Το μεγαλύτερο μέρος του Μεγαρικού κάμπου είναι δεντροφυτεμένο με τη ξεχωριστή ποικιλία της ‘’Μεγαρικής’’, που ο καρπός της κάνει εξίσου για λάδι και για επιτραπέζια. Στην περιοχή της Μεγαρίδος καλλιεργούνται περισσότερα από 25.000 στρέμματα με ελαιόδεντρα της τοπικής ποικιλίας.
Οι παλιοί Μεγαρίτες λέγανε: ‘’Αν βγεις στον κάμπο με τις ελιές, δε σου κάνει καρδιά για να γυρίσεις πίσω στην πόλη’’.
H καλλιεργούμενη (ήμερη) ελιά ανήκει στην οικογένεια ‘’Oleaceae’’ και το βοτανικό
της όνομα είναι ‘’Olea sativa euromediterranea’’.
Η ελιά καλλιεργείται απ’ το 4000-5000 π.Χ. περίπου στο μεσογειακό χώρο. Οι επιστήμες της ιστορίας και της αρχαιολογίας με έρευνες που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη παρουσιάζουν απολιθώματα ελιάς στον ελληνικό χώρο με την εντυπωσιακή ηλικία των 50.000 – 60.000 ετών!
Kάθε υπόθεση είναι δυνατή για την καταγωγή του δέντρου της ελιάς. H ιστορία της αρχίζει με αυτή της Λεκάνης της Μεσογείου και είναι συνδεδεμένη με την περίοδο των ανακαλύψεων, των κατακτήσεων και του εμπορίου.
Διάφορα χαρακτηριστικά έχουν χρησιμοποιηθεί για την διάκριση των καλλιεργούμενων ποικιλιών της ελιάς, όπως είναι το μέγεθος του φύλλου , το σχήμα και το μέσο βάρος του καρπού , το σχήμα του κουκουτσιού κλπ. Τα χαρακτηριστικά όμως αυτά δεν είναι σταθερά, γιατί επηρεάζονται από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες και γι’ αυτό δεν αποτελούν πάντοτε αξιόπιστα κριτήρια.
Με την εφαρμογή όμως της ηλεκτροφοριτικής τεχνικής και τη μελέτη 16 ενζυμικών πολυμορφισμών κατέστη δυνατή η πλήρης διάκριση 27 καλλιεργούμενων ποικιλιών . To βασικό πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι επιτρέπει τον καθορισμό της γενετικής συνθέσεως ενός οργανισμού.
Οι διάφορες ποικιλίες ελιάς που καλλιεργούνται στην χώρα μας κατατάσσονται, με κριτήριο το βάρος των καρπών τους σε τρεις κατηγορίες : μικρόκαρπες (1.2 – 2.6 γραμμάρια), μεσόκαρπες (2.7 – 4.2 γραμμάρια) και αδρόκαρπες (4.3. – 10.5 γραμμάρια).
Μία λοιπόν από τις είκοσι εφτά καλλιεργούμενες ποικιλίες ελιάς και μέσα στις οκτώ μεσόκαρπες αναγνωρίζεται η Μεγαρίτικη ποικιλία.
H ελιά για τους έλληνες έγινε το σύμβολο της ειρήνης, της σοφίας και της νίκης.
Mε κλάδο ελιάς (κότινο) στεφάνωναν τους αθλητές και τους Oλυμπιονίκες στην αρχαία Ελλάδα. Ενώ ο Ελύτης θέλοντας να παρουσιάσει την θεμελιώδη ουσία του ελληνικού κοινωνικού ‘’κατεστημένου’’ είπε: ‘’μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι’’.
Η ελιά η παιδοτρόφα, όπως έγραψε ο Σοφοκλής, το πρώτο δέντρο που αναδύθηκε μετά το κατακλυσμό του Νώε, όπως αναφέρει η Χριστιανική παράδοση, ένα σύγχρονο ελιξίριο ζωής, όπως το θέλουν οι καιροί σήμερα. Και ο Όμηρος, όταν πρόκειται ν’ αναφερθεί στην ελιά: τηλεθόωσα, τανύφυλλον, ιερήν, την αποκαλεί και ευώδες είναι το έλαιον.
Στα Βυζαντινά χρόνια και την μετέπειτα εποχή της τουρκοκρατίας, το εμπόριο του λαδιού άνθισε πολύ γιατί τα παλάτια και τα σεράια των αρχόντων ήθελαν πολύ λάδι για το φωτισμό και για διατροφή. Κατά την περίοδο πάλι της τουρκοκρατίας, και ιδιαίτερα κατά τον 16ο αιώνα, μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου εξάγονταν στις Ευρωπαϊκές χώρες όχι τόσο ως βρώσιμο υλικό, όσο ως πρώτη ύλη στις «βιομηχανίες» σαπωνοποιίας. Το μεγαλύτερο μέρος του εξαγόμενου ελαιολάδου, πωλούνταν στην Μασσαλία, η οποία είχε εξελιχθεί σε μεγάλο ‘’βιομηχανικό’’ κέντρο παραγωγής σαπουνιού.
Οι περιοχές με την μεγαλύτερη παραγωγή ελαιολάδου, στον Ελλαδικό χώρο, ήταν η Κρήτη με 3,5 εκατομμύρια οκάδες (4.480 τόνοι), και η Πελοπόννησος. Η Αττική με τη Μεγαρίδα ακολουθούσαν με 200,000 μεζούρες των 12lit. (2.400 τόνοι) , και τα Σάλωνα με περίπου 1,5 εκατομμύρια οκάδες (1.920 τόνοι). Έτσι η Ελλάδα είχε γίνει ένας απέραντος ελαιώνας. Αλλά στους επαναστατικούς αγώνες πριν του 1821 η παραγωγή μειώθηκε αρκετά γιατί οι τούρκοι έκαιγαν και κατέστρεφαν τα λιόδεντρα για να μπορέσουν με αυτό τον τρόπο να αποδεκατίσουν από την πείνα τον λαό που επαναστατούσε.
Ένας από τους πρώτους λιόκαμπους που κάηκε από τους τούρκους ήταν ο Μεγαρικός το 1770 π.Χ. Σαν αντίποινα για την επανάσταση που κήρυξε ο Μητρομάρας στα Μέγαρα τον Μάρτιο του 1769. Ώστε ξεκίνησε εναντίον τού τόπου άγριος διωγμός (και φυσικά του ίδιου του Μητρομάρα) απ’ το Τούρκο διοικητή της Κορίνθου Κιαμήλμπεη, ο οποίος ζητούσε την παντελή εξόντωσή τους, καίγοντας αρχικά το κάμπο των Μεγάρων.
Ο Μητρομάρας επικεφαλής σώματος πολεμιστών, άρχισε να καταστρέφει τα υποστατικά των τούρκων στη Μεγαρίδα και στην Αττική. Το 1770 νίκησε σώμα τουρκικού στρατού στην Κακιά Σκάλα και ακολούθως μπήκε ξανά στα Μέγαρα και πυρπόλησε όλα τα τούρκικα κονάκια με την συμβολή των Μεγαρέων, αφού πρώτα μετέφεραν τα γυναικόπαιδα στη Μονή της Φανερωμένης της Σαλαμίνας. Όπου έκτοτε έγινε η βάση και το ορμητήριό του μέχρι και το θάνατό του στις 15/2/1772. (*).

(*)Βιβλιογραφία
Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια Κ-Μ, σελ. 535
Ιωάννης Β. Λυκούδης: Η Διοίκησης και Δικαιοσύνη των Τουρκοκρατημένων Νησιών. Αθήνα 1954.
Περιοδικό ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ τεύχος 89, Ιανουάριος 2004.

Συνεχίζεται…