Η λέξη ‘’κρασί’’ παράγεται, με τη μεσολάβηση των τύπων κρασίν=κρασίον, από τη λέξη κράσις=ανάμειξη, που με τη σειρά της είναι παράγωγο του ελληνικού θέματος κρα- (πρβλ. το ρήμα κεράννυμι=αναμειγνύω και το ουσ. κρατήρ=σκεύος ανάμειξης). 
Η ετυμολογία της λέξης αντανακλά της αγαπημένης συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να πίνουν το κρασί τους ανακατεμένο με νερό. Οι Έλληνες λάτρεψαν το Διόνυσο κι αγάπησαν το κρασί, εκτιμώντας το γεγονός ότι τους βοηθούσε ανάλογα με την περίσταση να ξεχνούν τα βάσανα της ζωής, να έρχονται σε έκσταση ή να δημιουργούν μια ευχάριστη ατμόσφαιρα για κέφι στην συντροφιά. Το κρασί το εκτιμούσαν λαός και κυβερνόντες, καθώς και οι φιλόσοφοι όλων, σχεδόν, των ρευμάτων, από τους Προσωκρατικούς και τους Ιδεαλιστές (Πλάτων, Σωκράτης κ.ο.κ.) μέχρι τους Επικούριους, ενώ και οι ποιητές δεν παρέλειψαν να το υμνήσουν. Το βέβαιο πάντως είναι ότι δεν συνήθιζαν να μεθούν, ούτε είχαν καμία εκτίμηση στους ‘’μεθύστακες’’. 
Η ελληνική πανάρχαια λέξη «οίνος» στους βυζαντινούς χρόνους αντικαταστάθηκε πλήρως απ’ τη λέξη «κρασί» -η αντικατάσταση αυτή επιταχύνθηκε πιθανόν από το ότι ο «οίνος» (όπως και ο «άρτος») αποτελούσε πλέον όρο του χριστιανικού τελετουργικού/θρησκευτικού λεξιλογίου, ώστε εκ της θρησκευτικής θεματολογίας, αναγκαστικά, να μετατραπεί ο οίνος σε «λέξη ταμπού». Διότι οι αρχαίοι Έλληνες γενικά διαχώριζαν τον οίνο από το κρασί. Ο οίνος πίνονταν άκρατος και το κρασί κεκραμένο (διαλυμένο με νερό). Συνήθως, όμως, νέρωναν το κρασί με θαλάσσιο νερό, επειδή, όπως ισχυρίζεται ο Αθήναιος, με αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η μέθη και διευκολύνεται η πέψη…
Στη πανάρχαια Μεγαρική πολιτεία/χώρα, γνωρίζουμε ότι υπήρχε η κώμη Οινόη, περίπου στη σημερινή περιοχή του Σχίνου, στο Κορινθιακό κόλπο, καθώς αναφέρεται σε πολλές φιλολογικές πηγές. Έτσι, γίνεται φανερό απ’ την ονομασία ‘’Οινόη’’, (Ο πατέρας της λαογραφίας Εκαταίος ο Μιλήσιος προσθέτει ότι οι «παλαιοί Έλληνες αποκαλούσαν τα αμπέλια Οίνας»), ότι ήταν μία αμπελοπαραγωγός περιοχή όπου οι κάτοικοί της ασχολούνταν κατά κόρον με την παραγωγή του οίνου και που τούτο δηλώνει πως οι Μεγαρείς ήταν γνώστες της οινοποιίας τουλάχιστον απ’ τον 8ο αιών. π.Χ.
Στους δε κλασικούς χρόνους, μετά την κατάρρευση της Μεγαρικής χώρας και με τις ολικές καταστροφές που υπέστηκε απ’ τους Μακεδόνες πρώτα και αργότερα των Ρωμαίων, όπου στη κυριολεξία την ισοπέδωσαν, η αμπελουργία και οι άλλες γεωργικές καλλιέργειες βρέθηκαν σε περίοδο ‘’οπισθοδρόμησης’’. Ειδικότερα σε όλη την αρχαία Ελλάδα, με την αποδιάρθρωση του εμπορίου και της γεωργίας, μειώθηκαν τόσο οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, όσο και η ποιότητα των κρασιών. Σε κάποιες δε ελληνικές περιοχές η αμπελουργία εγκαταλείφθηκε για αιώνες. 
Οι χριστιανοί μοναχοί και οι κληρικοί, που χρειάζονταν τον οίνο για λειτουργικούς σκοπούς, ήταν σε πολλές περιπτώσεις αυτοί που συνετέλεσαν στη διατήρηση και την ξανάνθιση της οινοποιητικής παράδοσης. 
Στη Μεγαρική πεδιάδα κατά τον 10ον αιώνα μ.Χ. άρχισε ο θρησκευτικός οργασμός με την εμφάνιση πολλών εκκλησιών και κάποιων Ι. Μονών (πιθανών να ήταν παραλαύρια της Μονής του Οσίου Μελετίου στο Κυθαιρώνα), ώστε η αμπελουργία να επανεμφανίζεται και να αυξάνει στο γεωργικό ενδιαφέρον των Μεγαρέων. Έκτοτε η αυτή καλλιέργεια, μαζί με την ελαιουργία υπήρξαν οι κύριες οικονομικές πηγές, ακόμη και την περίοδο της τουρκοκρατίας. 
Τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια, στα Μέγαρα είναι που δίνει και τη ξεχωριστή παρουσία της η μοσχοβολούσα ρετσίνα.
Η ευωδιαστή ρετσίνα, η τέρψης των αισθήσεων, που τους δύο περασμένους αιώνες εύφραινε τους παραβρισκόμενους γλεντζέδες στα πανηγύρια της Αττικής αλλά σερβιριζότανε ‘’χύμα’’ στα καλύτερα οινοζυθοποιοία της Αθήνας, προερχότανε κατά 70% από τη περιοχή των Μέγαρων. 
Η παραγωγή βέβαια της ρετσίνας γινόταν από την αρχαιότητα ακόμη, όταν η προσθήκη ρητίνης (ρετσινιού) αποσκοπούσε στην καλύτερη συντήρηση του κρασιού, και όχι μόνο στην προσθήκη αρώματος ώστε η μοναδική γεύση της να θεωρείται ότι έχει προέλθει αρχικώς, από την πρακτική της σφράγισης των αμφορέων. Πριν από την εφεύρεση των στεγανών μπουκαλιών γυαλιού, το οξυγόνο αλλοίωνε τα κρασιά πολύ γρήγορα. Ώστε για να στεγανοποιήσουν το στόμιο, οι αρχαίοι είχαν εφεύρει την χρήση της πίσσας ρητίνης του πεύκου, με του μίγματος γύψου- πυλού, για τη σφράγιση, η οποία συγχρόνως εμπλούτιζε με την πάροδο του χρόνου το κρασί με το χαρακτηριστικό της άρωμα. Και στα κατοπινά χρόνια ήταν που διαδόθηκε η πρακτική της προσθήκης της ρετσίνης στο μούστο για τον αρωματισμό του κρασιού και την καλύτερη συντήρησή του.
Για την παρασκευή της ρετσίνας χρησιμοποιούνται συνήθως σταφύλια άσπρα από πηλώδες έδαφος ασβεστούχας ή ηφαιστιογενής ποιότητας και για αυτόν τον λόγο σε όλη την ελληνική γη ήταν δημοφιλής και μεγάλη η παραγωγή της.
Οι Μεγαρείς αμπελουργοί είχαν διάφορα πατροπαράδοτα ‘’μυστικά’’ που έκανε την ρετσίνα τους πιο εύγεστη και με την μοναδική χαρακτηριστική μυρωδιά όπου οι οινοπότες να την προτιμούν απ’ των άλλων περιοχών παραγωγής ρετσίνας.
Ένα από ετούτα τα μυστικά ήταν η προετοιμασία του βαρελιού, που γινόταν σαν ιεροτελεστία τα παλαιότερα χρόνια στα Μέγαρα, προκειμένου να δεχτεί το καινούργιο κρασί και ήταν μια σύνθετη εργασία: αφαιρούσαν την παλιά οινολάσπη, πλένοντάς το καλά δύο-τρεις φορές με νερό, μέσα στο οποίο έριχναν μικρά ποταμίσια χαλίκια, ενώ, στη συνέχεια, για την αποτελεσματικότερη απολύμανσή του, έκαιγαν στο εσωτερικό του θειαφοκέρια (χοντρές κλωστές διαποτισμένες με διάλυμα θειαφιού, που τις κρεμούσαν από την επάνω μεγάλη τρύπα του).
Η όλη προετοιμασία έκλεινε με το στυφάρισμα: έπλεναν το δρύινο βαρέλι με ζεματιστό, αυτήν τη φορά, νερό, μέσα στο οποίο έριχναν δεντρολίβανο, βελόνες ελάτου, θυμάρι και φλισκούνι. Μ’ αυτό τον τρόπο, προσέδιδαν στα ξύλινα βαρέλια, αλλά και στο ίδιο το κρασί, όλες αυτές τις χαρακτηριστικές ευωδιές που έβγαζε η ονομαστή ρετσίνα Μεγάρων.