Έλληνες αρχαίοι σοφοί, δίχως φωτοστέφανα, μέσα σε χριστιανικούς Ναούς και Ιερές Μονές που συμβολίζουν τη σύνδεση Χριστιανισμού και Αρχαίας Ελληνικής σκέψης.

Η Μεγαρίδα από πολύ νωρίς γνώρισε τον χριστιανισμό, δεν θα μπορούσε βέβαια να ήταν αλλιώς. Την ρωμαϊκή εποχή ‘’συμπορεύτηκε’’ με την Κόρινθο και σαφέστατα οι επισκέψεις του Αποστόλου Παύλου στη Κόρινθο, δεν άφησαν ανεπηρέαστο το λαό της Μεγαρίδας.

Από διάφορες ιστορικές πηγές γνωρίζουμε πως επίσημα το 324 μ. Χ. διαδίδεται ο Χριστιανισμός στην περιοχή ενώ η παλαιότερη Ιερά Μονή που αναφέρεται στη Μεγαρίδα είναι γύρω στο 460 μ.Χ., η γυναικεία Μονή των Παγών (Αλεποχώρι) που ο Λογγίνος διέπραξε πολλές ανοσιουργίες σε βάρος των μοναζουσών.  

Έκτοτε θα πρέπει να ιδρύθηκαν και άλλοι χώροι λατρείας για τις ανάγκες των χριστιανών που δυστυχώς δεν έχουν ακόμη αποκαλύψει την ακριβή τους θέση, παρά μόνο, εκείνη που η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως από τα κατάλοιπα μίας μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, που χρονολογείται στα μέσα του 5ου αι. και η οποία ήταν κτισμένη μέσα στη πόλη των Μεγάρων προς τιμήν των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων.   

 

 


 Έτσι και η ίδρυση της μονής της ‘’Κοιμήσεως της Θεοτόκου’’, μας είναι ουσιαστικά άγνωστη. Μερικοί όμως ιστορικοί ερευνητές την τοποθετούν στον 11ο αιώνα περίπου και με ιδρυτή, κατά πάσα πιθανότητα, τον Όσιο Μελέτιο τον εν Κιθαιρώνα.

Η μονή στη μακραίωνη ιστορία της, πέρα από την μεγάλη θρησκευτική της προσφορά στη περιοχή και στους διάφορους αγώνες του έθνους, απέκτησε και μεγάλη κτηματική περιουσία που το 1833-34 με το νόμο της αντιβασιλείας του Όθωνα(*)  χάθηκε. Όπως επίσης χάθηκαν και πολλά ιερά κειμήλια, αρχεία κ.τ.λ. που παραδόθηκαν προς φύλαξη στη Ι. Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα.

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) υπάρχει και σε ψηφιακή μορφή μάλιστα, ένας φάκελος με 362 έγραφα που αφορούν την Ι. Μονή των Μεγάρων.

 

‘’Γ.Α.Κ. (Γενικά Αρχεία Κράτους)

Ψηφιακές αρχειακές συλλογές (Ε.Π. ΚτΠ)

Φάκελος: 056

Κωδικός αναγνώρισης: GRGSA-CSA_PAOMONAST.F000056

Τίτλος: ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ (1833-1886)

Χρονολογίες: 1739 – 1826

Επίπεδο περιγραφής: Φάκελος

Μέγεθος και υπόστρωμα της ενότητας περιγραφής: Λυτά έγγραφα

Παρουσίαση περιεχομένου: Μονές Επαρχίας Μεγαρίδος: Θεοτόκου Κοίμησις, ή Άγιος Ιερόθεος, ή Κυπαρίσσι εις Έλικα – (Μονή διαλελυμένη) – Δήμος Μεγάρων.

Εντοπισμός πρωτοτύπων: Κεντρική Υπηρεσία Γ.Α.Κ.

Χρονολογία περιγραφής: 2008-11-06 19:20:00’’


Τελετή Αρτοκλασίας στο προαύλιο χώρο της Μονής του Αγίου Ιεροθέου. Αριστερά της φωτογραφίας (πίσω απ’ τους Λειτουργούς) εικονίζεται μέρος απ’ το κτίσμα του περίφημου βυζαντινού «φωτανάματος».

 

Το καθολικό είναι ιστορικής και αρχαιολογικής αξίας από απόψεως ζωγραφικής και αρχιτεκτονικής, είναι κτίσμα Βυζαντινής τέχνης.

Επιβλητικό είναι το κωδωνοστάσιο του ναού ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιεροθέου στη βορεινή πλευρά του καθολικού, κτίσμα 16ου αι. Η Μονή απέχει 52 χιλιόμετρα από την Αθήνα και βρίσκεται περί τα 8 χιλιόμετρα Δυτικά των Μεγάρων.

Παρόλο που ο Ναός είναι ‘’ταπεινός’’, διαθέτει πλούτο αγιογραφικό, εξεχούσης σημασίας και σπανιότητας. Θαυμασιωτέρα όλων, είναι η αγιογραφία του Τρούλου, ‘’καθώς παριστάνεται ο Ιησούς Χριστός ολόσωμος, ένθρονος, με εκτεταμένη την δεξιά χείραν, και καταστόλιστο τον θρόνο και το υποπόδιον των ποδών Tου. Kάτωθεν Aυτού, και μετά την ωραιότατη διακόσμηση (σασανιδικόν ανθέμιον), υπάρχουν σε στρογγυλή παράσταση η Θεοτόκος και η Ετοιμασία του Θρόνου, καθώς και σύνολον αγγέλων γονατιστών – δεομένων, και αγγέλων στηθαίων (ων τα ονόματα εκ της Παλαιάς Διαθήκης Γιήλ και Γιδαήλ, που πολύ σπάνια συναντώνται) υπογραμμίζουν τον ρόλο του Παντοκράτορα ως Kυριάρχου του σύμπαντος.

Στο νότιο μέρος του ναού, και εφαπτόμενος μετ’ αυτού υπάρχει ο τάφος του Αγίου Ιεροθέου του πρώτου επισκόπου των Αθηνών.

Ένα από τα πλέον αξιόλογα κτίσματα της παλαιάς Βυζαντινής Mονής, που σώζεται μέχρι σήμερα σχεδόν αμετάβλητο, είναι το λεγόμενο ‘’Φωτάναμα’’, που σήμερα χρησιμεύει σαν Tράπεζα των Mοναζουσών. Λέγετε έτσι, διότι χρησιμοποιείτο από τους παλαιούς Mοναχούς σαν τόπος θερμάνσεως και αναπαύσεως κατά την διάρκεια των μακρόωρων νυχτερινών Aκολουθιών, καθώς και σαν τόπος συζητήσεως των πνευματικών των ζητημάτων. Ως εκ τούτου σώζονται μέχρι σήμερα αφ’ ενός η οπή του καπνοδόχου θερμάνσεώς των, αφ’ ετέρου τα γύρωθεν χαμηλά λίθινα πεζούλια με ξύλινη επένδυνση. Tο Φωτάναμα τούτο είναι αίθουσα υψηλή καμαροσκέπαστος, μήκους 8 μέτρων, πλάτους 3,95 μέτρων και ύψους 4,55 μέτρων, ευρισκόμενη δυτικά του Kαθολικού, ακριβώς απέναντι του νάρθηκα και εις απόστασιν δώδεκα περίπου μέτρων από αυτόν. Παλαιές τοιχογραφίες στον χώρο αυτό δεν ευρέθησαν. Tο έτος 1975 αγιογραφήθηκε στο σύνολό του ο χώρος με παραστάσεις ολόσωμων Aγίων, και διευρύνθησαν τα μικρά ανατολικά παράθυρα.

Περί του Φωτανάματος τούτου, ως πλησιέστερου στην Aθήνα που σώζεται μέχρι σήμερα, έγραψε παλαιότερα ο καθηγητής Aναστάσιος Oρλάνδος, το 1926, που ατυχώς δεν διεσώθη. Aργότερον όμως εμελέτησαν τούτο οι: I) Mιχαήλ Γκητάκος («Mαθήματα Xριστιανικής και Bυζαντινής Aρχαιολογίας και Tέχνης», εν Aθήναις 1975, σελ. 582) και 2) Kων/νος N. Ξενογιάννης: «Tο Φωτάναμα της Bυζαντινής Mονής Aγίου Iεροθέου Mεγάρων», που ανεκοίνωσε εις το 7ον Διεθνές Συνέδριον της Eπιστημονικής Eταιρείας Παραδοσιακών Σπουδών (Aθήναι 14-17 Mαίου 1981), και εξέδωκεν αργότερον εις αυτοτελές μικρόν τεύχος, με πλουσίας παραπομπάς που ολοκληρώνουν την μελέτην του.

Από το 1833 η Μονή διαλύετε με απόφαση του Όθωνα και το 1930 ανασυντάσσετε όταν ο αρχιμανδρίτης Πέτρος Hλία Bλοτίλδης εγκαταστάθηκε στην ερειπωμένη Mονή με την ολιγάριθμη συνοδεία του.

Κατά το έτος 1937 ιδρύθηκε από τις μοναχές της Μονής, το τάγμα των εν Kεντρικαίς Γυναικείαις Φυλακαίς και Αναμορφωτικές Σχολές ‘’υπηρετουσών Mοναζουσών’’, που επί είκοσι και πλέον χρόνια διακόνησαν με αυταπάρνηση κι ακούραστα τις φυλακισμένες γυναίκες. Στην περίοδο δε της κατοχής δεν σταμάτησαν να επισκέπτονται με τα χρειαζούμενα, τα διάφορα ιταλικά και γερμανικά κρατητήρια όπου αρκετές φορές πλήρωναν για να ελευθερωθούν αγωνίστριες κι αγωνιστές τις εθνικής αντίστασης.  

H Mονή του Αγ. Ιεροθέου (όπως συνηθίζεται στις μέρες μας να ονομάζετε),προσέφερε πολλές υπηρεσίες στις δύσκολες ημέρες του πολέμου και της Γερμανικής Kατοχής (1940-1944). Σ’ ένα γειτονικό σπήλαιο, μόλις λίγα μέτρα έξω από την Mονή κρυβόντουσαν είκοσι Άγγλοι στρατιώτες-σύμμαχοι για αρκετό χρόνο, τους οποίους βοηθούσαν ποικιλοτρόπως οι μοναχές με τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα και άλλων αναγκαίων με κίνδυνο την ιδία τη ζωή τους. Mάλιστα τους επισκεπτόταν συχνά η πρωτεργάτης του αντιστασιακού αγώνος Λέλα Kαραγιάννη, που αφηγείται λεπτομερώς τις συναντήσεις με την τότε Hγουμένη Mοναχή Iεροθέα. (Bλέπε: Xρήστου Zαλοκώστα «Tο Xρονικό της Σκλαβιάς», σελ. 22-24). Διά τούτο απένειμε στην Mονή για τις υπηρεσίας της στον αντιστασιακό αγώνα, ένα Aναμνηστικόν Mετάλλιον Eθνικής Aντιστάσεως 1941-1945 τη 13-4-1961, και αργότερα η πολιτεία ένα χρυσούν Mετάλλιον της Aντιστασιακής Oργανώσεως Mπουμπουλίνα – Λέλα Kαραγιάννη τη 8-9-1991.

Η μονή σήμερα έχει 16 μοναχές και παρουσιάζει πνευματική άνθηση. Ηγουμένη είναι η μοναχή Ισιδώρα, Θεολόγος και υμνογράφος.

 

(*)Επί της αντιβασιλεία του Όθωνα και πιστεύοντας ότι η περιουσία της Εκκλησίας αποτελεί θησαυρό που κληροδοτήθηκε από τους προγόνους στο ελληνικό έθνος ενώ λησμονώντας την ανεκτίμητη προσφορά των ορθοδόξων μοναστηριών στους παλαιότερους και στους ακόμα νωπούς τότε αγώνες της εθνικής παλιγγενεσίας, με τα βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 απεφάσισε τη διάλυση 416 μοναστηριών και τη διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους με το πρόσχημα να συσταθεί το «Εκκλησιαστικό Ταμείο». Ήταν όμως τόσο κακή η σύσταση και οργάνωση του ταμείου αυτού, ώστε το μόνο που συνέβη ήταν η διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας και η πώληση – εκ μέρους επιτηδείων – ιερών σκευών και κειμηλίων στα παζάρια. Το 1836 η απαλλοτριωτική διάθεση της Αντιβασιλείας επεκτάθηκε και στην περιουσία των Μοναστηριών που διατηρήθηκαν σε λειτουργία «χάριν θεάρεστων έργων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοεργών καταστημάτων». Έτσι απαλλοτριώθηκαν υποχρεωτικά και άλλες μοναστηριακές εκτάσεις, ενώ σε όσες απέμειναν επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία.

 

 

 

 

Πηγή εικόνων: http://www.apologitis.com/gr/ancient/eik/sofoi.jpg

 

 

 

 Annyra P. Ezmperg