Πηγή εικόνας: http://el.science.wikia.com

 

Η Ελληνική πολιτεία δίνοντας προτεραιότητα σε άλλες αρχαιολογικές περιοχές της χώρας, δεν έδωσε το απαιτούμενο ιστορικό βάρος που θα έπρεπε στη Μεγαρική γη. Ελάχιστες έως μηδαμινές είναι οι οργανωμένες αρχαιολογικές έρευνες που έχουν γίνει στη περιοχή. Ενώ όταν από τύχη βρεθούν κάποια αρχαία, λόγω κατασκευή κτηρίων ή άλλων σκαπτικών εργασιών, τότε μπορεί να μελετηθούν τα ευρήματα αλλά και πάλι δεν θα είναι συνολική η έρευνα. Έτσι, μέχρι τις ημέρες μας παραμένουν άγνωστης τοποθεσίας οι περισσότερες επιβεβαιωμένες κώμες, απ’ τους αρχαίους συγγραφείς, της Μεγαρίδας. Τα πιο αξιόλογα ευρήματα των τελευταίων δεκαετιών (μαζί με το αναμφίβολα σπουδαίας σημασίας υδρομαστευτικό σύστημα της θέση Ερκίς) είναι οι υπόγειοι θάλαμοι, τα «μέγαρα», που αποκαλύφθηκαν σε όλη την έκταση της πόλης αλλά και σε αγροικίες των προαστίων της. Ο αριθμός των ‘’κελαριών’’ αυτών ξεπερνά τα εκατό. Εδώ εκτελούνταν κάθε Οκτώβριο, στη γιορτή των Θεσμοφορίων προς τιμήν της Δήμητρας, ιεροπραξίες για την ευόδωση της σποράς. 
Η Μεγαρίδα υπήρξε κατά βάση, ορεινή χώρα μεταξύ Κορινθίας, Βοιωτίας και Αττικής. Η αρχική της έκταση, όταν τα δυτικά της σύνορα έφθαναν στον Ισθμό, ήταν 650 τ. χιλ., όμως από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Καθώς η Κόρινθος κατέλαβε το δυτικό της τμήμα, η χώρα περιορίστηκε σε 420 τ. χιλ. Η Μεγαρίδα εκτείνεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες: δυτικά έχει τον Κορινθιακό κόλπο και νότια τον Σαρωνικό, με δύο κύρια λιμάνια, των Παγών και της Νίσαιας και βοηθητικό ήταν το λιμάνι του Πανούρμου ή Πάνορμος, που υπήρξαν ασφαλής ορμητήρια για την εμπορική και αποικιακή δραστηριότητα των Μεγάρων. 
Τα χερσαία της όρια διαμορφώνονταν από τους ορεινούς όγκους των Γερανείων δυτικά, του Κιθαιρώνα βόρεια, των υπωρειών των ορέων Πατέρα, Μακρού ανατολικά και του Τρικέρατου νοτιοανατολικά.
Η Μεγαρίς, τόπος ορεινός, όπου εκτός της πεδιάδας των Μεγάρων, είχε καλλιεργήσιμη γη στα παράλια, στα οροπέδια και τις πλαγιές των βουνών, που φιλοξενούσαν γεωργούς, ενώ ιδιαίτερα ανεπτυγμένη υπήρξε η κτηνοτροφία. Υπήρχαν επίσης μελισσοκόμοι, έμποροι, κεραμείς, βιοτέχνες και αλιείς. Υπολογίζεται ότι κατά τους κλασικούς χρόνους ο αριθμός των Μεγαρέων ελεύθερων πολιτών έφθανε τις 20.000 (και επί τουρκοκρατίας μετρούσε σαν κεφαλοχώρι των Δερβενίων μόνο 350 σπίτια).
Οι κυριώτερες πόλεις και κώμες που ήκμασαν κατά τους αρχαίους χρόνους, εκτός της πόλεως των Μεγάρων, ήταν οι: Οινόη, η Άρις, η Αιγειρούσαι, η Παγές, τα Αιγόσθενα, η Πάνορμος, η Ερένεια, ο Τριποδίσκος και η Κυνόσουρα. 
Εκτός των πόλεων και των οχυρωμένων οικισμών, ο ουσιαστικός ρόλος της Μεγαρίδας στα ιστορικά δρώμενα τεκμηριώνεται από ένα ορεινό, πυκνό δίκτυο δρόμων που υποστηρίζονταν και φυλάσσονταν από πύργους ή οχυρωμένους οικισμούς. Από κάθε κύριο δρόμο, όπως ήταν φυσικό, ξεκινούσαν μικρότεροι, οι οποίοι συνέδεαν απόμερους, σχεδόν ‘’κρυφούς’’ οικισμούς. Δημιουργώντας έτσι ένα ολόκληρο δίκτυο επικοινωνίας του κράτους και ταυτόχρονα υπήρξε άμυνα/φύλαξη στα σύνορα με την Κορινθιακή, την Αθηναϊκή και τη Βοιωτική γη.
Έως τον 6 αιν. π.Χ. τα σύνορά της προς την Κορινθία έφταναν έως τον Ισθμό. Ενώ η πιο βόρεια πόλη (προς τα Βοιωτικά σύνορα) ήταν τα Αιγόσθενα. 
Η συνοριακή γραμμή Μεγαρίδας-Αθήνας- Βοιωτίας και τα ακριβή της όρια παραμένουν ασαφή. Ωστόσο στο νότιο τμήμα φαίνεται πως υποστηρίζεται από έναν ακόμη σημαντικό δρόμο, γνωστό ως «πέρασμα Καντύλι». Ο δρόμος ξεκινούσε από την πεδιάδα των Μεγάρων με ανατολική πορεία και έστρεφε βόρεια, προς την σημερινή θέση Αγία Τριάδα -Μυρίνι, ακολουθώντας τη δυτική όχθη του ρέματος και που πιθανών να ήταν ο αρχαίος ποταμός Ίαπις. Τούτος μπορεί να είναι ο λόγος, που η συνοριακή πόλη Ερένεια, αν και αναφέρεται από τον Παυσανία ως Μεγαρική, φαινόταν να ανήκει στην Αθηναϊκή κυριαρχία. Καθώς ταυτίζεται με τη θέση στον Άγιο Γεώργιο της κοιλάδας των Κούνδουρων, που διαθέτει φρούριο ελλειπτικής κάτοψης, το νότιο τείχος του οποίου ενισχύεται από τρεις ημικυκλικούς πύργους και χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ. Η κοιλάδα των Κούνδουρων εκτός του φρουρίου έχει σειρά πύργων που επικοινωνούν οπτικά μεταξύ τους προς όλες τις κατευθύνσεις και ενισχύουν τον έλεγχο της συνοριακής γραμμής των δύο πόλεων-κρατών. Το ορεινό και πάλι ασαφές σύνορο των δύο χωρών, Μεγαρίδας-Αθήνας, στο νοτιότερο τμήμα ήταν το βουνό Τρικέρατον, που χωρίζει το Μεγαρικό από το Ελευσινιακό πεδίο. Στην ευρύτερη περιοχή τοποθετείται και η Οργάς, η ιερή πεδιάδα της Ελευσίνας, που ανήκε στη Δήμητρα. Η θέση πιθανότατα να ταυτίζεται με την κοιλάδα που δημιουργείται στους βορειοανατολικούς πρόποδες του Τρικέρατου, ανάμεσα στα βουνά, όπου υπάρχουν ενδείξεις οχυρωμένου οικισμού των ελληνιστικών χρόνων.
Ανάμεσα στην Οινόη και στα Αιγόσθενα (Κορινθιακός κόλπος), υπήρξαν τρεις ιστορικές (μη ταυτισμένες, έως τις ημέρες μας, αρχαιολογικός) κώμες. Η αγροτική κόμη Άρις, η περιτοιχισμένη Αιγειρούσαι, η Πάνορμος, γνωστή για το λιμάνι της και που πιθανών να ήταν η σημερινή Ψάθα. Ακόμη ασαφής παραμένει και η κώμη του Τριποδίσκου.