Με τις δύο τούτες λέξεις υποδεικνύουμε την διατροφή που είναι πλούσια σε βιταμίνες, σε υψηλή κατανάλωση υδατανθράκων, σιτηρά, φρούτα, γαλακτοκομικά, λαχανικά ενώ η κύρια μορφή λίπους που χρησιμοποιείται είναι το ελαιόλαδο. Ονομάστηκε δε, Μεσογειακή διατροφή, διότι χρησιμοποιείται από τους ευρωπαϊκούς λαούς της Μεσογείου. Γνωστότερο είναι δε, απ’ τα προϊστορικά χρόνια, ότι η Ελλάδα ήταν που είχε ανακαλύψει της μακροβιότητες ευεργεσίες της.
Ο Πλάτωνας στη ‘’Πολιτεία’’ συνιστά στους νέους μία λιτή διατροφή από ψωμί, βολβούς, ελιές, λάχανα και σαφέστατα είναι αυτή η διατροφή που ονομάζουμε σήμερα, Μεσογειακή διατροφή.
Το 2010 η ΟΥΝΕΣΚΟ συμπεριέλαβε την Μεσογειακή Διατροφή στον Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, ύστερα από αίτημα που υπέβαλαν από κοινού οι χώρες Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Μαρόκο. Η γνώση, η πρακτική και οι παραδόσεις που συνοδεύουν τη μεσογειακή δίαιτα, οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται, αλλά και οι κοινωνικές σχέσεις γύρω από το τραπέζι, τις οποίες αυτή ευνοεί, έπεισαν τους κριτές ότι της αξίζει μια θέση στον κατάλογο για την Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας.
Δεν θα ήταν λοιπόν άδικο να πούμε πως, η τέχνη μαγειρέματος μιας χούφτας στάρι, λίγης πρασινάδας με δυο-τρεις κουταλιές ελαιόλαδο και η σωστή κατανάλωσή τους μας ενέταξαν στην Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας!
Ένα βασικό συστατικό της Μεσογειακής διατροφής είναι η Ελιά. Η ελιά σαν καρπός αλλά και ο χρυσοπράσινος χυμός της, το ελαιόλαδο ως κύρια πηγή λιπαρών που περιέχει μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, έχει πατρίδα την Αθήνα. Η ελιά είναι γνωστή από τα πανάρχαια χρόνια αφού καλλιεργούνταν στην αρχαία Ελλάδα ώστε οι ελιές και το ελαιόλαδο αποτελούσαν απ’ τα πλέων πολύ σημαντικά εμπορικά προϊόντα.
Ιστορικά οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που καλλιέργησε την ελιά στον ευρωπαϊκό μεσογειακό χώρο και τούτοι ανακάλυψαν τις ευεργετικές της ιδιότητες για τον άνθρωπο.
Ο Πλίνιος αναφέρει, κατά το 580 π.Χ: ‘’ούτε το Λάτιο, ούτε η Ισπανία, ούτε η Τύνιδα γνώριζαν την ελιά και την καλλιέργειά της πριν απ’ τους Έλληνες.’’
Έρευνες που έχουν γίνει από διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς καταδεικνύουν σήμερα την Κρήτη ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μεσογειακής διατροφής. Διότι μέχρι πρωτίστως οι Κρητικοί κατανάλωναν άφθονες φυτικές ίνες, ελαιόλαδο, ελάχιστο κρέας, σε μικρές έως μέτριες ποσότητες ψάρι, κοτόπουλο, γαλακτοκομικά και σχεδόν καθόλου επεξεργασμένα προϊόντα. Έτσι βλέπουμε ότι η κρητική διατροφή συγκέντρωνε τη γνώση και την εμπειρία που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά από την αρχαιότητα. Ώστε οι Κρήτες να είναι εκείνοι που διατήρησαν τις διατροφικές συνήθειές της αρχαίας Ελλάδας μέσα στους αιώνες.