοπέλα μαζί με το ματσάκι λουλουδιών που είχε μαζέψει απ’ τον κάμπο, κατόπιν σκέπαζαν το κιούπι με ένα λευκό είτε κόκκινο μαντίλι, το έδεναν γερά και το κλείδωναν με ένα λουκέτο. Όλα αυτά τα έκαναν σε σκοτεινό δωμάτιο γιατί δεν έπρεπε να τα δει ο Ήλιος, μόνο το βράδυ έβγαζαν το κιούπι έξω στο φεγγάρι όπου αχάραγα το έβαζαν πάλι μέσα στο σπίτι.
Το νερό που έφερναν απ’ την πηγή το λέγανε ‘’άκριτο’’, δηλαδή, όπως έμεινε άκριτος/άλαλος ο πατέρας του Ιωάννη του Προδρόμου μέχρι τη χαρμόσυνη γέννηση του γιού του, έτσι κι εκείνες πίστευαν(εάν έμαναν άλαλες κατά την διαδρομή της επιστροφής)ότι θα είχαν χαρμόσυνα μελλούμενα.
Το άλλο πρωί στις 24, μετά τη λειτουργία στο ερημοκλήσι του Αη Γιάννη στις Άκρες (περιοχή των Μεγάρων στα ριζά του όρους Πατέρα). Η παρέα των κοριτσιών ξανασχηματιζόταν και πήγαιναν στο σπίτι , όπου ήταν το δοχείο με τα ριζικάρια όλη τη νύχτα στην αστροφεγγιά , κάθονταν γύρω-γύρω , έβαζαν στη μέση ένα κορίτσι και το σκέπαζαν με μια ‘’καλαμάτα’’, μαντίλα. Τότε άνοιγαν το λουκέτο κι άρχιζαν το βγάλσιμο των ριζικών ως εξής: Οι ποιητάρισες που γνώριζαν δίστιχα ή δημιουργούν την ώρα εκείνη αυτοσχέδια , τραγουδούσαν ή απάγγελλαν ένα δίστιχο. Την ώρα της απαγγελίας το σκεπασμένο κορίτσι έπαιρνε μέσα από το κιούπι ένα ματσάκι λουλούδια και το ύψωνε. Όποια το αναγνώριζε ως δικό της, άπλωνε το χέρι της φωνάζοντας » Δικό μου! Δικό μου! » Αν το δίστιχο ήταν απ’ τα ωραία , ξεσηκωνόταν αλαλαγμός και δεχόταν τα συγχαρητήρια όλων των κοριτσιών, για το τυχερό της. Αυτό επαναλαμβανόταν μέχρι να έβγαιναν όλα τα ριζικάρια απ’ το κιούπι. Αν το δίστιχο που όριζε ο κλήδωνας σε μια κοπέλα δεν ήταν καλό , το πιο πιθανό ήταν να μην αναζητούσε το ματσάκι της και να έμενε στα αζήτητα μετά την ύψωσή του απ΄ το κλήδωνα.
Τα δίστιχα που έβγαζαν τα ματσάκια απ΄ το δοχείο με το αμίλητο νερό, τα έλεγαν και ριζικάρια . Τέτοια υπήρχαν χιλιάδες. Είναι δίστιχα παλιά που περνούσαν από γενιά σε γενιά ή ακόμα και δίστιχα από τα τότε σύγχρονα τους τραγούδια. Το πρώτο δίστιχο με το οποίο άνοιγε ο Κλείδωνας έλεγε:
» Ανοίγουμε στσε Κλήδονα στσου Αη Γιαννιού τη χάρη ,
κι όποιας είν’ στσε’ ς τυχερό , θα βγει μ’ αμφορεία(*) το ριζικάρι «

(*)αμφορεία= ευορία

 

 

 
 
 

Με τις δύο τούτες λέξεις υποδεικνύουμε την διατροφή που είναι πλούσια σε βιταμίνες, σε υψηλή κατανάλωση υδατανθράκων, σιτηρά, φρούτα, γαλακτοκομικά, λαχανικά ενώ η κύρια μορφή λίπους που χρησιμοποιείται είναι το ελαιόλαδο. Ονομάστηκε δε, Μεσογειακή διατροφή, διότι χρησιμοποιείται από τους ευρωπαϊκούς λαούς της Μεσογείου. Γνωστότερο είναι δε, απ’ τα προϊστορικά χρόνια, ότι η Ελλάδα ήταν που είχε ανακαλύψει της μακροβιότητες ευεργεσίες της.
Ο Πλάτωνας στη ‘’Πολιτεία’’ συνιστά στους νέους μία λιτή διατροφή από ψωμί, βολβούς, ελιές, λάχανα και σαφέστατα είναι αυτή η διατροφή που ονομάζουμε σήμερα, Μεσογειακή διατροφή.
Το 2010 η ΟΥΝΕΣΚΟ συμπεριέλαβε την Μεσογειακή Διατροφή στον Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, ύστερα από αίτημα που υπέβαλαν από κοινού οι χώρες Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Μαρόκο. Η γνώση, η πρακτική και οι παραδόσεις που συνοδεύουν τη μεσογειακή δίαιτα, οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται, αλλά και οι κοινωνικές σχέσεις γύρω από το τραπέζι, τις οποίες αυτή ευνοεί, έπεισαν τους κριτές ότι της αξίζει μια θέση στον κατάλογο για την Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας.
Δεν θα ήταν λοιπόν άδικο να πούμε πως, η τέχνη μαγειρέματος μιας χούφτας στάρι, λίγης πρασινάδας με δυο-τρεις κουταλιές ελαιόλαδο και η σωστή κατανάλωσή τους μας ενέταξαν στην Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας!
Ένα βασικό συστατικό της Μεσογειακής διατροφής είναι η Ελιά. Η ελιά σαν καρπός αλλά και ο χρυσοπράσινος χυμός της, το ελαιόλαδο ως κύρια πηγή λιπαρών που περιέχει μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, έχει πατρίδα την Αθήνα. Η ελιά είναι γνωστή από τα πανάρχαια χρόνια αφού καλλιεργούνταν στην αρχαία Ελλάδα ώστε οι ελιές και το ελαιόλαδο αποτελούσαν απ’ τα πλέων πολύ σημαντικά εμπορικά προϊόντα.
Ιστορικά οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που καλλιέργησε την ελιά στον ευρωπαϊκό μεσογειακό χώρο και τούτοι ανακάλυψαν τις ευεργετικές της ιδιότητες για τον άνθρωπο.
Ο Πλίνιος αναφέρει, κατά το 580 π.Χ: ‘’ούτε το Λάτιο, ούτε η Ισπανία, ούτε η Τύνιδα γνώριζαν την ελιά και την καλλιέργειά της πριν απ’ τους Έλληνες.’’
Έρευνες που έχουν γίνει από διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς καταδεικνύουν σήμερα την Κρήτη ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μεσογειακής διατροφής. Διότι μέχρι πρωτίστως οι Κρητικοί κατανάλωναν άφθονες φυτικές ίνες, ελαιόλαδο, ελάχιστο κρέας, σε μικρές έως μέτριες ποσότητες ψάρι, κοτόπουλο, γαλακτοκομικά και σχεδόν καθόλου επεξεργασμένα προϊόντα. Έτσι βλέπουμε ότι η κρητική διατροφή συγκέντρωνε τη γνώση και την εμπειρία που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά από την αρχαιότητα. Ώστε οι Κρήτες να είναι εκείνοι που διατήρησαν τις διατροφικές συνήθειές της αρχαίας Ελλάδας μέσα στους αιώνες.

Πηγή εικόνας:Απ’ το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο της Μέλπως Μερλιέ"Μεγαρίτες ψάλτες/τραγουδιστές της ηχογράφησης του Μ.Λ.Α.: Δημήτριος Καρώνης (2ος από αριστερά) & Δημήτριος Παπαποστόλης (3ος από αριστερά) - Ηχογράφηση 1930"

 

Τα  Rosalia ή Rosaria ήταν ειδωλολατρική γιορτή των αρχαίων για τη λατρεία των νεκρών. Γινόταν την εποχή που υπάρχουν άφθονα τριαντάφυλλα, τον Μάιο, Ιούνιο. Η λέξη Rosalia προέρχεται από τη λατινική λέξη  Rosa, που σημαίνει ρόδο, τριαντάφυλλο. Οι αρχαίοι  πήγαιναν στα νεκροταφεία, στόλιζαν τα μνήματα με πολλά τριαντάφυλλα, έκαναν τελετές για τους νεκρούς και θυσίαζαν ζώα. Μετά τις νεκρικές τελετές και τις θυσίες ακολουθούσαν διασκεδάσεις και ευωχίες.

Στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τα Rosalia μεταφέρθη­καν  στη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία. Οι Ελληνικοί και Ελληνόφωνοι πληθυσμοί εξελλήνισαν τη λατινική λέξη Rosalia με την ελληνική Ρουσάλια είτε Αρουσάλια. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού η γιορτή αυτή εκχριστιανίστηκε, και διατηρήθηκε στους Βυζαντινούς που επισκέπτονταν τα μνήματα με φαγητά και μοιρολόγια. Το έθιμο τούτο έφθασε ως και τις ημέρες μας με κάποιες τοπικές παραλλαγές από τόπο σε τόπο. Π.χ. Στην Αυλώνα Αττικής, στο Άνω Δώριο (Σουλίμα) Μεσσηνίας και αλλού γιορτάζουν τα Ρουσάλια ή Αρουσάλια το ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής πάνω στα μνήματα με τον εξής θρήνο.

 ‘’ Όλα τα Σάββατα να  ‘ρθουν, να  ‘ρθουν και να ματάρθουν

 Το Σάββατο τ’ Αρουσαλιού να μην ξαναγυρίσει…’’

Καθώς με αυτό το μοιρολόγι εκφράζει ο λαός μας την οδύνη των ψυχών των νεκρών, που ελεύθερες μετά την Ανάσταση να περιφέρονται στον απάνω κόσμο για πενήντα ημέρες, είναι υποχρεωμένες να επιστρέψουν στον Άδη το Σάββατο τ΄ Αρουσαλιού.  

Στο Αγρίνιο και αλλού γιορτάζουν την Δευτέρα του Πάσχα, είτε Ασπροδευτέρα ή Λαμπροδευτέρα  κλπ. τα Ρουσάλια. Έτσι μετά τη θεία λειτουργία και την καθιερωμένη επίσκεψη στα μνήματα των νεκρών της οικογένειας, γίνεται χορός μεγάλος από νέους άνδρες στους δρόμους των πόλεων, με όλη την ιεροπρέπεια των τελετών της αναστημένης φύσης (κυκλικό χορό, έντονα μουσικά όργανα κ.τ.λ.). Οι νέοι κρατούν ένα ψηλό κοντάρι με άσπρο πανί και στολισμένο με λουλούδια (ένδειξη της αναγεννημένης φύσης) καθώς από πόρτα σε πόρτα τραγουδούν και χορεύουν τα Ρουσάλια.

 

Καλώς σ’ έβραμε αφέντη, άρχοντά μου και λεβέντη
Να στα πούμε τα Ρουσάλια, πέστε τα ρε παλικάρια
Να στα πούμε σένα πρώτα, που σε βρήκαμε στην πόρτα
Και ξιστέρου της κυράς μας και της ρουσοπέρδικάς μας
Κάτω σ’ ένα περιβόλι, δάφνη και μηλιά μαλώνει
Δάφνης πήρα εγώ κλωνάρι, να με πάρει το ποτάμι
Να με πάει δύση-δύση, κάτω στη γιαλέρνια βρύση
Όπου πλένουν οβριοπούλες, σκαματίζουν (σαπουνίζουν)τουρκοπούλες
Βάλε το δεξί σου χέρι, μες στην αργυρή σου τσέπη
Βγάλε το εικοσιπεντάρι, δος το του σαχανατάρη
Να σας πούμε Χριστός Ανέστη, που ετάφη και ανέστη.

 

Ενώ στα Μέγαρα τη Δευτέρα της Λαμπρής, ομάδες από νέους γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και χορεύοντας κυκλικά. Ο πρώτος του χορού κρατά ένα κοντάρι με λουλουδένιο σταυρό στην κορυφή. Κάτω από το σταυρό υπάρχει ένα μεταξωτό μαντίλι (καλαμάτα) αντί για σημαία. Ο τελευταίος του χορού κρατά ένα καλάθι ‘’το καρτάλι’’. Οι νοικοκυρές δίνουν στον τελευταίο, κόκκινα αυγά, γλυκά, χρήματα κ.α. Αυτός που κρατά το καλάθι λέγεται ‘’σαχανατάρης’’ (ταμίας). Το Μεγαρίτικο αυτό έθιμο για πρώτη φορά καταγράφηκε/ηχογραφήθηκε  από Μεγαρείς σε Αθηναϊκό θέατρο το 1930.

Έτσι τα Μαγαρίτικα Ρουσάλια κατατάσσονται στα «αργύτικα άσματα», δηλαδή στα τραγούδια που ακούγονταν σε συγκεκριμένες μέρες από σπίτι σε σπίτι, από ομάδες νέων ή παιδιών, με σκοπό το φιλοδώρημα σε χρήμα ή είδος. Και οι Μεγαρείς αφιέρωναν , στα προεπαναστατικά χρόνια, τα κέρδη τους  απ’ τα Ρουσάλια στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας απ’ τους τούρκους.

Η Μεγαρική παραλλαγή για τα Ρουσάλια είναι που τραγουδιούνται σε ρυθμό 2/4 και χορεύονται με απλά πλάγια βήματα συρτού χορού στα τρία.

 

Τα Ρουσάλια όπως τραγουδιούνται στα Μέγαρα.

Να στα πούμε τα Ρουσάλια
πέστε τα βρε παλληκάρια
να στα πούμε σένα πρώτα
που σε ηύραμε στην πώρτα
τσαι έξ υστέρου τις τσυρά μας
τσαι της ρούσοπέρδικάς μας.

Κάτω σ’ ένα περιβόλι
δάφνη και μηλιά μαλώνει.
δαφνης πήρα ‘γω κλωνάρι
να το πάρει το ποτάμι,
να με πάει δύση-δύση
κάτω στη γυαλένια βρύση
όπου πλένουν Όβροπούλες
σκάματίζουν Τούρκοπούλες.
Πάνω κάτω η τσυρά μας
να μας δώσεις τον παρά μας.

Βάλ’ το δεξί σου χέρι
μες την αργυρή σου τσέπη,
βγάλτοτο κοσιπεντάρι
δώσ’το του σαχανατάρη,
να μας πει Χριστός Ανέστη
που ετάφει τσαι Ανέστει
να σας πούμε πόλους χρόνους
και εύτύχισμένους όλους.

 

 

Η Ελλάδα, θεωρείται μια από τις πλουσιότερες σε πολιτιστικό απόθεμα χώρες. Ένας πολιτισμός πολύμορφος που ξεκινάει από τους προϊστορικούς χρόνους και συνεχίζεται με την πλούσια μυθολογία, το θαύμα της κλασσικής αρχαιότητας, την πλούσια λαϊκή παράδοση και τη κληρονομιά των ιστορικών χρόνων. Αυτή την λαϊκή παράδοση και κληρονομιά, συναντάμε όχι μόνο σε κάθε γωνιά της Ελληνικής γης αλλά όπου απανταχού της γης έχουν μεταναστεύσει ή κατοικούν Έλληνες. Που σημαίνει ότι σαν λαός είμαστε άρρηκτα δεμένοι με τον τόπο μας, τον πολιτισμό μας, τη θρησκεία μας, τους χορούς μας, τα τραγούδια μας, τα ήθη και τα έθιμά μας.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα, εμείς οι Έλληνες, βιώνουμε τα πάθη και την ανάσταση του Χριστού συμμετέχοντας ενεργά σε αυτά με «συμπόρευση», «συσταύρωση» και «συνανάσταση»! Ο Χριστός με την θέληση του (εκουσίως), έπαθε και ανέστη για να σωθούμε όλοι εμείς! Ετούτο σημαίνει ότι δεν λυπούμαστε «μοιρολατρικά» για το Πάθος του, αλλά για τις δικές μας αμαρτίες και αφού μετανιώσουμε ειλικρινώς μπορούμε την αντικειμενική σωτηρία που χάραξε ο Χριστός να την κάνουμε και υποκειμενική – προσωπική σωτηρία.

Μεγάλη Δεύτερα ο Χριστός στη μαχαιρά
Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκκριθεί
Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός εχάθει
Μεγάλη Πέμπτη ο Χριστός εβρέθει
Μεγάλη Παρασκευή ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σάββατο ο Χριστός στον τάφο
και την Κυριακή Χριστός Ανέστη!

 

Έτσι πριν ν’ αρχίσει η Μεγάλη Εβδομάδα γιορτάζουμε πρώτα το Σάββατο του Λαζάρου, που ο Χριστός ανάστησε τον φίλο του τον Λάζαρο ως προειδοποίηση για την δική Του Ανάσταση. Την άλλη μέρα γιορτάζουμε την Κυριακή των Βαΐων όπου ο Κύριος μπήκε με τιμή στα Ιεροσόλυμα. Μετά την Λειτουργία ο παπάς ευλογεί και μας δίνει σταυρούς από βάγιες. Αυτούς  τους σταυρούς τους βάζουμε στα εικονίσματα, κοντά στην εξώπορτα είτε όπου αλλού χρειαζόμαστε “προστασία”. Είναι έθιμο να φάμε ψάρι των Βαΐων όπως μας λέει και το ποίημα:

Βάγια, βάγια των βαγιών
τρώμε ψάρι και κολιόν
και την άλλη Κυριακή
τρώμε το ψητό αρνί!

 

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι πένθιμος περίοδος όπου θυμόμαστε τα Πάθη του Ιησού Χριστού. Δεν επιτρέπονται γλέντια ούτε άλλες διασκεδάσεις, όλη την εβδομάδα. Κάθε ιερή ακολουθία της Μεγάλης Βδομάδας εξιστορεί τα Πάθη του Χριστού. Γίνεται μάλιστα αυστηρή νηστεία καθόλη την εβδομάδα και κυρίως την Μεγάλη Παρασκευή.

Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος:

Την Κυριακή των Βαΐων το βράδυ και την Μεγάλη Δευτέρα το βράδυ γίνεται η Ακολουθία του Νυμφίου. Θυμόμαστε επίσης την περίπτωση του Ιωσήφ, που παρόλο που ήταν γεμάτος καλοσύνη, τ’ αδέλφια του τον πούλησαν για σκλάβο. Η Εκκλησία μας τον παραλληλίζει με τον Χριστό.

Την Μεγάλη Τρίτη το βράδυ γίνεται η Ακολουθία του Νυμφίου και θυμόμαστε την αμαρτωλή γυναίκα που ήρθε συντριμμένη και άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρα και δάκρυα. Ακούμε το ωραίο τροπάριο της Κασσιανής, που ψάλλετε το βράδυ: «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…».

Την Μεγάλη Τετάρτη το πρωί γίνεται η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, και το απόγευμα ή βράδυ γίνεται το Μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου. Στο Ευχέλαιο ο παπάς διαβάζει εφτά ευαγγέλια, κι εφτά ευχές για να ευλογήσει λάδι που το χρησιμοποιούμε για την θεραπεία ψυχικών και σωματικών ασθενειών. Μετά την ακολουθία του Αγίου Ευχελαίου, ο παπάς μας σταυρώνει με λάδι στο μέτωπο, μάγουλα, σαγόνι, και χέρια. Η Μεγάλη Τετάρτη είναι η ημέρα προδοσίας του Ιούδα.

Η Μεγάλη Πέμπτη είναι η ημέρα του Μυστικού Δείπνου. Την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί γίνεται η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και λένε ότι είναι καλό να κοινωνήσεις την Μεγάλη Πέμπτη. Την Μεγάλη Πέμπτη είναι έθιμο να βάψεις κόκκινα Πασχαλιάτικα αυγά. Το βράδυ γίνεται ο Εσπερινός των Δώδεκα Ευαγγελίων (που διηγούνται τα πάθη του Χριστού). Μετά το πέμπτο Ευαγγέλιο γίνεται η περιφορά του Εσταυρωμένου. Τα παπαδάκια προχωρούν μπροστά με λαμπάδες, ένα από τα παπαδάκια θυμιάζει, ακολουθεί ο παπάς σηκώνοντας τον Σταυρό με τον Χριστό, με αναμμένα κεριά πάνω στον Σταυρό, και γίνεται η περιφορά μέσα στην Εκκλησία καθώς όλοι ψάλλουν τον συγκλονιστικό ύμνο «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν είδασει την γή κρεμάσας….». Μετά τον εσπερινό γυναίκες στολίζουν τον επιτάφιο με λουλούδια.

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η ημέρα της Ταφής του Χριστού. Το πρωί γίνεται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών. Το απόγευμα γίνεται η Ακολουθία της Αποκαθήλωσης όπου ο παπάς βγάζει το σώμα του Χριστού από τον Σταυρό και τον τοποθετεί μέσα στον Επιτάφιο. Μετά την Αποκαθήλωση όλοι ασπάζονται τον Επιτάφιο, και τα παιδιά περνάνε κάτω από τον Επιτάφιο τρεις φορές. Στην Ελλάδα οι πιστοί πάνε από εκκλησία σε εκκλησία γιά να προσκυνήσουν τους διάφορους Επιτάφιους. Το βράδυ γίνεται η ακολουθία του Επιτάφιου Θρήνου και η Περιφορά του Επιτάφιου. Στην Ελλάδα περιφέρουν τον Επιτάφιο σε όλο το χωριό, ή πόλη, και πολλές φορές οι περιφορές των διάφορων εκκλησιών συναντιούνται και συνεχίζουν μαζί την περιφορά. Είναι έθιμο την Μεγάλη Παρασκευή να πιούμε ξύδι όπως έδωσαν του Χριστού όταν ήταν πάνω στο Σταυρό και είπε ότι διψούσε.

Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί γίνεται η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Είναι η προαναγγελία του μεγάλου γεγονότος με την φράση του ιερέα: «Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην…». Και το βράδυ γίνεται η Ακολουθία της Αναστάσεως. Είναι συνήθειο ο νονός ή η νονά ν’ αγοράσουν την Λαμπάδα της Λαμπρής για τα βαφτιστικά τους. Όλοι ντύνονται με καινούργια ρούχα και πηγαίνουν στην Εκκλησία. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όλα τα φώτα της εκκλησίας σβήνουν, και πέφτει παντού σκοτάδι. Μόλις έρθουν τα μεσάνυχτα ο παπάς ψάλλει το «Δεύτε λάβετε φως» και βγαίνει με την λαμπάδα του αναμμένη μέσα από την Ωραία Πύλη, και δίνει το φως σ’ όλους τους εκκλησιαζόμενους (ο ένας το δίνει στον άλλον). Μετά όλοι βγαίνουν έξω όπου ο παπάς διαβάζει το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως και μόλις τελειώσει όλοι ψάλλουν:

«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
θανάτων θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασι,

ζωήν χαρισάμενως»

 

Στην Ελλάδα μόλις ψάλλουν το Χριστός Ανέστη αρχίζουν πυροτεχνήματα. Στην Εκκλησία ακολουθεί η Θεία Λειτουργία κι ο κατηχητικός λόγος του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Μετά την Ανάσταση οι πιστοί παίρνουν το Άγιο Φως στο σπίτι με τις λαμπάδες τους, και κάνουν το σχήμα του σταυρού με τον καπνό της λαμπάδας στην είσοδο του σπιτιού. Μετά ανάβουν το καντήλι με το Άγιο Φως όπου προσπαθούν να το κρατήσουν τουλάχιστον από τρεις μέχρι και σαράντα ημέρες (στα παλαιότερα χρόνια πολλές νοικοκυρές διατηρούσαν το Άγιο φώς όλο το χρόνο). Κατόπιν τρώνε το Αναστάσιμο γεύμα, που είναι συνήθως η μαγειρίτσα -σούπα από αρνίσια, κατσικίσια  ή βοδινά εντόσθια-. Τσουγκρίζουν επίσης κόκκινα αυγά,  τρώνε κουλούρια και τσουρέκια. Την Κυριακή του Πάσχα σε πολλά μέρη της Ελλάδας ψήνουν το αρνί στη σούβλα, μαζί με το κοκορέτσι. Το αρνί που τρώμε το Πάσχα συμβολίζει τον Χριστό που θυσιάστηκε σαν το αρνί για τη δική μας σωτηρία.

Το απόγευμα στην Εκκλησία, γίνεται ο Εσπερινός της Αγάπης (γιατί οι χριστιανοί ανταλλάσσουν αδελφικό ασπασμό) όπου διαβάζουν το Ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες.

Το πότε θα εορτάζεται το Πάσχα, καθορίστηκε από την Πρώτη Οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Αποφασίστηκε να εορτάζεται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας (και μετά το Πάσχα των Ιουδαίων).

Για σαράντα μέρες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον λέγοντας «Χριστός Ανέστη» και απαντώντας «Αληθώς Ανέστη».