Χθες (Παρασκευή 16/9/2011) στις 1μμ, επιβιβάστηκα από τον σταθμό Λαρίσης στον προαστιακό που προορισμό είχε το σταθμό Λιοσίων.  Στο σταθμό Λιοσίων μεταβιβάστηκα στον ηλεκτροκίνητο  προαστιακό που πήγαινε για Κιάτο.

Στο βαγόνι μέσα, θα είμαστε γύρω στους τριάντα επιβάτες και στο σταθμό της Μαγούλας μπήκαν δύο ελεγκτές για να ελέγξουν τα εισιτήρια.  Καθόμουν σε τέτοια θέση που είχα όλο το οπτικό πεδίο του βαγονιού. Επτά όμως απ’ τους συνεπιβάτες μας δεν είχαν εισιτήριο! Οι ελεγκτές του έδωσαν το απαιτούμενο νόμιμο πρόστιμο. Δύο δε απ’ τους επιβάτες που δεν είχαν εισιτήριο, καθόντουσαν στο δεξί, από εμένα κουπέ και ήταν μεγάλης ηλικίας, φαινόντουσαν φτωχοί αλλά καθόλα αξιοπρεπείς. Ήταν ένας γέροντας και μία γερόντισσα, όπου σε λίγο άρχισαν να συνομιλούν και να εξομολογούνται για το πώς δεν μπόρεσαν να βγάλουν το εισιτήριο.

Η γερόντισσα, έμενε μέχρι πρώτιστος σε κάποια ενοικιασμένη γκαρσονιέρα στην Αθήνα, αλλά η πενιχρή σύνταξή της δεν έφθανε και της έκαναν έξωση. Το σόι της νύφης της (του γιού της η γυναίκα), έχουν ένα λιωμένο στους Αγ. Θεοδώρους, που της το παραχώρησαν για να μπορεί να μένει για ένα διάστημα. Όπως έλεγε η ίδια: ο γιός της με την γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά φιλοξενούνται στους γονείς της γυναίκας του γιατί είχαν ένα μαγαζί με ηλεκτρικά είδη που τον περασμένο Μάιο έκλεισε κι έμειναν με χρέη και άνεργοι από τότε… Ήταν δε η δεύτερη φορά που τις έδιναν πρόστιμο γιατί είναι αναγκασμένη μια φορά την εβδομάδα να πηγαίνει στους γιατρούς της και δεν τις φθάνουν τα λιγοστά χρήματα της σύνταξης, να πληρώνει τα φάρμακα, να τρώει και να βγάζει το εισιτήριο για Αθήνα.

Ο γέροντας από τριάντα χρονών ήταν ανάπηρος (με κομμένο το δεξί πόδι στα λατομία) και η αναπηρική σύνταξή του δεν φθάνει ούτε για φαγητό, όπως έλεγε…  Δεν είχε παντρευτεί ποτέ και οι δύο αδελφές που έχει μένουν μακριά του, η μία είναι παντρεμένη στη Καλαμάτα και η άλλη στη Φλώρινα.  Σήμερα ζει στο πατρικό του στη Κόρινθο και πολλά απ’ τα έξοδά του τα καλύπτει η εκκλησία.

Προσπάθησα με όση λεπτότητα μπορούσα να διαθέσω, ώστε τους είπα: πως μπορώ να τους πληρώσω τα πρόστιμα. Η αντίδραση και των δύω ήταν πέρα για πέρα αρνητική. Κατόπιν τους παρακάλεσα να μου επιτρέψουν να έχω τη χαρά, καθώς θέλω να τους κεράσω μία πορτοκαλάδα, αλλά και σε αυτή τη πρότασή μου ήταν αρνητικοί.

Η γερόντισσα με κοίταξε περήφανα στα μάτια και μου είπε: πως χήρεψε πολύ νωρίς και ξενοδούλευε για να μεγαλώσει το παιδί της.  ‘’Δεν είμαι ζητιάνα κόρη μου’’, συνέχισε ‘’αυτή τη κατάντια που μας έφεραν μέχρι εδώ (εννοούσε πιθανών τη απραγία της πολιτείας), δεν θα την αντέξω’’…                  

Πολλά έγραψα για τους γέροντες κι όμως ξέφυγα, ο αρχικώς προβληματισμός μου ήταν για το σύνολο των επιβατών που δεν είχαν εισιτήριο, (επτά στους τριάντα). Δηλαδή, περίπου το 25%!

Δεν μπορεί να ήταν όλοι μπαταχτσήδες, δεν μπορεί τούτο το 25% να ήταν του κινήματος ‘’ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ’’. Άνθρωποι καθημερινοί σαν κι εμάς ήταν που η κρίση τους οδήγησε στην ανέχεια και τον εξευτελισμό…

Κουράγιο γερόντισσα, γέροντα. Κουράγιο…