Category: Αλησμόνητες πατρίδες


 

 

Στη σχετική αρθρογραφία ‘’Αλησμόνητες Πατρίδες’’, σίγουρα δεν θα μπορέσουν να καταγραφούν, δύο χιλιάδες εκατό εξήντα οκτώ πόλεις και χωριά που πριν από την καταστροφή του 1922, υπήρχαν στη Ασιατική και Ευρωπαϊκή τουρκία. Καθώς μέσα από τα ομιχλώδη βάθη της προϊστορίας, έσφυζαν και μεγαλουργούσαν απ’ τον ελληνισμό.

Καππαδοκία, Ικόνιο, Μυσία, Τραπεζούντα, Εσκί Σεχίρ, η Βασιλεύουσα, Χαλκηδόνα,  Σαμψούντα, Σινασός, Κερασούντα, Προύσα, Αδριανούπολη, Βηθυνία, Ανατολική Θράκη, Κυδωνία και τόσα άλλα που μόλις πριν ενενήντα ένα χρόνια….

Οι διάφορες συνθήκες που οδήγησαν τον ελληνισμό στην μεγαλύτερη εθνική καταστροφή, στη καταστροφή του 1922.

 

H Συνθήκη των Σεβρών: 1920
Η Ελλάδα κατά τη λήξη τον A’ Παγκόσμιου Πολέμου βρέθηκε στην παράταξη των νικητών. Ο ελληνικός στρατός κατέλαβε, με την έγκριση των Συμμάχων, τη Θράκη, την πόλη της Σμύρνης και περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας. Με τη Συνθήκη των Σεβρών τον 1920 κατοχυρώθηκαν διπλωματικά οι εθνικές αυτές επιτυχίες….

Συνθήκη Νεϊγύ, 1919

Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919), η Βουλγαρία υποχρεωνόταν να αναγνωρίσει τα μέτρα εκείνα με τα οποία οι προέχουσες και συνασπισμένες Σύμμαχοι Δυνάμεις ήθελαν κρίνουν πρόσφορα σε σχέση προς την αμοιβαία και εθελουσία μετανάστευση των φυλετικών μειονοτήτων. Σ’ αυτή τη Συνθήκη διατυπωνόταν η απόφαση των Συμμάχων όπως «η αμοιβαία και εθελουσία μετανάστευση των φυλετικών, θρησκευτικών ή γλωσσικών μειονοτήτων εις Ελλάδα και Βουλγαρία κανονισθεί δια συμβάσεως μεταξύ των δύο τούτων κρατών, συνομολογούμενης επί τη βάσει των όρων που αποφασίσθηκαν κατά την ως άνω ημέρα».

Σε εκτέλεση της Σύμβασης αυτής ψηφίσθηκε ο νόμος 2680/1922 και ο από 6 Μαρτίου 1922 σχετικός Κανονισμός που κυρώθηκε με το από 18 Ιουνίου 1922

 

Συνθήκη της Λωζάνης, 1923

Μετά τη γενοκτονία των Ποντίων και τη μικρασιατική καταστροφή το αποκορύφωμα του μέτρου της «ανταλλαγής πληθυσμών» αποτέλεσε το Σύμφωνο για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που υπογράφθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923, το οποίο στη συνέχεια κατέστη μέρος της Συνθήκης της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου του ίδιου έτους δυνάμει του άρθρου 142 της τελευταίας.

 

Δήλωσις Εκκαθαρίσεως Κινητής και Ακινήτου Περιουσίας κατά την ανταλλαγή ελληνοτουρκικών πληθυσμών (1923-1927) από την Γέννα προς την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης (16/12/1927).

Κατά τη Σύμβαση αυτή η ανταλλαγή δεν ήταν πλέον εκούσια και ελεύθερη αλλά υποχρεωτική και αποτέλεσμα όρου πολεμικής ήττας. Στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης η Ελλάδα, μολονότι αντιτίθονταν στη άποψη και της εκούσιας ανταλλαγής (καταστροφική για τον ευημερούντα Ελληνισμό της Μικράς Ασίας), εντούτοις πιεζόμενη από το ατυχές αποτέλεσμα του πολέμου, δήλωσε να συζητήσει εκούσια και αμοιβαία ανταλλαγή. Η Τουρκία όμως δεν δέχθηκε ούτε εκούσια ούτε αμοιβαία αλλά υποχρεωτική. Μάταια το Οικουμενικό Πατριαρχείο διαμαρτυρήθηκε για κήρυξη της Εκκλησίας «εν διωγμώ». Αλλά και οι διαμαρτυρίες της τότε ελληνικής κυβέρνησης προς τη Τουρκία και τις Μεγάλες Δυνάμεις υπήρξαν ατελέσφορες.

Τελικά η Συνδιάσκεψη απεφάνθη ότι αν και μισητό αυτό καθ΄ αυτό το μέτρο της υποχρεωτικής ανταλλαγής ήταν το μόνο ενδεδειγμένο στη περίπτωση και συνέστησε την αποδοχή αυτής με τον όρο να εξαιρεθούν οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Τότε η Ελλάδα που είχε εγκαταλειφθεί απ’ όλους τους Συμμάχους αναγκάσθηκε να υποκύψει και να υπογράψει την παραπάνω Σύμβαση της υποχρεωτικής ανταλλαγής με την οποία χιλιάδες Έλληνες της Μικράς Ασίας , μεταξύ αυτών και ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος ΣΤ΄, εξαναγκάσθηκαν σε εκπατρισμό.

Στην εν λόγω Σύμβαση καθορίζονταν τα εις την υποχρεωτική ανταλλαγή υποκείμενα πρόσωπα, η ιθαγένειά τους, ο χρόνος της ανταλλαγής, η εκκαθάριση των περιουσιών τους, καθώς και η τύχη των εξαιρουμένων της ανταλλαγής προσώπων. Στη συνθήκη δε αυτή υπάχθηκαν και οι μετά την 12 Οκτωβρίου 1912 αποχωρήσαντες εκ των εδαφών που χαρακτηρίστηκαν «ανταλλάξιμοι». Οι κινητές και ακίνητες περιουσίες των ευαγών ή θρησκευτικών ιδρυμάτων που ανήκαν σε ανταλλάξιμους ή εις πρόσωπα που κατοικούσαν εκτός των εδαφών τους, υπάχθηκαν επίσης σε ανταλλαγή. Σε μικτή επιτροπή εκ της συμβάσεως ανετέθη η εκτίμηση και εκκαθάριση των περιουσιών που εγκαταλείφθηκε. Η αξία τους μετά την εκτίμηση περιέρχεται στο κράτος όσο παραμένουν – ανταλλάξιμη περιουσία – και αυτό (το κράτος) καθίσταται οφειλέτης των δικαιούχων. Οι αξίες τέλος θα συνοψίζονταν και όση προέκυπτε διαφορά αυτή θα καταβάλλονταν από το οφειλόμενο κράτος στο έτερο.

Η Σύμβαση αυτή άρχισε να εφαρμόζεται από τον Αύγουστο του 1923, η δε μικτή επιτροπή περάτωσε το έργο της κατά το έτος 1925. Για δε την εκτέλεσή της εκδόθηκε σωρεία νόμων, διαταγμάτων, αποφάσεων κλπ ενώ πλείστες Υπηρεσίες δημιουργήθηκαν για τη περαίωση του όγκου της εργασίας προς εγκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων ομοεθνών προσφύγων, την εκκαθάριση των περιουσιών τους και την τακτοποίηση των αξιώσεών τους…

 

Και ήρθε ο Αύγουστος του 1922 που έφερε τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή.

Ο τρομερός απολογισμός της μικρασιατικής καταστροφής είναι: 50.000 νεκροί, 75.000
τραυματίες. Κοντά 1.500.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πανάρχαιες
πατρογονικές εστίες τους και να έρθουν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω
τους πάνω από 600.000 νεκρούς, θύματα του μικρασιατικού πολέμου και της
εγκληματικής εθνικιστικής πολιτικής των κυρίαρχων τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας. Σε
δισεκατομμύρια δραχμές ανέρχονται οι υλικές καταστροφές και ζημιές από τον πόλεμο
και τις ακίνητες περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν ή καταστράφηκαν.

Η μικρασιατική καταστροφή στάθηκε μια από τις μεγάλες τομές της νεοελληνικής
ιστορίας, γιατί οι συνέπειες της πρωτοφανέρωτης σε τέτοια καθολική έκταση συντριβής
επηρέασαν όλους τους τομείς της εθνικής μας ζωής και είναι αισθητές και ως τις μέρες
μας.

Ποια είναι τα αίτια που οδήγησαν τη χώρα μας στη μικρασιατική εκστρατεία και
ποιος είναι ο χαρακτήρας του μικρασιατικού πολέμου; Ποιοι είναι οι υπαίτιοι της
τρομακτικής συμφοράς που βρήκε την πατρίδα μας τον Αύγουστο του 1922; Υπήρχε
τρόπος να υπερασπιστούν πιο αποτελεσματικά τα δικαιώματα του μικρασιατικού
ελληνισμού;

Παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστα!!! 

Advertisements

Η Πάνορμος σημερινή Bandirma

Η πόλη Πάνορμος (Bandirma), βρίσκετε μέσα στα όρια της αρχαίας Ελληνικής πόλης Κύζικος της Μικράς Ασίας και είναι η η φυσική συνεχίσει της μετά την ισοπέδωση από σεισμό που κατέστρεψε το 943 μ.χ. τη Κύζικο. Η Πάνορμος ήταν το λιμάνι στη περιοχή της χερσονήσου της Κυζίκου, στο πέλαγος του Μαρμαρά όπου αναπτύχτηκε απ’ την προϊστορία ένας δραστήριος κι ακμάζον ελληνισμός. Εκεί βρισκόταν οι πόλεις Αρτάκη, Μηχανιώνα και άλλες μικρότερες που δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό της Προποντίδας ως «θάλασσα της Ρωμιοσύνης».   

Με τον όρο Πάνορμος που είναι αρχαίος ελληνικός τον οποίο αναφέρει και ο Όμηρος, χαρακτηρίζεται γενικά όρμος, ή, το φυσικό λιμάνι που παρέχει ιδιαίτερη ασφάλεια επί παντός καιρού, προέρχεται εκ των λέξεων παν + ορμίζομαι (δηλαδή, βρίσκομαι μέσα στον όρμο με ασφάλεια), όπως είναι για παράδειγμα ο μεγάλος και ασφαλής όρμος της Μήλου.

Η Πάνορμος της Κυζίκου από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και το 1922 κατοικούταν συνεχώς από Έλληνες και στο ασφαλές λιμάνι της, το οποίο σήμερα βοηθά στο εμπόριο μεταξύ των μεγάλων πόλεων της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης.  Ήταν ανέκαθεν σημαντικό λιμάνι, σταθμός για τη Θεσσαλονίκη και τα άλλα λιμάνια της Ελλάδας με τα παράλια της Μυσίας.

Έως το 1922 οι ελληνορθόδοξοι, Παντερμαλήδες, Κυζικηνοί διέθεταν περί τα 120 καράβια και καΐκια που εκτελούσαν δρομολόγια στη Θράκη, στη Μακεδονία, στη Μαύρη Θάλασσα, στα νησιά του Αιγαίου και λοιπές περιοχές.

 

Ο χάρτης της Ελλάδας με τη συνθήκη των σεβρών.

 

Προ του ελληνοτουρκικού πολέμου στη Μικρά Ασία, την ήττα του ελληνικού στρατού και την υποχρεωτική εκδίωξη των πληθυσμών η πόλη κατοικείτο από 3000 περίπου Έλληνες. Οι Έλληνες της Πανόρμου διέθεταν ακμάζουσα κοινότητα με τέσσερις εκκλησίες, ημιγυμνάσιο αρρένων, οικοτροφείο θηλέων, έντεκα πρωτοβάθμιες σχολές αρρένων και δύο θηλέων. Μετά τη συνθήκη της Λωζάνης, το 1922, οι Παντερμαλήδες προσέφυγαν σε διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Θεσσαλονίκη, το Πολύκαστρο κ.α.

Λίγα λόγια για την Κύζικο.

Η Κύζικος ήταν αρχαία ελληνική πόλη στη Μυσία, κοντά στην Προποντίδα. Ήταν αποικία των Μιλήσιων. Ιδρυτής της υπήρξε ο ήρωας Κύζικος, που βοήθησε στην επιτυχία της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Η πόλη είχε αναδειχτεί μία από τις σπουδαιότερες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, ξακουστή για την αλιεία και τους στατήρες της από ήλεκτρο, που χρησιμοποιήθηκαν πολύ μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (κυζικηνοί στατήρες). Οι επιγραφές, οι περιγραφές και όλα τα ερείπια εμφανίζουν την Κύζικο ως εξαιρετικά αναπτυγμένη πόλη, πλούσια και σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Έξω από τις ακτές της ο Αλκιβιάδης καταναυμάχησε τους Λακεδαιμόνιους το 410 π.Χ. Την εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας ήταν σχεδόν ελεύθερη και στη βυζαντινή περίοδο εξακολούθησε να ακμάζει.

(*)

Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Κύζικος είναι γνωστός ένας γιος του Αινεία και της Αινήτης, βασιλιάς των Δολιόνων στην πόλη Κύζικο της Προποντίδας. Ως βασιλιάς, ο Κύζικος υποδέχθηκε στην πόλη του τους Αργοναύτες στον δρόμο τους προς την Κολχίδα για την εκστρατεία τους. Ενώ η υποδοχή ήταν πολύ καλή, μετά την αναχώρηση των Αργοναυτών, μια τρικυμία τους έσπρωξε και πάλι πίσω, στις ακτές της Κυζίκου την ίδια νύχτα. Οι Δολίονες δεν τους ανεγνώρισαν, τους πέρασαν για πειρατές και τους επιτέθηκαν. Στη μάχη που επακολούθησε, ο Ιάσονας σκότωσε τον Κύζικο. Μετά από αυτό, η σύζυγος του Κυζίκου, η Κλείτη, αυτοκτόνησε.

Τελικά καταστράφηκε από σεισμό το 943 μ.Χ. και κυριολεκτικά ισοπεδώθηκε.

 

Ο διωγμός των Κυζίκων απ' τα προϊστορικά πάτρια εδάφη

 

Την συνέχιση της Κυζίκου έμελε να έχει η Πάνορμος περί τα 1100 χρόνια, που όμως και αυτή, η ελληνική πόλη το 1922 ακολούθησε τη μοίρα των υπολοίπων της Μικράς Ασίας και χάθηκε μέσα στο ελληνικό αίμα από τους τούρκους.

 

Πέργαμος

 

Πέργαμος

Στα 293 π.Χ. ο βασιλιάς Λυσίμαχος ασφάλισε στο οχυρό του λόφου της Περγάμου τους θησαυρούς του και ανάθεσε στο στρατηγό του Φιλέταιρο να τους φυλάει.

Ο Λυσίμαχος γεννήθηκε γύρω στο 360 π.Χ.. Ο πατέρας του ήταν ο Αγαθοκλής, Θεσσαλός που είχε μεταναστεύσει στη Μακεδονία. Υπηρέτησε στο στρατό του Φιλίππου Β’. Χάρη στη σωματική του δύναμη έγινε σωματοφύλακας του Αλεξάνδρου.

Το 306 π.Χ. μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου αυτοανακηρύχτηκε βασιλιάς, όπως και οι άλλοι στρατηγοί. Ο Λυσίμαχος έπαιξε μεγάλο ρόλο στην τελική νίκη εναντίον του Αντίγονου κατά τη μάχη της Ιψού. Αυτός με το στρατό του αντιμετώπισε τις δυνάμεις του Αντιγόνου στη Μικρά Ασία μέχρι να έρθει η βοήθεια από τον Σέλευκο. Μετά την καταστροφή και το θάνατο του Αντιγόνου, ο Λυσίμαχος κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος από την επικράτεια του. Ανησυχώντας για τη δύναμη του Σέλευκου, ο Λυσίμαχος συμμάχησε με τον Πτολεμαίο και παντρεύτηκε την κόρη του Αρσινόη.

O Λυσίμαχος ήταν σκληρός απέναντι στους υπηκόους του. Κατέστρεψε τις πόλεις Λέβεδο και Κολοφώντα για να μεταφέρει τους κατοίκους στην Έφεσο. Κατέστρεψε και την πόλη Αστακό. Ο γιος του όμως και διάδοχος, ο Αγαθοκλής, ήταν πολύ αγαπητός στο λαό και στο στρατό. Δυστυχώς, η γυναίκα του Λυσίμαχου, η Αρσινόη, τον έπεισε να σκοτώσει τον Αγαθοκλή γιατί τον ζήλευε. Ο Λυσίμαχος πείστηκε ότι ο Αγαθοκλής συνωμοτούσε εναντίον και το 283 π.Χ. εκτέλεσε το γιο του.

Η ιστορία της Περγάμου αρχίζει στις αρχές του 4ου αιώνα π.χ και μέχρι την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν είχε τίποτε ιδιαίτερο να επιδείξει. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Μυσίας. Στα 293 π.Χ., ο βασιλιάς Λυσίμαχος έφτιαξε δυνατό το οχυρό του λόφου της Περγάμου και έκλεισε τους θησαυρούς του, όπου ανάθεσε την φύλαξή τους στον Φιλέταιρο.

Η Πέργαμος κτίστηκε πάνω σε ένα μικρό λόφο 300 μ. υψόμετρο, (από τον οποίο πήρε το όνομά της, που σημαίνει φρούριο είτε ακρόπολη), μέσα σε μια εύφορη κοιλάδα που εκτεινόταν Δυτικά μέχρι τις ακτές του κόλπου Ελαίας (σημερινό Τσανταρλή) και του Αδραμμυτίου, απέναντι της Μυτιλήνης. Η πόλη βρισκόταν ανάμεσα των δύων παραποτάμων του Κάϊκου, του Σελινούντα και του Κητείου που χάρισαν στη πόλη πλούσια κοιλάδα.

Στη μάχη του Κουροπεδίου το 281 π.Χ. ο Λυσίμαχος νικήθηκε από τον Σέλευκο και ο ίδιος σκοτώθηκε. Μετά το θάνατο του Λυσίμαχου, ο Φιλέταιρος πρώτα ίδρυσε το μικρό κρατίδιο της Περγάμου απ’  τα χρήματα του θησαυρού (με τα 9.000 τάλαντα, ένα ποσό τεράστιο για την εποχή), και ο απόγονός του Άτταλος Α’, χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του θησαυρού για τον εξωραϊσμό της πόλης, την ανέγερση ναών και κτιρίων και ανάμεσά τους το περίφημο βωμό της Περγάμου, όπου σήμερα βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο του Βερολίνου, στη Γερμανία. Το σπουδαίο εξωραϊστικό έργο για την πόλη, το οποίο συνέχισε και ο διάδοχός του, Ευμένης Β’ ήταν ένα εξαίρετο ελληνιστικό ‘’κόσμημα’’ για τον αρχαίο κόσμο. Ώστε, όταν  καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους, έγινε το μεγαλύτερο πολιτικό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο της ρωμαϊκής επαρχίας όλης της Ασίας.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία τού Πλινίου (Historia naturalis 13.21), η περγαμηνή οφείλει την κατασκευή της στην προσωρινή διακοπή εισαγωγής τού παπύρου από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον 2ο αι. π.Χ. Η εξάρτηση από την Αίγυπτο ως αποκλειστική πηγή εισαγωγής τού παπύρου φέρεται να οδήγησε τον ηγεμόνα της Περγάμου Ευμένη (είτε τον Ευμένη Α΄, έτη βασιλείας 263-241 π.Χ., είτε τον Ευμένη Β΄, έτη βασιλείας 197-160 π.Χ.) στην απόφαση να προωθήσει την παραγωγή περγαμηνής ως υποκατάστατου τού παπύρου.

Η βιβλιοθήκη της ήταν από τις μεγαλύτερες του κόσμου, αλλά δυστυχώς ο Αντώνιος χάρισε τα βιβλία της στη βασίλισσα της Αιγύπτου, την Κλεοπάτρα.

Στην Πέργαμο άκμασε και ο διάσημος γιατρός της αρχαιότητας Γαληνός.

Μετά την επανάσταση των Περγαμηνών κατά των Ρωμαίων και την επανάσταση του Μακρινού, δολοφόνου του Καρακάλλα , η Πέργαμος απογυμνώθηκε από τα αξιολογότερα μνημεία τέχνης, τα οποία μεταφέρθηκαν στη Ρώμη.

Κατά την Ελληνιστική εποχή ήταν περίφημο το Ασκληπιείο της Περγάμου. Υπήρχε ολόκληρο σύμπλεγμα Ναών και Ιερών και περιγράφεται ότι εκεί θεραπεύονταν πολλές ασθένειες και υπήρχε μεγάλη κίνηση ασθενών. Από εκεί προήλθε και το Ασκληπιείο της Σμύρνης, όπου την λατρεία του Ασκληπιού συναγωνιζόταν η λατρεία του Σέραπιδος.

 

Το Ασκληπιείο της Περγάμου

Στη Πέργαμο ιδρύετε μία από τις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες και στο ‘’κόκκινο κτήριο’’ (βασιλική, βρίσκετε ο τάφος του Ευαγγελιστή Ιωάννη).

 

Τον 7ο αιώνα έγινε βυζαντινή επαρχία και στα 1401 καταστράφηκε εντελώς από τον Ταμερλάνο όπου έμεινε για έναν αιώνα έρημη και ακατοίκητη, μέχρι που στα 1450 άποικοι  άρχισαν να φτιάχνουν σιγά-σιγά την σημερινή  πόλη στους πρόποδες του λόφου.

Ο Έλληνας γιατρός Ράλλης της Σμύρνης, γύρω στα 1860, παρακολουθεί τον νεαρό Γερμανό ασθενή (φυματικό), φοιτητή της Αρχιτεκτονικής και φιλέλληνα  Karl Humann, του μιλά για την δοξασμένη ιστορία της αρχαίας πόλης και πως οι χωρικοί παίρνουν τα εναπομείναντα μάρμαρα, όπου τα κάνουν ασβέστη.

Ο Καρλ Ηούμαν αρχίζει τις συχνές επισκέψεις μαζί του καθώς και μόνος πάνω στο λόφο της Ακρόπολης με την ελπίδα να σώσει ότι μπορεί από την καταστροφή των αρχαίων μαρμάρων που λίγα–λίγα γίνονται ασβέστης μέσα στο γειτονικό καμίνι. Κατορθώνει να πείσει τις Οθωμανικές αρχές να εγκατασταθεί ως μηχανικός/ τοπογράφος στην Πέργαμο το 1868 και εκεί απασχολεί 2.000 εργάτες, 1.000 βόδια, 500 καμήλες, άλογα και υποζύγια για την κατασκευή των δρόμων. Όλοι Έλληνες και Τούρκοι, αγαπούν τον ψηλό, ξανθό, γλυκομίλητο νεαρό, τον προστατεύουν, τον ακούνε, τον θεωρούν δε σαν τον «πασά» της περιοχής. Από τότε με τη βοήθεια του Ράλλη αρχίζει να μαζεύει όσα μάρμαρα μπορεί να σώσει από το καμίνι, τα ταξινομεί στο σπίτι του Ράλλη από το 1869 και εκεί τελικά κατορθώνει να φέρει το 1871 τη γερμανική αρχαιολογική αποστολή που απαρτιζόταν από τους Ε. Κούρτιους. Φ Άντλερ κα Ε. Γκέλτσερ.  

Με την καταστροφή του 1922 εγκαταλείπουν (όσοι επέζησαν απ’ το σπαθί του τούρκου), οι τελευταίοι Έλληνες την Πέργαμο…