Το πανάρχαιο μυστηριακό κέντρο της αρχαίας Σπάρτης, Αμύκλαι και ο Michel Fourmont ( Μέρος 2ο ).

  

 

Η ιστορία δεν μπορεί να είναι μόνο αυτή που “ανεδαφικά ” απλοποιημένη κάποιοι μας την επιβάλουν. Σχεδόν όλες τις φορές, αναγκαστικά πρέπει να γυρίζουμε πίσω, προκειμένου να συναντήσουμε τη μήτρα που γέννησε τη σύγχρονη ιστορία, η οποία ως σήμερα δεν παρουσιάστηκε σωστά παρά “κουτσουρεμένα” και κάτω απ’ το “μακιγιάζ” που κατά καιρούς επέβαλαν διάφοροι λόγιοι και συμφέροντα. Από εκεί πρέπει να αρχίσουμε, απ’ τις ρίζες της, που δεν φαίνονται αν δεν τις σκαλίσεις.

Οι ρίζες του αποτελειώματος, στο χαλασμό που άφησαν οι δύο κατακτητικές Αυτοκρατορίες (Ρωμαϊκή-Οθωμανική), στον πανάρχαιο πολιτισμό των Ελλήνων, ήρθε να διαπράξει το 1730, Ο Michel Fourmont απεσταλμένος του Λουδοβίκου ΙΔ’, αναζητώντας χρυσούς θησαυρούς…και γράμματα (καθώς έγραφε στους επισήμους της πατρίδας του).

Θα πρέπει λοιπόν να μελετήσουμε τη ρίζα, της αυτής ιστορίας και που γιατί σήμερα δεν έχουμε σχεδόν τίποτα απ’ το πανάρχαιο Μυκηναϊκό μυστηριακό κέντρο Αμύκλαι, μα και απ’ την αρχαία ένδοξη Σπάρτη.

Δεν θα πάμε ευτυχώς πολύ πίσω στο χρόνο, όλα τα γεγονότα, είναι ιστορικός καταγεγραμμένα με βασιλικές εντολές, μυστικά (και ίσως κωδικοποιημένα) γράμματα προς τον Λουδοβίκο και τον τότε πρωθυπουργό της Γαλλίας τον Ντε Φλερί, Οθωμανικά φιρμάνια κ.α…

Ο προηγούμενος βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος ΙΔ΄ (1638-1715), είχε αφήσει την χώρα σε τραγική οικονομική κατάσταση και ο διάδοχος του Λουδοβίκος ΙΕ΄ (1710-1774), δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την κρίση αυτή λόγω έλλειψης αποφασιστικότητας. Η μοναρχία ήταν σε συνεχή παρακμή, και αυτό το αντιλαμβανόταν ο Λουδοβίκος ΙΕ΄, χωρίς όμως να κάνει κάτι αποφασιστικό, πέρα απ’ το να στέλνει “δικούς” του ανθρώπους να ψάχνουν για χρυσό σε διάφορα μέρη που θα βοηθούσαν να ξεπεράσει την οικονομική ύφεση η Γαλλία. Μάλιστα είχε προβλέψει ο ίδιος, «Μετά από εμένα ο κατακλυσμός» («Après moi, le déluge»). Ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ έβαλε στο νου του την αρχαία χώρα που παρέδωσε στην ανθρωπότητα το πολιτισμό και πιθανών τον χρυσό που θα υπήρχε στην Ελλάδα θαμμένος απ’ τους πολιτισμένους Έλληνες, (νόμισε πως θα είχε την ίδια, ίσως, και καλύτερη τύχη των Ισπανών, καθώς έγινε με τον παρμένο χρυσό απ’ τους ιθαγενείς της Αμερικής). Με όλα τα διπλωματικά μέσα της εποχής, έστειλε το 1730, στο Σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Αχμέτ Γ’, τον προσωπικό του φίλο Μισέλ Φουρμόντ όπου και απέσπασε απ’ τον Αχμέτ Γ΄ την γραπτή νόμιμη εντολή (φιρμάνι), να ερευνήσει για δήθεν βυζαντινά αντίγραφα και αρχαιότητες που δεν θα τις αποσπούσε από το μέρος τους, αλλά θα τις αντέγραφε απλώς για τα πανεπιστήμια της Γαλλίας!!!

Εδώ δεν θα γράψω, εάν ήταν οργανωμένη συγκυρία η οικονομική ανάκαμψη, ή, ένα τυχαίο γεγονός. Αλλά η περίοδος 1726-1743 μνημονεύετε στην ιστορία της Γαλλίας σαν: «Την οικονομία που άρχισε πάλι να ανακάμπτει μετά τα δύσκολα τελευταία χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και το γαλλικό νόμισμα ισχυροποιήθηκε στην Ευρώπη και την Αμερική.»

 

Η συνέχεια από το πρώτο μέρος:

 

….Έχω τη δύναμη να το κάνω. Απόκτησα μια οξυδέρκεια σ’ αυτού του είδους. Εγώ δε μοιάζω με αυτούς που τρέχουν από πόλη σε πόλη για να ιδούν. Πρέπει να παίρνω χρήσιμα πράγματα.

Όταν θα καταστρέψω ολοκληρωτικά τη Σπάρτη και τις Αμύκλες, θα πάω στο Ναύπλιο για λίγη ανάπαυση. Από κει θα μπορέσω να μπαρκάρω για την επιστροφή στη Γαλλία. Τώρα είμαι απασχολημένος με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. Βρίσκω κάθε μέρα θαυμαστά πράγματα. Δεν μετανιώνω για της υπηρεσίες μου στον “Πολυαγαπημένο” (έτσι αποκαλούσαν τον Λουδοβίκος ΙΕ΄)

Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 20 Απριλίου 1730, ο Μ. Φουρμόντ γράφοντας στον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Βιλλενεβέ, δικαιολογεί τους βανδαλισμούς του στην Σπάρτη σαν εκδίκηση, από την κακή απέναντί του συμπεριφορά των Μανιατών: «Βρίσκομαι σε έναν φοβερό τόπο, στην περίφημη Μάνη. Κακός λαός κι είμαι ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο, τίποτα για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω, για να εκδικηθώ αυτό το σκυλολόι, ρίχτηκα πάνω στην αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτα από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την ανασκάλεψα, την ξεθεμελίωσα, δεν έμεινε λίθος επί λίθου.

Και γιατί, θα ρωτήσει η εξοχότητα σας, επέπεσα με τόση μανία πάνω σε αυτή την πόλη, ώστε να γίνει αγνώριστη πληρώνοντας τις αμαρτίες των απογόνων της; Έχω την τιμή να σας απαντήσω. Ήταν πολύ αρχαία και έκρυβε με φιλαργυρία πολλούς θησαυρούς. Αυτό δεν μπορούσα να το συγχωρέσω. Ως τώρα κανένας ταξιδιώτης δεν τόλμησε να τους αγγίξει. Οι Βενετοί, μ’ όλο που υπήρξαν κάποτε κυρίαρχοι αυτής της χώρας, τους σεβάστηκαν. Έκρινα πως δεν έπρεπε να τρέφω τέτοιο σεβασμό. Την ισοπέδωσα λοιπόν με κάθε επισημότητα. Κι αυτό προκάλεσε το θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Έλληνες λύσσαξαν και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι. Είμαι ήσυχος, πολύ περισσότερο γιατί απόκτησα από το ταξίδι μου πράγματα ικανά να βοηθήσουν, και να θαμπώσουν όλους τους σοφούς.

Ποιος θα φανταζόταν ποτέ ότι θα ήταν δυνατόν να βρεθεί ο τάφος του Αγησιλάου και του Λύσανδρου, των περίφημων βασιλιάδων της Σπάρτης; Ποιος θα φανταζόταν πως ύστερα από τόσους πολέμους, σεισμούς και άλλες θεομηνίες που αφάνισαν αυτή την πόλη, θα έβρισκα ακόμη θαυμαστά μάρμαρα που μας κάνουν γνωστούς όλους τους εφόρους, ρήτορες και άλλες προσωπικότητες, άγνωστες ως την τελευταία καταστροφή που έγινε από εμένα; Βιβλία δεν υπάρχουν», συνεχίζει στην επιστολή του ο βάνδαλος. «Πολλοί δεν ξέρουν σ’ αυτή την χώρα ούτε να γράφουν, ούτε να διαβάζουν. Χρησιμοποιούν τα χειρόγραφα για φυσέκια. Κι αφού δεν υπάρχουν βιβλία φρόντισα για κάτι άλλο, ώστε το ταξίδι μου να ωφελήσει τη Γαλλία και τα Γράμματα. Αφοσιώθηκα με τόσο ενθουσιασμό σ’ αυτό κι έδωσα τέτοια χτυπήματα, που ο αντίλαλός τους θα ακουστεί σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν γκρεμίζει κανείς δύο και τρεις πολιτείες χωρίς θόρυβο. Εγώ τις ξεθεμελίωσα, ενώ οι παλαιότεροι περιηγητές έρχονταν μόνο για να τις βρουν.»

Αποκαλυπτικό για το ανεξήγητο μίσος που έτρεφε ο Γάλλος Φουρμόντ προς την Σπάρτη και τα μέσα που χρησιμοποιούσε, είναι και η επιστολή του προς τον τότε πρωθυπουργό της Γαλλίας, Καρδινάλιο Ντε Φλερί. Του αναγγέλλει ότι πήγε στην Λακωνία σε αναζήτηση των γνωστών λόγων(?) και παλαιών χειρογράφων. «Αλλά σεβασμιότατε», γράφει σ’ αυτήν, «ο λαός, αυτά τα παιδιά της Λακεδαίμονος, δεν κράτησαν από τους προγόνους τους τίποτε άλλο από την αγάπη της ελευθερίας και την μανία του πολέμου. Το όνειρό τους είναι να αποκτήσουν όπλα. Τα βιβλία τα χρησιμοποιούν για τα φυσέκια τους…

Έριξα την θλίψη μου πάνω στην κυριότερη πόλη της περιοχής, την αρχαία Σπάρτη. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στα κτίσματα που κατά την γνώμη μου έκρυβαν θησαυρούς για τα Γράμματα. Ήταν κίονες, ανάβαθρα, ενεπίγραφες μετώπες. Ν’ αφήσω όλα αυτά σε άλλους (γιατί δεν είμαι εδώ ο μοναδικός ερευνητής), θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου, θα σήμαινε πως είμαι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκπληρώσω τις διαταγές μου. Πρόκειται, όπως θα κατάλαβε η εξοχότητα σας, για το καλό των Γραμμάτων.

Γι’ αυτό μίσθωσα εργάτες και κατέστρεψα ως τα θεμέλια τα λείψανα της υπέροχης αυτής πολιτείας, σε σημείο που να μην απομείνει λίθος επί λίθου. Μπορεί, σεβασμιότατε, να καταντήσει σε λίγο ένας άγνωστος τόπος εγώ όμως έχω τον τρόπο να την αναστήσω στο όνομα της Γαλλίας και το πνεύμα των ανθρώπων, ακόμη και των πιο μακρινών γενεών, γιατί έχω καταρτίσει ολόκληρο κατάλογο των ιερέων και ιερειών της, των εφόρων, των αγορανόμων και των γυμνασίαρχων.

 

Συνεχίζεται…

 

Βιοβλιογραφία:

Οι δύο ιστορικές μελέτες του Ιστορικού Ακαδημαϊκού Συγγραφέα και Γραμματέα των Γ.Α.Κ. (Γενικών Αρχείων του Κράτους) Σωκράτη Κουγέα.

«Η ιδέα της κοινωνίας των Εθνών παρά τοις Έλλησι», Αθήνα 1928.  

«Σπουδαί επιστημονικά έργα και κρίσεις αυτών», Αθήνα 1915.

Εγκυκλοπαίδεια, «Επιστήμη και Ζωή».

 

Annyra P. Ezmperg.