Ο Στίλπων ήταν διακεκριμένος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, που γεννήθηκε στα Μέγαρα το 360 π.Χ. και πέθανε το 280 π.Χ., 80 χρονών. Κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε μαθητής των δύο μαθητών του Ευκλείδη, του Ιχθύα και του Θρασύμαχου του Κορίνθιου όπως αναφέρει ο Ηρακλείδης.

Για το πόσο είχε εντρυφήσει και υψώσει την επιστήμη της Διαλεκτικής φιλοσοφίας του, ώστε ο Φίλιππος ο Μεγαρικός αναφέρει επί λέξει τα εξής: ‘’Παρὰ μὲν γὰρ Θεοφράστου Μητρόδωρον τὸν θεωρηματικὸν καὶ Τιμαγόραν τὸν Γελῶον ἀπέσπασεν, παρ’ Ἀριστοτέλους δὲ τοῦ Κυρηναϊκοῦ Κλείταρχον καὶ Σιμμίαν· ἀπὸ δὲ τῶν διαλεκτικῶν Παιώνειον μὲν ἀπ’ Ἀριστείδου, Δίφιλον δὲ τὸν Βοσποριανὸν Εὐφάντου καὶ Μύρμηκα τὸν Ἐξαινέτου παραγενομένους ὡς ἐλέγξοντας ἀμφοτέρους ζηλως ἔσχε.’’ Δηλαδή: ‘’Από τον Θεόφραστο απέσπασε τον Μητρόδωρο τον θεωρητικό και τον Τιμαγόρα από τη Γέλα. Από τον Αριστοτέλη τον Κυρηναϊκό, τον Κλείταρχο και τον Σιμμία. Από τους διαλεκτικούς, απέσπασε τον Παιώνειο από τον Αριστείδη, ενώ τον Δίφιλο τον Βοσποριανό του Ευφάντου και τον Μύρμηκα του Εξαινέτου, που πήγαν για να τον αντικρούσουν, τους έκανε φανατικούς οπαδούς του.’’

Αναφέρεται επίσης πως τόσο προκαλούσε την προσοχή του κόσμου στην Αθήνα (η στάση ζωής του φιλοσόφου), ώστε έβγαιναν από τα εργαστήρια για να τον δουν. Όταν κάποιος του είπε: ‘’Στίλπων, σε περιεργάζο­νται σαν θηρίο’’, ο φιλόσοφος του απάντησε: ‘’Όχι, σαν άνθρωπο αληθινό’’. 

Ο Στίλπων υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και διακεκριμένους φιλοσόφους της Μεγαρικής Σχολής και εκείνος που θεωρείτε ότι την ανάγαγε σε ‘’διαλεκτική’’. Καθώς ήταν γνωστός για τις εύστοχες διαλεκτικές απαντήσεις αλλά και την τήρηση στην αυστηρότητα των ηθών, την αφιλοκέρδεια και την αξιοπρέπειά του. Σύμφωνα βέβαια με τη γραμμή της Μεγαρικής Σχολής ο Στίλπωνας δεχόταν ένα ον, το ακίνητο και απόλυτο ώστε αρνούνταν την πολλαπλότητα των όντων. Επίσης αναιρούσε και τα είδη, δηλαδή το ενδιάμεσο ανάμεσα στο απόλυτο ον και το επιμέρους ον. Καθώς όμως με την άρνηση των ειδών ο φιλόσοφος αρνούνταν και τα άτομα, γιατί γι’ αυτόν το ον είναι αδιαίρετο, αγέννητο και αθάνατο. Το ανώτατο αγαθό γι’ αυτόν είναι η απάθεια. 
Αξιομνημόνευτοι μαθητές του υπήρξαν ο Ζήνων ο Κυτιεύς, ιδρυτής του Στωικισμού, η μαθηματικός Νικαρέτη κι ο Μενέδημος όπου ίδρυσε στην Ερέτρια την Ερετριακή Σχολή. 
Περί την φιλοσοφική ηθική του Στίλπωνα είναι μόνο γνωστό ότι θεωρούσε ως το μεγαλύτερο αγαθό την απάθεια της ψυχής. Όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Στίλπων είχε γράψει εννιά διάλογους που ήταν:

“Μόσχος”,

“Αρίστιππος ή Καλλίας”

“Πτολεμαίος”,

“Χαιρεκράτης”,

“Μητροκλής”,

”Αναξιμένης”,

“Επιγένες”,

“Προς την εαυτού θυγατέρα”,

“Αριστοτέλης”.

Δυστυχώς, όμως δεν έχει διασωθεί κανένας διάλογος.
Ο φιλόσοφος συμφωνώντας με τον Διογένη τον κυνικό δίδασκε πως το ανώτατο αγαθό για τον άνθρωπο πρέπει να είναι η απάθεια και πως ο φιλοσοφημένος άνθρωπος είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη περιουσίας ή φίλων για να ευτυχήσει.
Στην εποχή του Στίλπωνα, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, βασιλιάς της Μακεδονίας που  κατέλαβε και λεηλάτησε τα Μέγαρα. Όταν ρώτησε τον Στίλπωνα αν κατά τη λεηλασία οι στρατιώτες του πήραν κάποιο περιουσιακό στοιχείο, ο Στίλπων απάντησε: “Δεν παρατήρησα κανέναν να αποκομίζει την Επιστήμη”.
Αργότερα συγκρούστηκε με τον προκάτοχό του στην ηγεσία της Μεγαρικής Σχολής Διόδωρο τον Κρόνο, σε συζήτηση που έγινε μπροστά στον βασιλιά Πτολεμαίο. Όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Διόδωρος δε μπόρεσε να δώσει απάντηση στα διαλεκτικά προβλήματα που του υπέβαλε ο Στίλπων και ο Πτολεμαίος τον ειρωνεύθηκε για την άγνοια του. Ο Διόδωρος προσβλήθηκε βαριά και έφυγε. Κατόπιν για να αντικρούσει τον Στίλπωνα έγραψε ολόκληρο βιβλίο, έπεσε όμως σε βαριά κατάθλιψη και τελικά πέθανε!
Κάποιο καιρό λέγετε πως ο Στίλπων δίδασκε στην Αθήνα, όμως οι Αθηναίοι εξόρισαν τον φιλόσοφο από την πόλη τους, γιατί είχε αμφισβητήσει τη θεότητα της Αθηνάς και ως φανερώνεται δεν δεχόταν την πολυθεΐα.
‘Ετσι, ο Στίλπων δικάστηκε και καταδικάστηκε από τους Αθηναίους για ασέβεια προς τα μνημεία των θεών, και η ποινή ήταν εξορία.
(Διογένης Λαέρτιος,II,116). Κείμενο: ‘’τοῦ τό ν φασιν περὶ τῆ ς Ἀ θηνᾶ ς τῆ ς τοῦ Φειδί ου τοιοῦ τό ν τινα λό γον ἐ ρωτῆ σαι· “ἆ ρά γε ἡ τοῦ Διὸ ς Ἀ θηνᾶ θεό ς ἐ στι;” φή σαντος δέ “ναί ” “αὕ τη δέ γε, ” εἶ πεν, “οὐ κ ἔ στι Διό ς, ἀ λλὰ Φειδί ου·” συγχωρουμέ νου δέ “οὐ κ ἄ ρα, ” εἶ πε, “θεό ς ἐ στιν. ” ἐ ν ᾧ καὶ εἰ ς Ἄ ρειον πά γον προσκληθέ ντα μὴ ἀ ρνή σασθαι, φά σκειν δ’ ὀ ρθῶ ς διειλέ χθαι· μὴ γὰ ρ εἶ ναι αὐ τὴ ν θεό ν, ἀ λλὰ θεά ν· θεοὺ ς δὲ εἶ ναι τοὺ ς ἄ ρρενας. Καὶ μέ ντοι τοὺ ς Ἀ ρεοπαγί τας εὐ θέ ως αὐ τὸ ν κελεῦ σαι τῆ ς πό λεως ἐ ξελθεῖ ν. Ὅ τε καὶ Θεό δωρον τὸ ν ἐ πί κλην θεὸ ν ἐ πισκώ πτοντα εἰ πεῖ ν, “πό θεν δὲ τοῦ τ’ ᾔ δει Στί λπων; ἢ ἀ νασύ ρας αὐ τῆ ς τὸ ν κῆ πον ἐ θεά σατο;” ἦ ν δ’ ἀ ληθῶ ς οὗ τος μὲ ν θρασύ τατος· Στί λπων δὲ κομψό τατος’’. 
Μετάφραση: Αυτός, λένε, ρώτησε κάποτε έτσι για το άγαλμα της Αθηνάς που είχε φτιάξει ο Φειδίας: “Είναι θεός η Αθηνά, η κόρη του Δία; “, και σαν του είπαν “ναι”, “μα αυτή δεν είναι του Δία, είναι του Φειδία”, αποκρίθηκε. Και καθώς συμφωνούσαν, συμπέρανε: “άρα δεν είναι θεός”. Για την κουβέντα του αυτή προσήχθη ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου δεν αρνήθηκε ότι τα είπε, αλλά υποστήριξε ότι σωστά μίλησε: “γιατί πράγματι δεν είναι θεός, αλλά θεά, αφού μόνον οι άρρενες είναι θεοί”. Πλην όμως οι Αρεοπαγίτες τον διέταξαν να φύγει αμέσως από την πόλη. Τότε και ο Θεόδωρος τον ρώτησε κοροϊδευτικά: “Κι από πού το ξέρεις αυτό, Στίλπωνα; Μήπως της σήκωσες το φουστάνι και είδες; Ήταν αυτός στα αλήθεια θρασύτατος· ο Στίλπων δε υπέροχος” .