«Μεγαρικός σκύφος. Από τα Μέγαρα. Ανάγλυφη διακόσμηση από τρίποδες και αγάλματα της Αθηνάς. Στο μετάλλιο κεφαλή Αλεξάνδρου-Ηρακλή. Ύψος: 0,08 μ. Β’ τέταρτο 2ου αιώνα π.Χ.’’

Πηγή εικόνας: http://collections.culture.gr/ItemPage.aspx?ObjectID=1593&KindID=4&periodstring=42

 

 

Ο σκύφος ήταν στην αρχαία Ελλάδα, ένα αγγείο πόσεως συνήθως με δύο οριζόντιες λαβές (σπανιότερα με μία οριζόντια και μία κάθετη). Μοιάζει με την κοτύλη, μόνο που στον σκύφο τα τοιχώματα είναι πιο ανορθωμένα. Όμως με τη συμβατική ονομασία «μεγαρικός σκύφος», ονομάζουμε ένα μικρό ημισφαιρικό αγγείο πόσεως της ελληνιστικής εποχής, χωρίς λαβές (ημίτομος ήταν η πιθανή αρχαία ονομασία του), και φέρει ανάγλυφη διακόσμηση.

Οι λεγόμενοι ‘’μεγαρικοί’’ είναι μικρά ανάγλυφα άωτα αγγεία από πηλό, τα οποία μιμούνται μεταλλικά πρότυπα. Βρέθηκαν για πρώτη φορά, σε αρχαιολογικές ανασκαφές στη Μεγαρικής περιοχή, τούτοι οι χαρακτηριστικοί σκύφοι σε αρκετά διαφορετικά μέρη και κάποια από αυτά χρονολογήθηκαν πριν ακόμη τον 5ο αιώνα π.Χ. . Έτσι ονομάστηκαν ‘’μεγαρικοί’’.  

Ανήκουν στην κατηγορία των μονόχρωμων μελαμβαφών τα ονομαστά κεραμικά (κυρίως οι μεγαρικοί σκύφοι) με ανάγλυφη διακόσμηση συνήθως φυτική, αλλά και με ζώα ή σκηνές απ’ την Ιλιάδα, οπότε λέγονται ομηρικοί σκύφοι. Ήταν πολύ διαδομένα αγγεία από το 325 ως το 100 π.Χ. περίπου σε όλο τον ελληνιστικό χώρο. 

Οι λεγόμενοι ‘’μεγαρικοί’’ ή ‘’ομηρικοί’’ σκύφοι αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό είδος αγγείου στην Ελληνιστική περίοδο. Πρόκειται για μελαμβαφή ημισφαιρικά κύπελλα με ή χωρίς χαμηλή δακτυλιόσχημη βάση και με ανάγλυφη διακόσμηση, η οποία καλύπτει όλη την εξωτερική επιφάνεια του αγγείου εκτός από το χείλος και περιλαμβάνει από αφηρημένα και φυτικά κοσμήματα μέχρι ζώα και ανθρώπινες μορφές, που συνήθως διατάσσονται συμμετρικά. Αυτά τα επιτραπέζια αγγεία πόσης, καθημερινής χρήσης, κατασκευάζονταν μαζικά με τη βοήθεια μήτρας, στην οποία είχαν προηγουμένως αποτυπωθεί με σφραγίδα τα διακοσμητικά μοτίβα, στην πλειονότητά τους εμπνευσμένα από πρότυπα μεταλλικών αγγείων σε χρυσό ή ασήμι.
Παλαιότερα, οι ιστορικοί πίστευαν ότι μοναδικό κέντρο παραγωγής αυτών των αγγείων ήταν τα Μέγαρα, γι’ αυτό και ονομάστηκαν με τη συμβατική ονομασία ‘’Μεγαρικοί σκύφοι’’. Σήμερα όμως ξέρουμε ότι υπήρχαν πολλά κέντρα κατασκευής ανάγλυφων σκύφων, το καθένα με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η παραγωγή τους αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα Μεγαρική καινοτομία των χρόνων, λίγο μετά τα μέσα του 3ου αι. π.Χ. (περίπου 240-220 π.Χ.), αλλά η νέα αυτή τεχνική υιοθετήθηκε πολύ γρήγορα και από άλλες πόλεις: όπως απ’ την Αθήνα στο τελευταίο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ., απ’ την Κόρινθο και το Άργος καθώς λίγο αργότερα από άλλα πελοποννησιακά κέντρα (π.χ. Σπάρτη) και από τη Βοιωτία, ενώ στη Δήλο εμφανίζονται στο διάστημα 166-69 π.Χ.

Οι μεγαρικοί σκύφοι, κοσμημένοι με φυτικά μοτίβα, απαντιόνται σε ολόκληρο τον ελληνιστικό χώρο καθώς και οι ομηρικοί σκύφοι, όπου τα θέματα των οποίων είναι παρμένα από τον ομηρικό κύκλο. Μεταλλικά πρότυπα μιμούνται επίσης και πολλά από τα αναρίθμητα πήλινα λυχνάρια.