Η πόλη των Μεγάρων είναι μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας και παρουσιάζει μια ιστορική ιδιομορφία που δεν έχει ακόμη διερευνηθεί σε όλες τις ιστορικές πτυχές της.

Η Μινωική και κατόπι η Μυκηναϊκή περίοδοι πολιτισμικών κυριαρχιών, άφησαν τα σημάδια τους στη πόλη.

 Ενώ έφτασε στη μέγιστη ακμή της πριν αναπτυχθούν αρκετά οι μεγάλες δυνάμεις του ελληνικού χώρου, δηλαδή πριν από τα μέσα του 6ου π.χ. αιώνα. Στη συνέχεια, ο γεωγραφικός παράγοντας επέβαλε τους δικούς του κανόνες. Τα Μέγαρα εξακολούθησαν να είναι σημαντική πόλη, αλλά είχαν την ατυχία να βρίσκονται και να δρουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο με τις πανίσχυρες Κόρινθο- Αθήνα και να βασίζουν την οικονομία τους στο εμπόριο όπως εκείνες. Έτσι, η σύγκρουση μεταξύ τους ήταν αναπόφευκτη. Η Αθήνα δε, χρησιμοποίησε εναντίον των Μεγάρων όχι μόνο την επιβλητική στρατιωτική και οικονομική της ισχύ, αλλά και όλο το τεράστιο βάρος της πνευματικής της παράδοσης. Ώστε οι Αθηναίοι συγγραφείς κατάφεραν ακόμα και να αποσιωπήσουν το ρόλο των Μεγαρέων σε διάφορα σημαντικά για τον ελληνισμό γεγονότα (για παράδειγμα τη συμμετοχή τους στον Τρωικό Πόλεμο) και επιχείρησαν να γελοιοποιήσουν τα ήθη και τα έθιμά τους.

Ο αγώνας με τους Αθηναίους ήταν άνισος και σύντομα οι Μεγαρείς αναγκάστηκαν να συρρικνώσουν τις φιλοδοξίες τους και να περιοριστούν σε δευτερεύοντα ρόλο.

Τα αρχαία Μέγαρα (όπως άλλωστε και τα σημερινά) ήταν χτισμένα πάνω σε δύο (σιαμαίους) λόφους με δύο κορυφές, γι’ αυτό είχαν και δύο ακροπόλεις, την Καρία και την Αλκαθόη. Επίνειά τους είχαν τη Νισαία στο Σαρωνικό, τις Παγές και τα Αιγόσθενα στο Κορινθιακό. Κατά την παράδοση, η ονομασία της πόλης προέρχεται είτε από τον ομώνυμους ναούς, στους οποίους λατρεύονταν η Δήμητρα και η Περσεφόνη (Παυσανίας), είτε από τον ήρωα Μεγαρέα (Ηρόδοτος). Κατά την ίδια παράδοση, πρώτοι βασιλείς της πόλης υπήρξαν κατά σειρά ο Καρ, ο Λέλεξ, ο Κλήσων, ο Πύλας, ο Πανδίων και ο Νίσος. Ακολούθησε ο Βοιωτός Μεγαρέας, ο οποίος δεν άφησε διαδόχους, γιατί οι γιοι του Τίμαλκος και Ένιππος πέθαναν νωρίς από βίαιο θάνατο. Ο θρόνος περιήλθε στον Αλκάθουν, γιο του Πέλοπα, και έπειτα στον Αίαντα τον Τελαμώνιο ή στον Υπερίωνα, γιο του Αγαμέμνονα. Όταν οι Δωριείς κατέκλυσαν τον ελλαδικό χώρο, κατέλαβαν και τα Μέγαρα και επέβαλαν ολιγαρχικό πολίτευμα. Όμως κατά τον 8ο, 7ο και 6ο π.χ. αιώνα τα Μέγαρα φαίνεται ότι απέκτησαν πολιτική αυτοτέλεια και έγιναν μεγάλη στρατιωτική δύναμη. Η ισχύς τους γίνεται φανερή από τον αριθμό των αποικιών που ίδρυσαν στις ακτές της Προποντίδας και στη Σικελία. Γνωστότερες από αυτές τις αποικίες ήταν η Κύζικος, η Χαλκηδών τα Υβλαία Μέγαρα και το περίφημο Βυζάντιο, που δάνεισε την ονομασία του σε μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Κατά τα τέλη του 7ου π.χ. αιώνα (627-600) η πόλη γνώρισε την τυραννία στο πρόσωπο του Θεαγένη και μια τελευταία περίοδο ακμής, μετά την οποία άρχισε η πτώση. Σταδιακά, στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Αττικής επικράτησε η Αθήνα και το μίσος ανάμεσα στις δύο πόλεις έγινε βαθύ. Διατηρήθηκε και μετά τους Περσικούς Πολέμους, παρά την υποδειγματική συμπεριφορά των Μεγαρέων, οι οποίοι δεν ‘’μήδισαν’’ ποτέ και πολέμησαν γενναία σε όλες τις σημαντικές μάχες. Οι σχέσεις τους οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όταν, για ευνόητους λόγους, τα Μέγαρα πήραν το μέρος των Σπαρτιατών. Μετά τη μεγάλη αυτή σύγκρουση, η αθηναϊκή δύναμη μειώθηκε, αλλά τα Μέγαρα έπαψαν οριστικά να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ελλάδα και οι μετέπειτα περιπέτειές τους (μακεδονική και ρωμαϊκή κατοχή, λεηλασίες από Γαλάτες, Γότθους και Σλάβους) εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο των περιπετειών του ελληνισμού.

Τα Μέγαρα μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 πέρασε στην δικαιοδοσία του Βονιφάτιου του Μονφερατικού ( Boniface de Montferrat ) που την παραχώρησε μαζί με την Αθήνα στον Όθωνα de La Roche της Βουργουνδίας, τον κύριο των Θηβών. Ο Όθων προχώρησε αμέσως στην οργάνωση της περιοχής της Αττικής κατά τα δυτικά φεουδαρχικά πρότυπα.

Η Βουργουνδιακή Αθήνα έκλεινε στους κόλπους της την Αττική, τη Βοιωτία, τη Μεγαρίδα, τις οχυρές πόλεις του Άργους, της Ναυπλίας και την αρχαία Οπουντιακή Λοκρίδα.
Με μια τέτοια θέση, η Αθηναϊκή Πολιτεία κατείχε μια αξιόλογη έκταση παραλίων και τουλάχιστον πέντε πόρτα (λιμάνια): του Πειραιά (το Πόρτο Λεόνε), τη Ναυπλία, τη Νισαία, την Αταλάντη απέναντι στην Εύβοια, και τη Λιβαδόστρα ή Rive D’ Ostre, όπως την ονόμαζαν οι Φράγκοι στον κόλπο των Αλκυονιδών, στον Κορινθιακό κόλπο και ήταν το συνηθισμένο πόρτο που ταξίδευαν για τη Δύση.

Μεγάλα δεινά υπέστησαν τα Μέγαρα κατά την Τουρκοκρατία, ιδίως μετά την επανάσταση του Λάμπρου Κατσώνη (1770). Οι περισσότερες οικογένειες των Μεγαρέων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους για να ζήσουν στα βουνά των Γερανείων-Πατέρα, και στην οποία επανήλθαν πλήρως το 1830.

 

Υ.Γ.

Η ανάρτηση αυτού του κειμένου γίνεται διότι αρκετοί, αρκετές δεν γνώριζαν για τα Μέγαρα. Ώστε τακτικά να με ρωτούν για την ιστορία των Μεγάρων, καθώς βλέπουν ότι τον τελευταίο καιρό αναρτώ διάφορα θέματα γύρω από τη Μεγαρίδα στα μπλοκ που διατηρώ. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω πως η από παιδί αγάπη μου για το τόπο (ενώ δεν κατάγομαι από τα Μέγαρα), με οδήγησε στην ερεύνα και στη παρουσία αυτών των θεμάτων θέλοντας να τα μοιραστώ μαζί σας.  Γιατί όπως αναφέρω και στο κείμενο πιστεύω πως ο τόπος έχει αδικηθεί κι απ’ τη αρχαία εποχή ακόμη…