Η δικκλησιά του Αη Κωνσταντίνου, στη Βένιζα.

Από τους ελληνιστικούς, τους ρωμαϊκούς αλλά και τους βυζαντινούς χρόνους υπάρχουν στοιχεία, από τα οποία φαίνεται ότι οι Μεγαρίτες ασχολούνταν ιδιαίτερα με την ναυπηγική, την ελαιουργία και την αμπελουργία. Έτσι, η ασχολία των κατοίκων με τη ρητίνη είναι άρρηκτα δεμένη και με την ιστορία της ναυπηγικής και την αμπελουργία τούτης της ξεχωριστής περιοχής της Αττικής. Στην αρχαιότητα δε, η χρήση του ρετσινιού στη ναυπηγική ήταν ευρύτατη και εφόσον οι Μεγαρίτες ήταν κατ’ εξοχή ναυτικός λαός -έως και τα προεπαναστατικά χρόνια-, φυσικά και γνώριζαν την αξία της ρητίνης σαν στεγανοποιό υλικό των σκαριών τους. Η οινοποίηση δε της ξακουστής Μεγαρίτικης ρετσίνας, απαιτούσε απαραίτητα τη ρητίνη. Όμως, την μεγαλύτερη ποσότητα της ρητίνης που συνέλλεγαν την κατεργαζόντουσαν για πίσσα, νέφτι, κολοφώνιο και άλλα προϊόντα για τη χρωματουργία, μα και σαν γιατρικά όπως την ‘’τρεμεντίνα’’ (ρετσίνι λειωμένο στον ήλιο) που το χρησιμοποιούσαν σαν έμπλαστρο.
Τότε συνέλλεγαν μέσα σε ιδικές γούρνες το ρετσίνι στο βουνό και κατόπιν το πήγαιναν στα καμίνια πίσσας, χαμηλά μέσα στο δάσος. Τα ονομαστά ‘’πισσοκάμινα’’ που είχαν περίμετρο περί τα 12 μέτρα, εσωτερικά ήταν επιχρισμένα με ειδικό υλικό , η επάνω οπή τους έχει διάμετρο 80 εκατοστά και έχει μια μικρή είσοδο 40 επί 40 όπου έβαζαν μέσα το δαδί και τη ρητίνη και άναβαν το καμίνι. Επίσης στο κάτω μέρος είχε μια μικρή οπή 20 επί 30, από όπου έβγαινε η πίσσα σε μία μικρή δεξαμενή (40 εκ. επί 1 μέτρο). Από εκεί μετέφεραν την πίσσα μέσα σε μεταλλικά δοχεία στα Μεγαρικά εργαστήρια.
Αυτή η καλοκαιρινή εργασία γινόταν στα Μέγαρα μέχρι που ανακαλύφθηκε η συνθετική ρητίνη (την δεκαετία 1970), ώστε άρχισε να φθίνει το όντως δύσκολο επάγγελμα του ρητινοσυλλέκτη. Μα κι έως τις ημέρες μας υπάρχει το εργοστάσιο επεξεργασίας ρητίνης –ΑΝ. ΦΑΝΗΣ Α.Ε.- στα Μέγαρα.
Η πευκόφυτη Βένιζα απ’ τα ελληνιστικά χρόνια μέχρι και τα προεπαναστατικά ήταν η περιοχή που έδινε το καλύτερο ρετσίνι στους Μεγαρείς. Πολύ αργότερα η ρετσινοκαλλιέργεια πέρασε στους κατοίκους των Βιλίων, ώστε και μέχρι την δεκαετία του 1960, φιλοξενούσε κάθε χρόνο απ’ τον Μάιο έως και τα τέλη Σεπτεμβρίου, πάνω από 70 οικογένειες που ασχολιόντουσαν με την συλλογή και την κατεργασία της ρητίνης.
Η ρητινοκαλλιέργεια ξεκινούσε ανήμερα την γιορτή των Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίας Ελένης (21 Μαΐου) και συνήθως τελείωνε αρχές Οκτώβρη.
Το Εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου στη Βένιζα ήταν το ‘’φυλακτό τους’’ και πάντα το λειτουργούσαν με όλα τα εορταστικά, ορθόδοξα χριστιανικά τυπικά στην 20η και 21η Μαΐου.
Απ’ το 1976 κολλητά στο παλιό μονόχωρο εκκλησάκι υπάρχει πλέων καινούργιος Ναός. Όπου οι κάτοικοι των Μεγάρων αλλά και οι παλαιοί ρετσινάδες με τις οικογένειές του, συνεχίζουν να τιμούν γιορτάζοντας τις ημέρες αυτές, στο εκκλησάκι των ρετσινάδων του Αη Κωνσταντίνου στη Βένιζα.