Πέργαμος

Στα 293 π.Χ. ο βασιλιάς Λυσίμαχος ασφάλισε στο οχυρό του λόφου της Περγάμου τους θησαυρούς του και ανάθεσε στο στρατηγό του Φιλέταιρο να τους φυλάει.

Ο Λυσίμαχος γεννήθηκε γύρω στο 360 π.Χ.. Ο πατέρας του ήταν ο Αγαθοκλής, Θεσσαλός που είχε μεταναστεύσει στη Μακεδονία. Υπηρέτησε στο στρατό του Φιλίππου Β’. Χάρη στη σωματική του δύναμη έγινε σωματοφύλακας του Αλεξάνδρου.

Το 306 π.Χ. μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου αυτοανακηρύχτηκε βασιλιάς, όπως και οι άλλοι στρατηγοί. Ο Λυσίμαχος έπαιξε μεγάλο ρόλο στην τελική νίκη εναντίον του Αντίγονου κατά τη μάχη της Ιψού. Αυτός με το στρατό του αντιμετώπισε τις δυνάμεις του Αντιγόνου στη Μικρά Ασία μέχρι να έρθει η βοήθεια από τον Σέλευκο. Μετά την καταστροφή και το θάνατο του Αντιγόνου, ο Λυσίμαχος κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος από την επικράτεια του. Ανησυχώντας για τη δύναμη του Σέλευκου, ο Λυσίμαχος συμμάχησε με τον Πτολεμαίο και παντρεύτηκε την κόρη του Αρσινόη.

O Λυσίμαχος ήταν σκληρός απέναντι στους υπηκόους του. Κατέστρεψε τις πόλεις Λέβεδο και Κολοφώντα για να μεταφέρει τους κατοίκους στην Έφεσο. Κατέστρεψε και την πόλη Αστακό. Ο γιος του όμως και διάδοχος, ο Αγαθοκλής, ήταν πολύ αγαπητός στο λαό και στο στρατό. Δυστυχώς, η γυναίκα του Λυσίμαχου, η Αρσινόη, τον έπεισε να σκοτώσει τον Αγαθοκλή γιατί τον ζήλευε. Ο Λυσίμαχος πείστηκε ότι ο Αγαθοκλής συνωμοτούσε εναντίον και το 283 π.Χ. εκτέλεσε το γιο του.

Η ιστορία της Περγάμου αρχίζει στις αρχές του 4ου αιώνα π.χ και μέχρι την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν είχε τίποτε ιδιαίτερο να επιδείξει. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Μυσίας. Στα 293 π.Χ., ο βασιλιάς Λυσίμαχος έφτιαξε δυνατό το οχυρό του λόφου της Περγάμου και έκλεισε τους θησαυρούς του, όπου ανάθεσε την φύλαξή τους στον Φιλέταιρο.

Η Πέργαμος κτίστηκε πάνω σε ένα μικρό λόφο 300 μ. υψόμετρο, (από τον οποίο πήρε το όνομά της, που σημαίνει φρούριο είτε ακρόπολη), μέσα σε μια εύφορη κοιλάδα που εκτεινόταν Δυτικά μέχρι τις ακτές του κόλπου Ελαίας (σημερινό Τσανταρλή) και του Αδραμμυτίου, απέναντι της Μυτιλήνης. Η πόλη βρισκόταν ανάμεσα των δύων παραποτάμων του Κάϊκου, του Σελινούντα και του Κητείου που χάρισαν στη πόλη πλούσια κοιλάδα.

Στη μάχη του Κουροπεδίου το 281 π.Χ. ο Λυσίμαχος νικήθηκε από τον Σέλευκο και ο ίδιος σκοτώθηκε. Μετά το θάνατο του Λυσίμαχου, ο Φιλέταιρος πρώτα ίδρυσε το μικρό κρατίδιο της Περγάμου απ’  τα χρήματα του θησαυρού (με τα 9.000 τάλαντα, ένα ποσό τεράστιο για την εποχή), και ο απόγονός του Άτταλος Α’, χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του θησαυρού για τον εξωραϊσμό της πόλης, την ανέγερση ναών και κτιρίων και ανάμεσά τους το περίφημο βωμό της Περγάμου, όπου σήμερα βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο του Βερολίνου, στη Γερμανία. Το σπουδαίο εξωραϊστικό έργο για την πόλη, το οποίο συνέχισε και ο διάδοχός του, Ευμένης Β’ ήταν ένα εξαίρετο ελληνιστικό ‘’κόσμημα’’ για τον αρχαίο κόσμο. Ώστε, όταν  καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους, έγινε το μεγαλύτερο πολιτικό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο της ρωμαϊκής επαρχίας όλης της Ασίας.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία τού Πλινίου (Historia naturalis 13.21), η περγαμηνή οφείλει την κατασκευή της στην προσωρινή διακοπή εισαγωγής τού παπύρου από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον 2ο αι. π.Χ. Η εξάρτηση από την Αίγυπτο ως αποκλειστική πηγή εισαγωγής τού παπύρου φέρεται να οδήγησε τον ηγεμόνα της Περγάμου Ευμένη (είτε τον Ευμένη Α΄, έτη βασιλείας 263-241 π.Χ., είτε τον Ευμένη Β΄, έτη βασιλείας 197-160 π.Χ.) στην απόφαση να προωθήσει την παραγωγή περγαμηνής ως υποκατάστατου τού παπύρου.

Η βιβλιοθήκη της ήταν από τις μεγαλύτερες του κόσμου, αλλά δυστυχώς ο Αντώνιος χάρισε τα βιβλία της στη βασίλισσα της Αιγύπτου, την Κλεοπάτρα.

Στην Πέργαμο άκμασε και ο διάσημος γιατρός της αρχαιότητας Γαληνός.

Μετά την επανάσταση των Περγαμηνών κατά των Ρωμαίων και την επανάσταση του Μακρινού, δολοφόνου του Καρακάλλα , η Πέργαμος απογυμνώθηκε από τα αξιολογότερα μνημεία τέχνης, τα οποία μεταφέρθηκαν στη Ρώμη.

Κατά την Ελληνιστική εποχή ήταν περίφημο το Ασκληπιείο της Περγάμου. Υπήρχε ολόκληρο σύμπλεγμα Ναών και Ιερών και περιγράφεται ότι εκεί θεραπεύονταν πολλές ασθένειες και υπήρχε μεγάλη κίνηση ασθενών. Από εκεί προήλθε και το Ασκληπιείο της Σμύρνης, όπου την λατρεία του Ασκληπιού συναγωνιζόταν η λατρεία του Σέραπιδος.

 

Το Ασκληπιείο της Περγάμου

Στη Πέργαμο ιδρύετε μία από τις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες και στο ‘’κόκκινο κτήριο’’ (βασιλική, βρίσκετε ο τάφος του Ευαγγελιστή Ιωάννη).

 

Τον 7ο αιώνα έγινε βυζαντινή επαρχία και στα 1401 καταστράφηκε εντελώς από τον Ταμερλάνο όπου έμεινε για έναν αιώνα έρημη και ακατοίκητη, μέχρι που στα 1450 άποικοι  άρχισαν να φτιάχνουν σιγά-σιγά την σημερινή  πόλη στους πρόποδες του λόφου.

Ο Έλληνας γιατρός Ράλλης της Σμύρνης, γύρω στα 1860, παρακολουθεί τον νεαρό Γερμανό ασθενή (φυματικό), φοιτητή της Αρχιτεκτονικής και φιλέλληνα  Karl Humann, του μιλά για την δοξασμένη ιστορία της αρχαίας πόλης και πως οι χωρικοί παίρνουν τα εναπομείναντα μάρμαρα, όπου τα κάνουν ασβέστη.

Ο Καρλ Ηούμαν αρχίζει τις συχνές επισκέψεις μαζί του καθώς και μόνος πάνω στο λόφο της Ακρόπολης με την ελπίδα να σώσει ότι μπορεί από την καταστροφή των αρχαίων μαρμάρων που λίγα–λίγα γίνονται ασβέστης μέσα στο γειτονικό καμίνι. Κατορθώνει να πείσει τις Οθωμανικές αρχές να εγκατασταθεί ως μηχανικός/ τοπογράφος στην Πέργαμο το 1868 και εκεί απασχολεί 2.000 εργάτες, 1.000 βόδια, 500 καμήλες, άλογα και υποζύγια για την κατασκευή των δρόμων. Όλοι Έλληνες και Τούρκοι, αγαπούν τον ψηλό, ξανθό, γλυκομίλητο νεαρό, τον προστατεύουν, τον ακούνε, τον θεωρούν δε σαν τον «πασά» της περιοχής. Από τότε με τη βοήθεια του Ράλλη αρχίζει να μαζεύει όσα μάρμαρα μπορεί να σώσει από το καμίνι, τα ταξινομεί στο σπίτι του Ράλλη από το 1869 και εκεί τελικά κατορθώνει να φέρει το 1871 τη γερμανική αρχαιολογική αποστολή που απαρτιζόταν από τους Ε. Κούρτιους. Φ Άντλερ κα Ε. Γκέλτσερ.  

Με την καταστροφή του 1922 εγκαταλείπουν (όσοι επέζησαν απ’ το σπαθί του τούρκου), οι τελευταίοι Έλληνες την Πέργαμο…