Γύρω μας βέβαια όλα φτωχά, τα στολισμένα δέντρα, τα περσινά και προπέρσινα λαμπιόνια που ξαναστυλωθήκαν στα μπαλκόνια, στα παράθυρα κι αυτός ο άνυδρος καιρός που συνηγορεί με το κοινωνικό κλίμα. Ώστε να μας κάνει τη χάρη, για να μην χειμωνιάζει, λες και καταλαβαίνει πως δεν επαρκούν τα χρήματα για την θέρμανση. 
Σήμερα, που οι πονεμένοι ήρωες των παραμυθιών ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στη ζωή μας όπου απόκτησαν σάρκα και υπόσταση, καθώς στα μάτια τους βλέπουμε τον τρόμο της ανέχειας. Τώρα, θα πρέπει να ορθώσουμε το λαβωμένο ανάστημά μας εμείς και να διαφυλάξουμε από τον σκληρό παγωμένο θάνατο, το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Να συνδράμουμε τον πεινασμένο νέο άνδρα, τον Γιάννη Αγιάννη, ώστε να μην σπάσει τη βιτρίνα του αρτοπωλείου, να μη κλέψει ψωμί με το σκοπό να ταΐσει την οικογένειά του που λιμοκτονεί. Γιατί ξέρουμε, πως η ποινή γι’ αυτή του την κλοπή, θα είναι πέντε χρόνια στα κάτεργα που θα γίνουν δεκαεννέα χρόνια ύστερα από τις επανειλημμένες προσπάθειές του να δραπετεύσει. Διότι έτσι, αν επιτρέψουμε να ξανασυμβούν τούτα, θα σκληρύνει κι άλλο η ψυχή μας… 
Η αχό από τα τρίγωνα με τις θλιμμένες φωνές των παιδιών, ήδη φτάνει στα αυτιά μας καθώς ψάλουν το: ‘’Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας’’.
Έτσι λοιπόν, ‘’Χριστού τη θεία γέννηση…’’
Να, που και πάλι φέτος έρχεται ο Υιός του Θεού στη γη, παρακεινούμενος από την αγάπη Του για εμάς! 
Και εμείς; 
Εμείς στέκουμε αποσβολωμένοι, ανίκανοι να αντιδράσουμε από τις συνεχόμενες κοινωνικές κατραπακιές και τις βίαιες καθημερινές εκπτώσεις της βιωτής μας. Κλείσαμε τις πόρτες στην ελπίδα, στην αισιοδοξία, στην αγάπη. Στερέψαμε θετικών αισθημάτων, ο φόβος κι ο θυμός έγιναν ‘’τακίμι’’ μας. 
Μα τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, θα πρέπει να ανοίξουμε τις μουδιασμένες καρδιές μας για να χωρέσει και να βρει τόπο για να ‘’αναγεννηθεί’’ και να πορευθεί η αγάπη. Δεν χρειάζονται χρήματα για να νοιώσουμε τούτο το ευλογημένο αίσθημα. Θέληση για ζωή, ελπίδα και αισιοδοξία, ώστε να είναι ζεστό το άπλωμα του χεριού μας που θα χαϊδέψει τον πόνο του συνάνθρωπου για να απαλύνει τη δυστυχία. Τούτα χρειάζονται για να μην μοιάσουμε με τους κάτοικους εκείνης της χιονισμένης πόλης (του παραμυθιού) όπου χαρούμενοι και με ζεστά ντυμένοι ρούχα, φορτωμένοι με ψώνια και δώρα, βάδιζαν βιαστικοί προς τα γιορτινά τους σπίτια, προσπερνώντας και επιδεικτικά αγνοώντας τη μικρή ορφανή πλανόδια πωλήτρια, το κοριτσάκι με τα σπίρτα που το επόμενο πρωί βρήκαν νεκρό από τη πείνα και το κρύο !