Ο Ιθακήσιος πέρα από ένας αξιόλογος ζωγράφος (υπήρξε μαθητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με άριστες επιδόσεις, όπου παρακολούθησε μαθήματα από τους διάσημους δασκάλους της εποχής, Νικηφόρο Λύτρα και Γεώργιο Ροϊλού), ήταν λάτρης της φύσης, ιδιαίτερα των βουνών και της μυθολογίας.

Γεννήθηκε στο χωριό Ακρωτήρι της Μυτιλήνης στις 11 Μαρτίου του 1879. Το αληθινό, πατρικό του επώνυμο ήταν ‘’Γεωργανάς’’, αλλά η οικογένεια  έφερε και το παρανόμι ‘’Ιθακήσιος’’ επειδή ο παππούς του, Βασίλης, είχε ζήσει για χρόνια στην Ιθάκη στα μεταεπαναστατικά χρόνια. Η μητέρα του ήταν η Μαριγώ Καραντώνη (είμαι και γιός της Μαριγώς της Καραντώναινας: έλεγε τακτικά, όταν  επιδείκνυε το πορτρέτο της μητέρας του που είχε ζωγραφίσει με περίσσια τέχνη).  

Ο Βασίλης Ιθακήσιος στα χρόνια της σχολικής εκπαίδευσής του, στη Μυτιλήνη, γνώρισε τον  ζωγράφο Λουκά Γεραλή που ασχολούνταν ταυτόχρονα και με τη φωτογραφία. Κοντά του έμαθε την τέχνη της φωτογραφίας, ώστε αργότερα αγόρασε μια δική του φωτογραφική μηχανή. Από τότε η φωτογραφική μηχανή τον συνόδευε σε κάθε επαγγελματική του δραστηριότητα. Πήγε αργότερα συστημένος απ’ τον Γεραλή, για κάποιο διάστημα στα εφηβικά του χρόνια, στη Σμύρνη, στον περίφημο για την εποχή του ζωγράφο Παναγιώτη Πολυχρόνη και εκεί ολοκλήρωσε το ταλέντο του στο σχέδιο και στη ζωγραφική.  Κατόπιν έρχεται στην Αθήνα και εισάγετε στη Σχολή καλών τεχνών όπως προαναφέραμε.  Γύρω στο 1898, βρίσκεται στην Αμβέρσα όπου παρακολούθησε την σύγχρονη καλλιτεχνική κίνηση και την εξέλιξη της Φλαμανδικής ζωγραφικής. Το 1900 εγκαθίσταται στη Σμύρνη όπου εκεί ασχολήθηκε με όλα τα είδη της ζωγραφικής τέχνης: Προσωπογραφία, τοπιογραφία, λυρικές απεικονίσεις, θαλασσογραφία, ηθογραφικές σκηνές,  γραμμικό σχέδιο, γυμνό, νεκρή φύση  και ελεύθερα θέματα. Έκανε περισσότερες από 12 εκθέσεις στην Ευρωπαϊκή οδό του ‘’Φραγκομαχαλά’’, που όλες γνώρισαν τεράστια καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία.

Με την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, (αφού έχασε περίπου 3000 πίνακες στις φωτιές, δηλαδή, το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο καλλιτεχνικό του έργο), φθάνει στα 42 χρόνια του πρόσφυγας στην Αθήνα. Το 1928, γνωρίζει τον Όλυμπο, πεζοπορώντας με τον Κόκαλο. Εκεί ψηλά, σε κάποια βουνοπλαγιά του Ολύμπου, βρίσκει ένα σπηλαίωμα και που για είκοσι χρόνια από το 1928 έως το 1950, θα περάσει όλα τα καλοκαίρια, ζωγραφίζοντας πάνω από 500 πίνακες με διαφορετικές όψεις του Ολύμπου. Τη σπηλιά ετούτη την ονόμασε: ‘’Άντρο των Μουσών’’ και σήμερα είναι γνωστή με την ονομασία: ‘’Σπηλιά του Ιθακήσιου’’. Δυστυχώς, παρ’ όλου που είχε δημιουργήσει τοιχογραφίες στα τοιχώματα του σπηλαίου, οι φωτιές απ’ τους τσοπάνηδες και τους πεζοπόρους κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος τους, ώστε σήμερα να μην μπορούμε να τις θαυμάσουμε.

 

Μα η αγάπη του για τη φύση τού ψιλότερου ελληνικού βουνού, δεν έμεινε μόνο στην καλλιτεχνική του προσφορά. Φτιάχνει, με προσωπική εργασία κάθε άνοιξη, τις κατεστραμμένες πηγές, διορθώνει πολλά απ’ τα μονοπάτια που ο βαρύς χειμώνας είχε σκορπίσει. Και φυσικά γίνεται ο καλύτερος πρεσβευτής για το βουνό των θεών.  Να το δει, να το γνωρίσει ο πολύς κόσμος και να το αγαπήσει και να παρακινηθεί να βγει στο ύπαιθρο, να ανέβει στο βουνό, όπως έκαναν μέχρι τότε μόνο μικρές ομάδες.  

Ο Βασίλης Ιθακήσιος πέθανε σε βαθειά γηρατειά στο Γηροκομείο των Αθηνών το 1977, και είχε ευτυχήσει να δει τους πίνακές του να κοσμούν το παλάτι του Μπάκιγχαμ, τον Λευκό Οίκο και άλλους πολλούς σπουδαίους οίκους.