Πηγή εικόνας:Απ’ το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο της Μέλπως Μερλιέ"Μεγαρίτες ψάλτες/τραγουδιστές της ηχογράφησης του Μ.Λ.Α.: Δημήτριος Καρώνης (2ος από αριστερά) & Δημήτριος Παπαποστόλης (3ος από αριστερά) - Ηχογράφηση 1930"

 

Τα  Rosalia ή Rosaria ήταν ειδωλολατρική γιορτή των αρχαίων για τη λατρεία των νεκρών. Γινόταν την εποχή που υπάρχουν άφθονα τριαντάφυλλα, τον Μάιο, Ιούνιο. Η λέξη Rosalia προέρχεται από τη λατινική λέξη  Rosa, που σημαίνει ρόδο, τριαντάφυλλο. Οι αρχαίοι  πήγαιναν στα νεκροταφεία, στόλιζαν τα μνήματα με πολλά τριαντάφυλλα, έκαναν τελετές για τους νεκρούς και θυσίαζαν ζώα. Μετά τις νεκρικές τελετές και τις θυσίες ακολουθούσαν διασκεδάσεις και ευωχίες.

Στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τα Rosalia μεταφέρθη­καν  στη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία. Οι Ελληνικοί και Ελληνόφωνοι πληθυσμοί εξελλήνισαν τη λατινική λέξη Rosalia με την ελληνική Ρουσάλια είτε Αρουσάλια. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού η γιορτή αυτή εκχριστιανίστηκε, και διατηρήθηκε στους Βυζαντινούς που επισκέπτονταν τα μνήματα με φαγητά και μοιρολόγια. Το έθιμο τούτο έφθασε ως και τις ημέρες μας με κάποιες τοπικές παραλλαγές από τόπο σε τόπο. Π.χ. Στην Αυλώνα Αττικής, στο Άνω Δώριο (Σουλίμα) Μεσσηνίας και αλλού γιορτάζουν τα Ρουσάλια ή Αρουσάλια το ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής πάνω στα μνήματα με τον εξής θρήνο.

 ‘’ Όλα τα Σάββατα να  ‘ρθουν, να  ‘ρθουν και να ματάρθουν

 Το Σάββατο τ’ Αρουσαλιού να μην ξαναγυρίσει…’’

Καθώς με αυτό το μοιρολόγι εκφράζει ο λαός μας την οδύνη των ψυχών των νεκρών, που ελεύθερες μετά την Ανάσταση να περιφέρονται στον απάνω κόσμο για πενήντα ημέρες, είναι υποχρεωμένες να επιστρέψουν στον Άδη το Σάββατο τ΄ Αρουσαλιού.  

Στο Αγρίνιο και αλλού γιορτάζουν την Δευτέρα του Πάσχα, είτε Ασπροδευτέρα ή Λαμπροδευτέρα  κλπ. τα Ρουσάλια. Έτσι μετά τη θεία λειτουργία και την καθιερωμένη επίσκεψη στα μνήματα των νεκρών της οικογένειας, γίνεται χορός μεγάλος από νέους άνδρες στους δρόμους των πόλεων, με όλη την ιεροπρέπεια των τελετών της αναστημένης φύσης (κυκλικό χορό, έντονα μουσικά όργανα κ.τ.λ.). Οι νέοι κρατούν ένα ψηλό κοντάρι με άσπρο πανί και στολισμένο με λουλούδια (ένδειξη της αναγεννημένης φύσης) καθώς από πόρτα σε πόρτα τραγουδούν και χορεύουν τα Ρουσάλια.

 

Καλώς σ’ έβραμε αφέντη, άρχοντά μου και λεβέντη
Να στα πούμε τα Ρουσάλια, πέστε τα ρε παλικάρια
Να στα πούμε σένα πρώτα, που σε βρήκαμε στην πόρτα
Και ξιστέρου της κυράς μας και της ρουσοπέρδικάς μας
Κάτω σ’ ένα περιβόλι, δάφνη και μηλιά μαλώνει
Δάφνης πήρα εγώ κλωνάρι, να με πάρει το ποτάμι
Να με πάει δύση-δύση, κάτω στη γιαλέρνια βρύση
Όπου πλένουν οβριοπούλες, σκαματίζουν (σαπουνίζουν)τουρκοπούλες
Βάλε το δεξί σου χέρι, μες στην αργυρή σου τσέπη
Βγάλε το εικοσιπεντάρι, δος το του σαχανατάρη
Να σας πούμε Χριστός Ανέστη, που ετάφη και ανέστη.

 

Ενώ στα Μέγαρα τη Δευτέρα της Λαμπρής, ομάδες από νέους γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και χορεύοντας κυκλικά. Ο πρώτος του χορού κρατά ένα κοντάρι με λουλουδένιο σταυρό στην κορυφή. Κάτω από το σταυρό υπάρχει ένα μεταξωτό μαντίλι (καλαμάτα) αντί για σημαία. Ο τελευταίος του χορού κρατά ένα καλάθι ‘’το καρτάλι’’. Οι νοικοκυρές δίνουν στον τελευταίο, κόκκινα αυγά, γλυκά, χρήματα κ.α. Αυτός που κρατά το καλάθι λέγεται ‘’σαχανατάρης’’ (ταμίας). Το Μεγαρίτικο αυτό έθιμο για πρώτη φορά καταγράφηκε/ηχογραφήθηκε  από Μεγαρείς σε Αθηναϊκό θέατρο το 1930.

Έτσι τα Μαγαρίτικα Ρουσάλια κατατάσσονται στα «αργύτικα άσματα», δηλαδή στα τραγούδια που ακούγονταν σε συγκεκριμένες μέρες από σπίτι σε σπίτι, από ομάδες νέων ή παιδιών, με σκοπό το φιλοδώρημα σε χρήμα ή είδος. Και οι Μεγαρείς αφιέρωναν , στα προεπαναστατικά χρόνια, τα κέρδη τους  απ’ τα Ρουσάλια στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας απ’ τους τούρκους.

Η Μεγαρική παραλλαγή για τα Ρουσάλια είναι που τραγουδιούνται σε ρυθμό 2/4 και χορεύονται με απλά πλάγια βήματα συρτού χορού στα τρία.

 

Τα Ρουσάλια όπως τραγουδιούνται στα Μέγαρα.

Να στα πούμε τα Ρουσάλια
πέστε τα βρε παλληκάρια
να στα πούμε σένα πρώτα
που σε ηύραμε στην πώρτα
τσαι έξ υστέρου τις τσυρά μας
τσαι της ρούσοπέρδικάς μας.

Κάτω σ’ ένα περιβόλι
δάφνη και μηλιά μαλώνει.
δαφνης πήρα ‘γω κλωνάρι
να το πάρει το ποτάμι,
να με πάει δύση-δύση
κάτω στη γυαλένια βρύση
όπου πλένουν Όβροπούλες
σκάματίζουν Τούρκοπούλες.
Πάνω κάτω η τσυρά μας
να μας δώσεις τον παρά μας.

Βάλ’ το δεξί σου χέρι
μες την αργυρή σου τσέπη,
βγάλτοτο κοσιπεντάρι
δώσ’το του σαχανατάρη,
να μας πει Χριστός Ανέστη
που ετάφει τσαι Ανέστει
να σας πούμε πόλους χρόνους
και εύτύχισμένους όλους.