Κάποιες φορές η συζήτηση με ανθρώπους που σου ήταν άγνωστοι και γνώρισες πριν λίγη ώρα, μπορεί να σου προσφέρει πολλά ερεθίσματα για να γράψεις. Έτσι έγινε και την Κυριακή (χθες) στη παραλία. Σε απόσταση περίπου δύο μέτρων απ’ τη δική μας θαλάσσια ομπρέλα, καθόταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και κάθε λίγο όπου μας έδειχναν την πραγματεία τους αλλοδαποί μικροπωλητές (πάντοτε φορτικά), εκείνοι ευγενικά τους έλεγαν: όχι, ευχαριστούμε κύριε, δεν μας χρειάζονται, δεν έχουμε χρήματα. Κάποια στιγμή, γύρω στις 2 μμ, αφού είχαν περάσει ένα σωρό από μικροπωλητές με καπέλα, τρανζίστορ, ρούχα, αντηλιακά, χαϊμαλιά, τατουάζ με χένα και όλα τα συναφή ήρθε κι ένας που πουλούσε λουκουμάδες (ζαχαρωτά κουλούρια). Ο ηλικιωμένος κύριος αγόρασε ένα λουκουμά προς 1,70 ευρώ κατόπιν έβγαλαν από τη τσάντα τους δυο-τρία παξιμάδια, ένα μπολάκι κι ένα μπουκάλι νερό. Έστρωσαν μια πετσέτα κουζίνας τοποθέτησαν επάνω το λουκουμά, το μπολ, το νερό, τα παξιμάδια κι άρχισαν να τσιμπολογούν το λιτό τους γεύμα. ‘’Μεγάλοι άνθρωποι είναι’’, σκέφτηκα, ‘’καλά κάνουν και τώρα το καλοκαίρι τρώνε ελαφρά…’’ Αφού απόφαγαν η συζήτηση δεν άργησε να αρχίσει μαζί μας απ’ τα πλέον κοινότυπα: Τι όμορφη παραλία, φυσάει λιγάκι σήμερα, ώσπου περάσαμε και στα δύσκολα των ημερών… Καθώς ο κύριος μας πληροφορούσε ότι ήταν δάσκαλος κι είχε καταθέσει τα χαρτιά του από τον περσινό Σεπτέμβρη (2010) και ακόμη δεν είχε πάρει χρήματα. Η σύζυγός του δε, τα τελευταία χρόνια διατηρούσε στο Κολωνό ένα μικρό κατάστημα μεταποίησης ρούχων όπου η οικονομική ανέχεια των πελατών της την ανάγκασε να το κλείσει. ’’Χάρισα μισό φορτηγό ρούχα’’ μας είπε, ‘’που είχαν αφήσει στο μαγαζί, γιατί δεν είχαν 5 και 7 ευρώ να έρθουν να τα πάρουν!’’ 
Κουβέντα στη κουβέντα ξεδίπλωσαν όλη τη ζωή τους. Είχαν δύο παιδιά, το ένα από αυτά πέθανε μετά από μακροχρόνια αρρώστια ενώ, το άλλο τελείωσε νομική και δουλεύει σε κάποιο δικηγορικό γραφείο προς 650 ευρώ, όπου και τούτο είναι το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας προς τον παρόν. ‘’Ευτυχώς προλάβαμε κι αγοράσαμε προ δεκαπενταετίας, ένα δυαράκι στο Λόφο Σκουζέ και δεν έχουμε να μας τυραννά και το νοίκι’’, έλεγαν συνέχεια… 
Κάποιες απ’ τις τελευταίες κουβέντες που μας είπαν με πόνο κι αγανάκτηση ήταν: ‘’Καλύτερα το ‘χουμε να πεθάνουμε φτωχοί μα περήφανοι σαν Έλληνες, με ψηλά τα ιδανικά και το κεφάλι, παρά να ζήσουμε δούλοι στους ξένους στην ίδια μας τη πατρίδα!’’ Και, ‘’Εκεί θα μας οδηγήσει το δημόσιο ξεπούλημα, τη κληρονομιά των επόμενων γενεών και το μεσοπρόθεσμό που τώρα θέλουν να ψηφίσουν.’’ 
‘’Απ’ το χειρότερο, διαλέγουμε το λιγότερο κακό… που είναι να πεθάνουμε σαν περήφανοι Έλληνες!!!’’ Μας φώναξαν καθώς απομακρυνόσαστε