Ας μιλήσουμε κάποια φορά τη γλώσσα της αλήθειας. Η Βόρεια Ήπειρος (που φθάνει μέχρι και το Έμπασαν), μας ανήκει. Είναι κομμάτι του Ελληνικού στοιχειού. Από το 1912, και μετά από τις διάφορες πιέσεις των τότε μεγάλων δυνάμεων προς τον Πρωθυπουργό  Ε. Βενιζέλο, παραδόθηκε στην νεοσύστατη χώρα Αλβανία!

Ας δούμε το ιστορικό οδοιπορικό της.

 

 Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Επιστημονική Σκέψη, τεύχος 48, Αύγουστος 1990.

Αλβανία

από την οθωμανική διοίκηση στο εθνικό κράτος

1880-1922

 

Η ήττα των Οθωμανών στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο οδηγεί στην τριπλή κατοχή της Αλβανίας από τα μαυροβούνια, σερβικά και ελληνικά στρατεύματα. Η μόνη «ανεξάρτητη» αλβανική περιοχή είναι η περιφέρεια της Αυλώνας (σημερινή Βλόρα), όπου «ελέγχεται» από τις 28 Νοεμβρίου 1912 από την πρώτη προσωρινή αλβανική κυβέρνηση του Ισμαήλ Κεμάλ Μπέη. Οι έξι μεγάλες δυνάμεις της εποχής (Αυστροουγγαρία, Ιταλία, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ρωσία) αποφασίζουν καταρχάς στη διάσκεψη του Λονδίνου, στις 27 Δεκεμβρίου 1912, τη δημιουργία ενός αυτόνομου, υπό οθωμανική επικυριαρχία, αλβανικού κράτους και στη συνέχεια, στις 29 Ιουλίου 1913, προχωρούν με το πρωτόκολλο του Λονδίνου στη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αλβανίας, με τη μορφή ηγεμονίας κάτω από την προστασία των έξι.

Οι ελληνικές διεκδικήσεις στα νότια διαμερίσματα της Αλβανίας περιλαμβάνουν τις υπό στρατιωτική κατοχή πόλεις Κορυτσά, Λεσκοβίκι, Πρεμετή, Αργυρόκαστρο, Τεπελένι, Δελβίνο, Αγίους Σαράντα, Χειμάρα. Πρόκειται για μια ζώνη όπου πλειοψηφεί το ορθόδοξο πατριαρχικό στοιχείο έναντι του ισλαμικού. Το μεγαλύτερο μέρος ωστόσο αυτών των ορθόδοξων πληθυσμών είναι ελληνο-αλβανόφωνο. Οι Ρομιοί που ζουν σε αυτούς τους καζάδες βρίσκονται συγκεντρωμένοι στα χωριά νότια της Πρεμετής και του Αργυροκάστρου [1].

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1913 οι έξι επέδωσαν στην ελληνική κυβέρνηση διακοίνωση περί των νοτίων και νοτιοανατολικών συνόρων της Αλβανίας. Σύμφωνα με αυτή η διεθνής επιτροπή που θα χαράξει την οροθετική γραμμή θα λάβει υπόψη τη γεωγραφία της περιοχής και τη μητρική γλώσσα του πληθυσμού. Για τους βλάχικους πληθυσμούς και τις εγγυήσεις προς αυτούς, προέβλεπε συνεννόηση μεταξύ του ρουμάνου και του έλληνα πρωθυπουργού.

Το μέλλον των Βλάχων είχε τεθεί προς συζήτηση από το ρουμάνο αντιπρόσωπο στις 26 Μαρτίου 1913. Ο τελευταίος ζητούσε την ενσωμάτωση 36 βλάχικων κοινοτήτων του Γράμμου [2] και της Κορυτσάς στην Αλβανία και την παραχώρηση καθεστώτος αυτονομίας. Στο αίτημα αυτό και για να παραμείνουν τα βλαχοχώρια στην Ελλάδα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρέχει στις 10 Αυγούστου 1913 με επίσημη ανακοίνωση προς το ρουμάνο πρωθυπουργό Τάκε Μαγιορέσκο διαβεβαίωση ότι «η Ελλάς συγκατατίθεται να παράσχει αυτονομίαν εις τας των Κουτσοβλάχων σχολάς και εκκλησίας τας ευρισκομένας εν ταις μελλούσαις ελληνικαίς κτήσεσι και να επιτρέψει την σύστασιν επισκοπής διά τους Κουτσοβλάχους τούτους, της ρουμανικής κυβερνήσεως δυναμένης να επιχορηγεί υπό την επίβλεψιν της ελληνικής κυβερνήσεως τα ειρημένα ενεστώτα ή μέλλοντα θρησκευτικά και εκπαιδευτικά καθιδρύματα» [3].

Στις 17 Δεκεμβρίου 1913 η επιτροπή εκδίδει την απόφαση που έμεινε γνωστή ως Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας [4]. Στο πρωτόκολλο καθορίζονται λεπτομερώς τα αλβανοελληνικά σύνορα. Στο έδαφος της Αλβανίας παραμένουν 100 περίπου ρομέικα χωριά και στην Ελλάδα οι Αλβανοί της Τσαμουριάς (Θεσπρωτίας) .

Οι πρεσβευτές των μεγάλων δυνάμεων έχουν επιδώσει από τις 13 Φεβρουαρίου διακοίνωση στην ελληνική κυβέρνηση με την οποία εκβιάζουν ότι η οριστική απονομή των νησιών του Αιγαίου στην Ελλάδα θα πραγματοποιηθεί μετά την εκκένωση των εδαφών που παραχωρήθηκαν στην Αλβανία από τα ελληνικά στρατεύματα. Ζητούν επίσης από την κυβέρνηση Βενιζέλου να μην υποστηρίξει και ενθαρρύνει άμεσα ή έμμεσα την αντίσταση των μειονοτικών Ελλήνων στην αλβανική εξουσία. Ο Βενιζέλος αποδέχεται τους όρους και διατάζει το στρατό να αποσυρθεί στα ελληνικά σύνορα. Στις 17 Φεβρουαρίου όμως ξεσπά εξέγερση και η σημαία της Αυτονόμου Ηπείρουυψώνεται στο Αργυρόκαστρο. Η προσωρινή κυβέρνηση των αυτονομιστών αποτελείται από τον πρώην υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδας Γεώργιο Ζωγράφο (πρόεδρο) και τους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο, Κορυτσάς Γερμανό και Βελάς-Κόνιτσας Σπυρίδωνα.

Στις 9 Νοεμβρίου συγκαλείται στο Παρίσι η συνδιάσκεψη των πρεσβευτών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας που επιβεβαιώνει την ανεξαρτησία της Αλβανίας, αναγνωρίζει την αλβανική κυβέρνηση και αποφασίζει για τα σύνορα της χώρας. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, την οποία η Αλβανία αποδέχεται επίσημα στις 17 Φεβρουαρίου 1922, η Ιταλία αποκτά την κηδεμονία του κράτους, η Γιουγκοσλαβία κρατάει την αλβανική περιοχή του Κοσόβου και της βορειοδυτικής Μακεδονίας, ενώ η Ελλάδα χάνει οριστικά τα εκατό ορθόδοξα ρομέικα χωριά της Νότιας Αλβανίας, αρκούμενη στις αλβανικές διαβεβαιώσεις για το σεβασμό των γλωσσικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων των σαράντα περίπου χιλιάδων κατοίκων τους [5].

Σημειώσεις:

1. Κατά τον Αθανάσιο Ψαλίδα: «Η Κορυτζά ή Γκιόρτζα, κωμόπολις με 800 σπίτια, τα ήμισυ μωαμετάνοι και τα ήμισυ χριστιανοί… όλοι οι κάτοικοι Αλβανοί και άλλην γλώσσαν δεν ηξεύρουν. Και η πόλις του Αργυροκάστρου… περιέχει ως 2500 σπίτια εξ ων τα 300 σχεδόν Χριστιανοί, τα δε λοιπά Τούρκοι. Και Χριστιανοί και Τούρκοι είναι Αλβανοί». Βλ. Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα…, σελ. 14. 66. Τον αλβανικό χαρακτήρα των δύο πόλεων μαρτυρεί και ο Παναγιώτης Αραβαντινός: «Γκιόρτζα ή Κορυτζά, πόλις της Μακεδονίας οικουμένη ήδη υπό 2000 οικογενειών των πλειόνων χριστιανών αλβανικής φυλής». Και για το Αργυρόκαστρο σημειώνει ότι «οικείται ήδη η πόλις αύτη υπό 2000 περίπου οθωμανικών οικογενειών, των πλείστων αλβανικής φυλής, πλουσίων και επιχειρηματιών… και υπό 200 χριστιανικών μικρεμπόρων και τεχνιτών», Π. Α. Π. , Χρονογραφία της Ηπείρου, Αθήναι 1856, τόμος Β’, σελ. 18. 41. Ο ίδιος ο Αραβαντινός συμπληρώνει αλλού για την Κορυτσά: «Ο πληθυσμός αυτής αναβαίνει εν τη εποχή ταύτη εις είκοσι χιλιάδας ψυχών, ων το δεκατημόριον μόλις πρεσβεύει τον μωαμεθανισμόν. Αλβανικής επί το πλείστον φυλής όντες οι ένοικοι, την αλβανικήν γλώσσαν λαλούσιν ως μητρικήν, την δε ελληνικήν κατά το μάλλον ή ήττον γνωρίζουσι και λαλούσιν οι άνδρες γενικώς». Για το Αργυρόκαστρο δε γράφει ότι «ενοικείται υπό 2300 οικογενειών αλβανικής φυλής, ων πλείστοι εισί μωαμεθανοί ανδρείοι και βαθύπλουτοι». Βλ. Παναγιώτη Αραβαντινού, Περιγραφή της Ηπείρου» ΕΠΜ, Ιωάννινα 1984, τόμος Α’, σελ. 52, 114.

2. Για τους βλάχικους πληθυσμούς της Πίνδου βλ. A. Wace – M. Thompson, Οι νομάδες των Βαλκανίων, εκδόσεις ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Θεσσαλονίκη 1989 και Κώστα Κρυστάλλη, Οι Βλάχοι της Πίνδου, Αθήναι 1952.

3. Ευάγγελου Αβέρωφ, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, Αθήναι 1948, σελ. 66.

4. Το κείμενο του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας υπάρχει στο βιβλίο του Γ. Παπαδόπουλου, Η εθνική ελληνική μειονότης εις την Αλβανίαν και το σχολικόν αυτής ζήτημα, ΙΒΕ, Ιωάννινα 1981, σελ. 31-32.

5. Ο πρόξενος της Ελλάδας στα Ιωάννινα στις 14 Δεκεμβρίου 1888, σε έγγραφό του προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, υπολογίζει τον πληθυσμό των 102 ρομέικων χωριών της περιοχής σε 32.420 άτομα. Το 1927 ο επιθεωρητής του αλβανικού υπουργείου Εσωτερικών Τεκί Σελενίτσα ανεβάζει το αριθμό αυτών των χωριών σε 105 και τον πληθυσμό τους σε 38.858. Αναλυτικά, σύμφωνα με τον τελευταίο, τα χωριά και ο αριθμός των κατοίκων τους ήταν: Βάνιτσα 412, Γκορίτσα 139, Γράψη 474, Δερβιτσάνη 1.423, Δούβιανη 771, Καλογοραντζή 762, Σωφράτικα 356, Τεριαχάτου 567, Χάσκοβο 356, Άγιος Νικόλαος 204, Βοδινό 199, Βόδριστα 428, Βουλιαράτο 949, Βλαχογοραντζή 228, Γιωργουσάτι 657, Γλίνα 372, Πάνω Επισκοπή 334, Κάτω Επισκοπή 224, Ζερβάτι 251, Κακαβιά 403, Κακογοραντζή 212, Κατούνα 113, Κοσοβίτσα 639, Κλεισάρι 480, Κρα 163, Λόγγος 695, Λουβίνα 151, Πέπελη 577, Ραντάτι 48, Σελιό 409, Σωτήρα 946, Μαυρόγερο 88, Πολίτσανη 1,536, Σοπική 1.112, Σχοριάδες 751, Τσάτιστα 680, Χλωμό 776, Βαλοβίστα 220, Βλαχοϋψηλότερα 252, Αρδάσοβα 96, Βραϊλάτι 16, Βελάχοβο 80, Γαρδικάκι 318, Γέρμα 191, Γιανιτσάτες 110, Δελβίνο 1.040, Δίβρη 974, Δορμίσι 48, Πάνω Δρόβιανη 718, Κάτω Δρόβιανη 768, Ελευθεροχώρι 276, Κακοδίκη 558, Καραχάτζη 56, Κρανιά 203, Κρόγκι 202, Κώτσαρη 202, Πάνω Λεσινίτσα 663, Κάτω Λεσινίτσα 1.033, Λιβίνα 167, Μέλιανη 230, Μεμόραχη 71, Μεσοπόταμο 142, Μαυρόπουλο 34, Ρομάντζια 190, Σαγιάνη 31, Συρακάτι 155, Σμίνετσι 265, Τσερκοβίτσα 246, Ιμέρ Εφέντη 134, Φοινίκι 379, Αλίκο 311, Βρυώνη 167, Βρομερό 64, Καλύβια Σούση 113, Καλήμπεη 129, Κασίμ Αλήμπεη 45, Μετόχι 35, Πάλη 168, Τσαούση 200, Τρέμουλη 37, Τσούκα 228, Χάλιο 133, Άγιος Ανδρέας 256, Βαγκαλιάτες 264, Γκράβα 200, Γριάσδανη 339, Θεολόγος 213, Καλύβια Πασιά 349, Καλτσάτες 170, Κορόκι 294, Καινούργιο 91, Καισαράτι 145, Κομάτι 104, Κουλουρίτσα 195, Λαζάτι 212, Μάλτσιανη 339, Μαρκάτι 88, Μεμούσμπεη 148, Περδικάρι 154, Τσιφλίκι Τούσια 73, Χαντέραγα 122, Χότζια 128, Δρυμάρες 1.817, Παλάσα 682, Χειμάρα 1.786.Βλ. Γ. Παπαδόπουλου, σελ. 40-47.