‘’Νύφη στο σπίτι μας που ήρθες δεν θα πεινάσεις, δεν θα κακοπεράσεις, εμείς είμαστε νοικοτσυραίοι, έχουμε στάρι στην αγκωνή, το βουτσί με τις ελές, το βαρέλι με το κρασί και το πιθάρι με το λάδι’’

Με τα λόγια ετούτα καλωσόριζε τη νύφη του ο Μεγαρέας πεθερός τα παλαιοτέρα χρόνια.

 

Η Μεγαρίτικη ελιά μπορεί να καλλιεργηθεί σε υψόμετρο ως και 700 μ. Είναι όμως δένδρο απαιτητικό σε εδάφη με σχετική υγρασία και ψύχος. Ευδοκιμεί επίσης σε εδάφη βαθιά και γόνιμα, ενώ, για να αποδώσει τα μέγιστα έχει ανάγκη από απλές καλλιεργητικές φροντίδες.

Γενικά το δέντρο της ελιάς εμφανίζει υποείδη, τύπους και ποικιλίες που δημιουργήθηκαν από φυσικές συνθήκες (κλιματολογικές και εδαφικές), με την πάροδο του χρόνου. Σε αυτό βοήθησε πολύ το γεγονός ότι η ελιά είναι δένδρο αιωνόβιο και πολλαπλασιάζεται πολύ εύκολα. Ακριβώς, τούτες οι συνθήκες είναι που κάνουν την Μεγαρική ελιά ξεχωριστό και μοναδικό υποείδος στη ποικιλία της, ακόμη και από της ελιές του ίδιου τύπου που φύονται σε διάφορα άλλα μέρη της Μεσογείου.

Ο Μεγαρικός κάμπος παρουσιάζει το παραδοσιακό σύστημα φύτευσης. Δηλαδή, σε ένα στρέμμα να υπάρχουν περίπου δώδεκα λιόδεντρα (1200 τ.μ. ήταν το μεγαρικό στρέμμα). Οι περίοδοι της καρποφορίας γίνεται: από τον 8ο -10ο χρόνο και για 100 και άνω χρόνια. Εδώ θα πρέπει να τονισθεί, ότι στο κάμπο υπάρχουν αιωνόβια δέντρα 300-500, ίσως και περισσότερων χρόνων, όπου καρποφορούν ακόμη και δηλώνουν την αρχαιότητα του μοναδικού τοπικού υποείδους ‘’Μεγαρίτικη’’ της ποικιλίας: ‘’Olea europaea var. media oblonga’’.

 Το φύτεμα των ελαιόδεντρων (όπως μας λέγει ο Χρυ. Σύρκος στο βιβλίο του: ‘’Μεγαρίτης’’, ‘’Μεγαρίτισσα’’), ξεκινούσε απ’ την αναζήτηση άγριων φυτών που φύονταν στα δάση του όρους Πατέρα και των Γερανείων Όρεων. Τα άγρια τούτα ελαιόδεντρα οι Μεγαρείς τα αποκαλούσαν ‘’αργουλέους’’. Ξερίζωναν λοιπόν, με περίσσια προσοχή, τους ‘’αργουλέους’’  και τους τοποθετούσαν σε λάκκους της γης που τους έλεγαν ‘’τζάκια’’ και επί ένα χρόνο τους πότιζαν τακτικά. Κατόπι προετοίμαζαν το χωράφι που θα τα φύτευαν, ανοίγοντας μεγάλες λακκούβες όπου τοποθετούσαν τους ‘’αργουλέους’’. Μετά δυο χρόνια, το μήνα Απρίλη, μπόλιαζαν τα άγρια δεντράκια με τη Μεγαρική ποικιλία.

H Mεγαρική ποικιλία αναπτύσσεται σε μέτριο έως μεγάλο δένδρο ορθόκλαδο, ύψους 5 – 10 μέτρων. Φέρει φύλλα πράσινα στην άνω επιφάνεια και φαιοπράσινα στην κάτω. Ο καρπός έχει σχήμα κυλινδροκωνικό, μέσο βάρος 3,3 gr (2,5 – 5 gr) και φέρει θηλή.

Καρποφορεί πλάγια σε βλαστούς προηγούμενου έτους από απλούς ανθοφόρους οφθαλμούς. Συνήθως παρενιαυτοφορεί. Η ύπαρξη ανθοφόρων οφθαλμών εξαρτάται από την βλαστική κατάσταση του δένδρου.

Η Μεγαρίτικη ποικιλία, όπως ήδη έχουμε δει (στο πρώτο μέρος), είναι διπλής χρήσης. Έτσι, συλλέγεται για την παραγωγή λαδιού πολύ καλής ποιότητας, καθώς η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι φθάνει έως 28% με χαμηλά έως και καθόλου οξέα. Επιπρόσθετα, ωριμάζει  τους  καρπούς της με φυσικό τρόπο πάνω στο δένδρο, που ενδείκνυνται για την παρασκευή του τύπου επιτραπέζιων ελιών: ‘’χαμωλαίο’’, ‘’χαμάδες’’ (τοπικές Μεγαρίτικες ονομασίες σαν υποείδος), είτε της ίδιας ποικιλίας: ‘’θρούμπες’’ (κοινής ονομασίας).
Σήμερα η ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου των Μεγάρων (παρ’ όλου που ήταν από τα πάρα πολύ καλά), έχει βελτιωθεί ακόμη περισσότερο μέσω: της κατάλληλης μεθόδου συγκομιδής, της μετασυλλεκτικής μεταχείρισης και της εφαρμογή της σύγχρονης τεχνικής εξαγωγής λαδιού. Και σαν αποτέλεσμα το παραγόμενο λάδι, πάνω από το 80%, να έχει οξύτητα χαμηλότερη του ενός βαθμού.

Έχει κίτρινο χρυσαφί χρώμα, γλυκιά γεύση και άρωμα ώριμων καρπών ελιάς. Λόγω των λεπτών γευστικών χαρακτηριστικών του και των πολύτιμων συστατικών του, προτιμάται ιδιαίτερα στις σαλάτες και στην υγιεινή διατροφή, γενικότερα καταναλώνεται πολύ ευχάριστα ωμό ή μαγειρεμένο.

 

Τελευταίο.