Η περιοχή του Βαρυκού που είναι η πηγή.Η πανάρχαια πηγή των Σιθνιδών νυμφών.

 

 

Ο λόφος του Προφήτη Ηλεία με το ερημοκλήσι του απ’ τη πηγή.

 

Στη πανέμορφη περιοχή του Βαρυκού, της Μεγαρικής γης, υπάρχει η πανάρχαια πηγή των Σιθνιδών νυμφών. Η πηγή στη Μεγαρική παράδοση είναι συνυφασμένη με μύθους, θρύλους και έθιμα. Ένα αξιομνημόνευτο έθιμο που γινόταν μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ήταν ο κλήδωνας.
Ο κλήδωνας γινόταν ως εξής: Άρχιζε στις 23 και τελείωνε στις 24 του Ιούνη, με το θερινό ηλιοστάσιο και τη γενέθλιο εορτή του Ιωάννη του Προδρόμου του ‘’Ριγανά’’ είτε ‘’Νηστικού’’. Στα Μέγαρα πολλές φορές όμως, το έθιμο του κλήδωνα μπορούσε να γίνει και την κινητή εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου. Γινόταν δε με μεγάλη ‘’ιεροτελεστία’’. Το μαντικό αυτό έθιμο κρατούσε απ’ τα χρόνια του Όμηρου κι είχε να κάνει με τα ελεύθερα κορίτσια που ήθελαν να γνωρίζουν το ριζικό, το μέλλον τους.
Έτσι, μια ομάδα ελεύθερων κοριτσιών που είχαν νηστέψει, ξεκινούσε νωρίς το πρωί στις 23ης του Ιούνη, απ’ τη πόλη κι έφτανε μέσα από μυστικά μονοπάτια –για να μην τις ενοχλήσουν τα αγόρια που παραφύλαγαν και τις πείραζαν λόγο του εθίμου- στη πηγή των Σιθνιδών νυμφών. Απ’ τη στιγμή πού έφθαναν στη πηγή, σταματούσαν να μιλούν, γέμιζαν τα κανάτια τους αμίλητες με το νερό της πηγής και κινούσαν για την επιστροφή, πάντα αμίλητες κι όπου καθ οδών μάζευαν, η κάθε μια χωριστά, ένα ματσάκι λουλούδια (το ριζικάρι) καθώς κατόπιν θα το έριχναν στο κλήδωνα. Πριν ξεκινήσουν δε απ’ την πόλη για το ‘’άκριτο’’ νερό, ήδη είχαν προσυμφωνήσει σε ποιάς κοπέλας το σπίτι θα έκαναν τον κλήδωνα.
Ο κλήδωνας ήταν ένα ψηλό κιούπι με στενό στόμιο όπου απόθεταν μέσα το άκριτο νερό, σταδιακά κάθε κοπέλα μαζί με το ματσάκι λουλουδιών που είχε μαζέψει απ’ τον κάμπο, κατόπιν σκέπαζαν το κιούπι με ένα λευκό είτε κόκκινο μαντίλι, το έδεναν γερά και το κλείδωναν με ένα λουκέτο. Όλα αυτά τα έκαναν σε σκοτεινό δωμάτιο γιατί δεν έπρεπε να τα δει ο Ήλιος, μόνο το βράδυ έβγαζαν το κιούπι έξω στο φεγγάρι όπου αχάραγα το έβαζαν πάλι μέσα στο σπίτι.
Το νερό που έφερναν απ’ την πηγή το λέγανε ‘’άκριτο’’, δηλαδή, όπως έμεινε άκριτος/άλαλος ο πατέρας του Ιωάννη του Προδρόμου μέχρι τη χαρμόσυνη γέννηση του γιού του, έτσι κι εκείνες πίστευαν(εάν έμαναν άλαλες κατά την διαδρομή της επιστροφής)ότι θα είχαν χαρμόσυνα μελλούμενα.
Το άλλο πρωί στις 24, μετά τη λειτουργία στο ερημοκλήσι του Αη Γιάννη στις Άκρες (περιοχή των Μεγάρων στα ριζά του όρους Πατέρα). Η παρέα των κοριτσιών ξανασχηματιζόταν και πήγαιναν στο σπίτι , όπου ήταν το δοχείο με τα ριζικάρια όλη τη νύχτα στην αστροφεγγιά , κάθονταν γύρω-γύρω , έβαζαν στη μέση ένα κορίτσι και το σκέπαζαν με μια ‘’καλαμάτα’’, μαντίλα. Τότε άνοιγαν το λουκέτο κι άρχιζαν το βγάλσιμο των ριζικών ως εξής: Οι ποιητάρισες που γνώριζαν δίστιχα ή δημιουργούν την ώρα εκείνη αυτοσχέδια , τραγουδούσαν ή απάγγελλαν ένα δίστιχο. Την ώρα της απαγγελίας το σκεπασμένο κορίτσι έπαιρνε μέσα από το κιούπι ένα ματσάκι λουλούδια και το ύψωνε. Όποια το αναγνώριζε ως δικό της, άπλωνε το χέρι της φωνάζοντας » Δικό μου! Δικό μου! » Αν το δίστιχο ήταν απ’ τα ωραία , ξεσηκωνόταν αλαλαγμός και δεχόταν τα συγχαρητήρια όλων των κοριτσιών, για το τυχερό της. Αυτό επαναλαμβανόταν μέχρι να έβγαιναν όλα τα ριζικάρια απ’ το κιούπι. Αν το δίστιχο που όριζε ο κλήδωνας σε μια κοπέλα δεν ήταν καλό , το πιο πιθανό ήταν να μην αναζητούσε το ματσάκι της και να έμενε στα αζήτητα μετά την ύψωσή του απ΄ το κλήδωνα.
Τα δίστιχα που έβγαζαν τα ματσάκια απ΄ το δοχείο με το αμίλητο νερό, τα έλεγαν και ριζικάρια . Τέτοια υπήρχαν χιλιάδες. Είναι δίστιχα παλιά που περνούσαν από γενιά σε γενιά ή ακόμα και δίστιχα από τα τότε σύγχρονα τους τραγούδια. Το πρώτο δίστιχο με το οποίο άνοιγε ο Κλείδωνας έλεγε:
» Ανοίγουμε στσε Κλήδονα στσου Αη Γιαννιού τη χάρη ,
κι όποιας είν’ στσε’ ς τυχερό , θα βγει μ’ αμφορεία(*) το ριζικάρι «

(*)αμφορεία= ευορία