Πηγή εικόνας: http://www.alepoxori.gr

 

Έχω ξαναγράψει ότι, τα Μέγαρα, ήταν ξακουστά απ’ την αρχαιότητα για τη σημαντική και πολιτιστική τους δραστηριότητα και πως έχουν μία τεράστια ιστορική, λαογραφική, θρησκευτική κληρονομιά να επιδείξουν. Επίσης, η φύση, προίκισε τη Μεγαρική γη με απείρου κάλους ομορφιές όπου είναι άγνωστες ακόμη και σε πολλούς κάτοικους της Δυτικής Αττικής.

Σε μια από τούτες τις πανέμορφες περιοχές, σε πευκόφυτη πλαγιά στο Άνω Αλεποχώρι Μεγαρίδος, σε ιδιαίτερα εξαιρετικά όμορφο φυσικό περιβάλλον και σ’ ένα από τα ωραιότερα που διατηρούνται ακόμη σχετικά αδιατάρακτα στην πολύπαθη Αττική γη, βρίσκεται η Ι. Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος με το εκκλησάκι της Ζωοδόχου πηγής –σε μικρή απόσταση βορειοανατολικά της Μονής – που έχει επίσης αγιογραφίες.

Οι τοιχογραφίες που κοσμούν τους δύο Ναούς χρονολογούνται, με βάση εικονογραφικά και στυλιστικά κριτήρια, στη δεύτερη πεντηκονταετία του 13ου αιώνα. Στα υψηλότερα τμήματα του καθολικού, ιστορούνται οι σκηνές, ενώ στα κατώτερα βρίσκονται τα πορτραίτα των αγίων, πράγμα σύνηθες στα εικονογραφικά προγράμματα των βυζαντινών ναών.

Η περιοχή βρίσκεται εικοσιεπτά περίπου χιλιόμετρα από τα Μέγαρα, κοντά στην ακτή του Κορινθιακού.

Οι αρχαίοι Μεγαρείς λάτρευαν την Άρτεμη Σώτειρα και τις είχαν αφιερώσει δύο αγάλματα όπως μας λέει ο Παυσανίας: Παυσανίας. ΑΤΤΙΚΑ. XLIII εδαφ. 7. ‘’Εν δε ταις Παγαίς θεάς υπελείπετο άξιον Αρτέμιδος Σωτείρας επίκλησιν χαλκούν άγαλμα, μεγέθει τω παρά Μεγαρευσιν ίσον και σχήμα ουδέν διαφόρος έχον.’’ Μετάφραση: ‘’στις Παγές σώζεται ένα αξιοθέατο χάλκινο άγαλμα της Άρτεμης που ονομάζεται Σώτειρα και που είναι ίσο στο μέγεθος με εκείνο που έχουν οι Μεγαρείς , ως προς τη μορφή επίσης δεν είναι καθόλου διαφορετικό.’’

Το ένα εξ αυτών των αγαλμάτων της Άρτεμης Σώτειρας, είδαμε πως ήταν στις Παγές (σημερινό Αλεποχώρι), έτσι συναντάμε μια καθόλου ευκαταφρόνητη στην ιστορική θρησκευτική συνέχεια, τουλάχιστον, προς την ονοματοθεσία της λατρευτικής πίστης των Μεγαρέων.     

Η Ι. Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος πρόκειται δε για ένα εξαιρετικής σημασίας μνημείο της μεσαιωνικής και νεώτερης ιστορίας της περιοχής, καθώς διασώζει όχι μόνο το ιδιαίτερα ενδιαφέρον βυζαντινής εποχής καθολικό της αλλά  –πράγμα εξαιρετικά σπάνιο- και τα νεότερα μοναστηριακά της κτίσματα χωρίς μεταγενέστερες επεμβάσεις και αλλοιώσεις. Το μικρό οικοδομικό συγκρότημα της Μονής περιλαμβάνει το καθολικό,  μικρών διαστάσεων σταυρεπίστεγο ναό με τοιχογραφίες του  3ου τετάρτου του 13ου αιώνα και τα μοναστηριακά κτίσματα: την τράπεζα, τα κελιά, τους βοηθητικούς χώρους και τον μαντρότοιχο του περιβόλου που μπορούν να χρονολογηθούν στο 18ο ή στον πρώιμο 19ο αιώνα.

Κατά το σεισμό του 1981 το από χρόνια εγκαταλειμμένο συγκρότημα (ένας μόνο υπέργηρος μοναχός ζούσε τότε), έπαθε σοβαρές καταστροφές, καθώς κι όλα τα κτήριά του.

Τη δεκαετία του 1990 έγιναν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία διάφορες μελέτες αποκατάστασης τμημάτων του συγκροτήματος, με βάση τις οποίες εγκρίθηκε από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων η εκτέλεση επειγουσών εργασιών στη Μονή.  Το 2003  το Ίδρυμα Α.  Γ.  Λεβέντη ενέκρινε την πρόταση της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ για χρηματοδότηση του έργου αποκατάστασης του καθολικού της Μονής.  Το καλοκαίρι του 2004 άρχισε το έργο, το οποίο ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2006

Το έργο αποκατάστασης έγινε με την εποπτεία της  1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ, με τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη, τη μέριμνα και τον συντονισμό του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ.  Η επίβλεψη του έργου έγινε από το Γραφείο Αρχιτεκτονικών Μελετών Στ.  Μαμαλούκος-Α.  Καμπόλη-Μαμαλούκου και Συνεργάτες και τον Π.  Κουφόπουλο με τη συνεργασία του αρχαιολόγου Γ. Πάλλη.  Η εκτέλεση των εργασιών πραγματοποιήθηκαν από τη Μνημειοτεχνική ΕΠΕ και η συντήρηση των τοιχογραφιών έγινε από το συνεργείο του συντηρητή αρχαιοτήτων Μ. Κρασαγάκη.

 

Βιβλιογραφία:

Παυσανίας . ΑΤΤΙΚΑ. XLIII εδαφ. 7.

Ντούλα Μουρίκη, Οι τοιχογραφίες του Σωτήρα Μεγαρίδος, Αθήνα 1978.

Αν. Ορλάνδος, Οι σταυρεπίστεγοι ναοί της Ελλάδας,

Αρχείον Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδος Α΄, Αθήνα 1935, σ. 41.