Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία συνήλθε στην τακτική Συνεδρία της από 5ης – 8ης Οκτωβρίου τ.έ., αισθάνεται την ανάγκη να απευθυνθεί στο πλήρωμά της, στο λαό του Θεού, αλλά και σε κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο, για να μιλήσει με τη γλώσσα της αλήθειας και της αγάπης.

Οι ημέρες πού ζούμε είναι δύσκολες και κρίσιμες. Περνάμε ως χώρα μια δεινή οικονομική κρίση πού δημιουργεί στους πολλούς ανασφάλεια και φόβο. Δεν γνωρίζουμε τί είναι αυτό πού μάς έρχεται την επόμενη μέρα. Η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη αλλά να διοικείται επί της ουσίας από τούς δανειστές μας. Γνωρίζουμε ότι πολλοί περιμένετε από την ποιμαίνουσα Εκκλησία να μιλήσει και να τοποθετηθεί πάνω στα γεγονότα πού παρακολουθούμε.

Είναι αλήθεια ότι αυτό πού συμβαίνει στην πατρίδα μας είναι πρωτόγνωρο και συνταρακτικό. Μαζί με την πνευματική, κοινωνική και οικονομική κρίση συμβαδίζει και η πάσης φύσεως ανατροπή. Πρόκειται για προσπάθεια εκρίζωσης και εκθεμελίωσης πολλών παραδεδομένων, τα όποια ως τώρα θεωρούνταν αυτονόητα για τη ζωή του τόπου μας. Από κοινωνικής πλευράς επιχειρείται μια ανατροπή δεδομένων και δικαιωμάτων και μάλιστα με ένα πρωτοφανές επιχείρημα. Τα απαιτούν τα μέτρα αυτά οι δανειστές μας. Δηλώνουμε δηλαδή ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυριάρχων – δανειστών μας. Το ερώτημα, το όποιο γεννάται, είναι εάν οι απαιτήσεις τους αφορούν μόνον σε οικονομικά και ασφαλιστικά θέματα ή αφορούν και στην πνευματική και πολιτιστική φυσιογνωμία της Πατρίδος μας.

Μπροστά στην κατάσταση αύτη ο κάθε λογικός άνθρωπος διερωτάται: Γιατί δεν πήραμε νωρίτερα όλα αυτά τα δύσκολα μέτρα, πού σήμερα χαρακτηρίζονται αναγκαία. Όλες αυτές τις παθογένειες της κοινωνίας και της οικονομίας πού σήμερα επιχειρούμε με βίαιο τρόπο να αλλάξουμε, γιατί δεν τις αλλάξαμε στην ώρα του; Γιατί έπρεπε να φθάσουμε ως εδώ; Τα πρόσωπα στην πολιτική σκηνή του τόπου μας είναι, εδώ και δεκαετίες, τα ίδια. Πώς τότε υπολόγιζαν το πολιτικό κόστος, γνωρίζοντας ότι οδηγούν τη χώρα στη καταστροφή και σήμερα αισθάνονται ασφαλείς, γιατί ενεργούν ως εντολοδόχοι; Σήμερα γίνονται ριζικές ανατροπές για τις οποίες άλλοτε θα αναστατωνόταν όλη η Ελλάδα και σήμερα επιβάλλονται χωρίς σχεδόν αντιδράσεις.

Η οικονομική μας κρίση με πολύ απλά λόγια οφείλεται στη διαφορά μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Στον αργό ρυθμό της παραγωγής πού επιτυγχάνουμε απέναντι στο υψηλό βιοτικό επίπεδο πού μάθαμε να ζούμε. Όταν όσα καταναλώνουμε είναι πολύ περισσότερα από όσα παράγουμε, τότε το οικονομικό ισοζύγιο γέρνει προς την πλευρά των εξόδων. Η χώρα μας για να αντεπεξέλθει, αναγκάζεται να δανείζεται με την ελπίδα ότι το διαταραγμένο ισοζύγιο θα ανακάμψει. Όταν αυτό δεν γίνεται και οι δανειστές απαιτούν την επιστροφή των δανεισθέντων συν τόκω, τότε φθάνουμε στην κρίση και στην χρεωκοπία. Η οικονομική κρίση, η οποία ταλαιπωρεί και δυναστεύει τη χώρα μας είναι η κορυφή του παγόβουνου. Είναι συνέπεια και καρπός μίας άλλης κρίσης, της πνευματικής.

Ήδη η δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης συνιστά όχι μόνον οικονομικό μέγεθος, αλλά πρωτίστως πνευματικό γεγονός. Σημείο πνευματικής κρίσης, το όποιον άφορα τόσο στην ηγεσία, όσο και στον λαό. Μια ηγεσία πού δεν μπόρεσε να σταθεί υπεύθυνα απέναντι στο λαό, πού δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας, πού πρόβαλε λαθεμένα πρότυπα, πού καλλιέργησε τις πελατειακές σχέσεις, μόνο και μόνο γιατί είχε ως στόχο την κατοχή και τη νομή της εξουσίας. Μια ηγεσία πού στην πράξη αποδεικνύεται ότι ουσιαστικά υπονόμευσε τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας και του λαού.

Κι από την άλλη πλευρά, ένας λαός, εμείς, πού λειτουργήσαμε ανεύθυνα. Παραδοθήκαμε στην ευμάρεια, στον εύκολο πλουτισμό και στην καλοπέραση, επιδοθήκαμε στο εύκολο κέρδος και στην εξαπάτηση. Δεν προβληματισθήκαμε για την αλήθεια των πραγμάτων. Η αυθαίρετη απαίτηση δικαιωμάτων από συντεχνίες και κοινωνικές ομάδες, με πλήρη αδιαφορία για την κοινωνική συνοχή συνετέλεσαν κατά ένα μεγάλο μέρος στην σημερινή κατάσταση.

Η ουσία της Πνευματικής Κρίσης είναι η απουσία νοήματος ζωής και ο εγκλωβισμός τού ανθρώπου στο ευθύγραμμο παρόν, δηλαδή ο εγκλωβισμός του στο εγωκρατούμενο ένστικτο. Ένα παρόν χωρίς μέλλον, χωρίς όραμα. Ένα παρόν καταδικασμένο στο ανιαρό και μονότονο. Η μετατροπή της ζωής σ’ ένα χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο ημερομηνίες, αυτές, της γέννησης και της ταφής, με άγνωστο το μεταξύ τους διάστημα. Σε μια τέτοια προοπτική το άσκοπο συναγωνίζεται το παράλογο και τον αγώνα τον κερδίζει πάντα το τραγικό. Όταν απευθύνεσαι σε νέους ανθρώπους και τους ερωτάς: «γιατί παιδί μου παίρνεις ναρκωτικά;» και σου απαντούν: «πέστε μου σεις γιατί να μην πάρω; Δεν ελπίζω τίποτα, δεν περιμένω τίποτα, η μόνη μου χαρά είναι όταν τρυπάω την ένεση και ταξιδεύω»· ή όταν επισημαίνεις σε ένα νέο άνθρωπο ότι παίρνοντας ναρκωτικά θα πεθάνει και εκείνος σου άπαντά με ένα τραγικό χαμόγελο: «σεις δεν καταλαβαίνετε ότι εγώ παίρνω ναρκωτικά για να ζήσω», τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο απίστευτα αληθινά και πόσο τραγικά επίκαιρα είναι τα παραπάνω λόγια. Αντί λοιπόν για νόημα ζωής κυνηγήσαμε την ευμάρεια, την καλοπέραση, την οικονομική ισχύ. Όταν όμως δεν υπάρχει άλλο όραμα ζωής πέρα από την κατανάλωση, όταν η οικονομική δύναμη και η επίδειξη της γίνεται ο μόνος τρόπος κοινωνικής καταξίωσης, τότε η διαφθορά είναι ο μόνος δρόμος ζωής, διότι διαφορετικά, αν δεν είσαι διεφθαρμένο, είσαι ανόητος. Έτσι σκέφθηκαν και έπραξαν πολλοί, έτσι φθάσαμε στη διαφθορά και της εξουσίας, αλλά και μέρους του λαού μας. Το ερώτημα – δίλημμα του Ντοστογιέφσκι «ελευθερία ή ευτυχία;» το ζούμε πλέον σε όλη του την τραγικότητα. Διαλέξαμε μια πλαστή ευμάρεια και χάσαμε την Ελευθερία του προσώπου μας, χάσαμε την Ελευθερία της χώρας μας. Σήμερα ο άνθρωπος δικαίως ίσως τρέμει μήπως μειωθεί το εισόδημα του, αλλά δεν ανησυχεί το ίδιο για το έλλειμμα παιδείας πού αφορά στα παιδιά του και δεν αγωνιά για τα παιδιά πού σβήνουν μέσα στις ποικίλες εξαρτήσεις, δεν αγωνιά για τον ευτελισμό του ανθρώπινου προσώπου. Αύτη λοιπόν είναι η ουσία της αληθινής κρίσης και η πηγή της οικονομικής κρίσης την οποία τόσο ανελέητα εκμεταλλεύονται οι σύγχρονοι «έμποροι των Εθνών».

Στην Σύνοδο της Ιεραρχίας εμείς, οι πνευματικοί σας πατέρες, κάναμε την αυτοκριτική μας, θελήσαμε να αναμετρηθούμε με τις ευθύνες μας και να αναζητήσουμε με τόλμη το μερίδιο της ενδεχομένης δικής μας υπαιτιότητας στην παρούσα κρίση. Ξέρουμε ότι κάποιες φορές σάς πικράναμε, σάς σκανδαλίσαμε ίσως. Δεν αντιδράσαμε άμεσα και καίρια σε συμπεριφορές πού σάς πλήγωσαν. Οι έμποροι της κατεδάφισης της σχέσης του λαού με την ποιμαίνουσα Εκκλησία του εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο και πραγματικά ή κατασκευασμένα σκάνδαλα και προσπάθησαν να διαρρήξουν την εμπιστοσύνη σας στην Εκκλησία.

Θέλουμε να σάς πούμε ότι η Εκκλησία έχει το αντίδοτο της κατανάλωσης ως τρόπο ζωής και αυτό είναι η άσκηση. Και εάν η κατανάλωση είναι το τέλος, γιατί η ζωή δεν έχει νόημα, η άσκηση είναι δρόμος, γιατί οδηγεί σε ζωή με νόημα. Η άσκηση δεν είναι στέρηση της απόλαυσης, αλλά εμπλουτισμός της ζωής με νόημα. Είναι η προπόνηση του αθλητή πού οδηγεί στον αγώνα και στο μετάλλιο και αυτό το μετάλλιο είναι η ζωή πού νικά το θάνατο, η ζωή πού πλουτίζεται με την αγάπη. Η άσκηση είναι τότε οδός ελευθερίας, εναντίον της δουλείας του περιττού. Είναι αύτη η δουλεία πού σήμερα μας ευτελίζει.

Μάς προβληματίζει η κατάσταση της Παιδείας μας, γιατί το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει το μαθητή όχι ως πρόσωπο αλλά σαν ηλεκτρονικό υπολογιστή και το μόνο πού κάνει είναι να «τον φορτώνει» με ύλη αδιαφορώντας για την όλη του προσωπικότητα και γι’ αυτό τα παιδιά μας δικαιολογημένα αντιδρούν. Γι’ αυτό αγωνιούμε για το νέο Λύκειο πού ετοιμάζεται. Πιστεύουμε ότι όντως τα σχολικά βιβλία γράφονται με την ευθύνη της Πολιτείας, αλλά το περιεχόμενο τους αφορά και στον τελευταίο Έλληνα πολίτη, πού περιμένει από την Εκκλησία του να μεταφέρει με δύναμη τη δική του ταπεινή φωνή.

Αισθανόμαστε ότι όλοι οι ενοριακοί μας ναοί πρέπει να γίνουν χώροι φιλόξενοι για τούς νέους μας, όπως είναι ήδη αρκετοί από αυτούς, στους οποίους πολλά νέα παιδιά καταφεύγουν ζητώντας νόημα και ελπίδα.

Ξέρουμε ότι ζητάτε από εμάς, τούς Ποιμένες σας, μια Εκκλησία με ηρωισμό, με νεύρο, με λόγο προφητικό, με σύγχρονο νεανικό λόγο, όχι εκκοσμικευμένη, αλλά αγιαζομένη και αγιάζουσα, μια Εκκλησία ελευθέρα και ποιμαίνουσα μετά δυνάμεως. Μια Εκκλησία πού δεν θα φοβάται να αμυνθεί στο πονηρό σύστημα αυτού του κόσμου, έστω κι αν η αντίσταση σημαίνει διωγμό ή και μαρτύριο.

Η Εκκλησία είναι ο μόνος οργανισμός πού μπορεί να σταθεί άμεσα δίπλα στον άνθρωπο και να τον στηρίξει. Εκκλησία όμως είμαστε όλοι μας και αύτη είναι η δύναμή μας και η δύναμή της. Την ενότητα μεταξύ των ποιμένων και του λαού έχουν στόχο οι έμποροι των λαών γι’ αυτό προσπαθούν να την ναρκοθετήσουν. Ξέρουν ότι άμα θα «πατάξουν» τον ποιμένα, εύκολα θα σκορπίσουν τα πρόβατα και θα τα υποτάξουν. Διδαχθείτε από την ιστορία ότι όπου ο Θεός πολεμήθηκε τελικός στόχος ήταν ο άνθρωπος και ο ευτελισμός του. Η ενανθρώπιση του Θεού είναι μεγαλύτερη καταξίωση του ανθρώπινου προσώπου. Η Εκκλησία δεν αντιμάχεται την Πολιτεία, αλλά εκείνους πού εκμεταλλευόμενοι την Πολιτεία και κρυμμένοι πίσω από την εξουσία επιχειρούν να σάς στερήσουν την ελπίδα. Να θυμάσθε ότι για πολλούς οικονομολόγους η παρούσα κρίση είναι κατασκευασμένη, είναι μια κρίση – εργαλείο πού αποβλέπει στον παγκόσμιο έλεγχο από δυνάμεις πού δεν είναι φιλάνθρωπες.

Η Εκκλησία του Χριστού έχει λόγο για την σημερινή κρίσιμη κατάσταση, διότι δεν έπαψε να αποτελεί σάρκα του κόσμου, μέρος της Ιστορίας. Δεν μπορεί να ανέχεται κανενός είδους αδικία, αλλά οφείλει να δείχνει ετοιμότητα για μαρτυρία και μαρτύριο. Γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι δίπλα μας πεινούν, βρίσκονται σε ένδεια, ασφυκτιούν οικονομικά, η απελπισία πολλές φορές κυριεύει την καρδιά τους. Το γνωρίζουμε γιατί πρώτος σταθμός τους στην αναζήτηση ελπίδας είναι ο Ναός της περιοχής τους, η ενορία τους. Στόχος και αγώνας μας είναι η κάθε ενορία να γίνει το κέντρο απ’ όπου όλη η ποιμαντική δραστηριότητα της τοπικής Εκκλησίας θα αγκαλιάσει όλη την τοπική κοινωνία.

Απόφασή μας είναι να δημιουργήσουμε ένα παρατηρητήριο κοινωνικών προβλημάτων προκειμένου να παρακολουθήσουμε από κοντά και να αντιμετωπίσουμε με τρόπο μεθοδικό τα προβλήματα πού δημιουργεί η παρούσα κρίση. Στόχος μας είναι να αναπτύξουμε το προνοιακό έργο της κάθε ενορίας ώστε να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος πού να μην έχει ένα πιάτο φαγητό. Γνωρίζετε και σεις ότι στο σημείο αυτό η Εκκλησία επιτελεί τεράστιο έργο. Το γνωρίζετε, γιατί πολλοί από σας αυτή την προσπάθεια της ενορίας σας την στηρίζετε εθελοντικά και την ενισχύετε οικονομικά. Σάς καλούμε να πλαισιώσετε ο καθένας και η καθεμιά την ενορία σας για να αντιμετωπίσουμε από κοινού τις δύσκολες αυτές ώρες.

Ο λαός μας πέρασε και άλλοτε και φτώχεια και πείνα, αλλά άντεξε και νίκησε γιατί τότε είχε οράματα. Όλοι μαζί μπορούμε να βοηθήσουμε τον ένα και ο ένας τούς πολλούς. Ο Θεός δεν μάς έδωσε πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης. Με αυτό το πνεύμα, συσπειρωμένοι γύρω από την μεγάλη μας οικογένεια, την Εκκλησία, επισημαίνοντας τα λάθη μας, αναζητώντας νόημα ζωής στην αγάπη, θα βγούμε από αυτή τη δύσκολη ώρα.

Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ