Μίμνερμος  Κολοφώνιος. 6ος π. Χ. αιώνας

 

 

Ο ποιητής Μίμνερμος είναι ο τραγουδοποιός του έρωτα και της νιότης που μας έρχεται από την αρχαία “τεράστια” Ελλάδα. Θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της ερωτικής λυρικής και ελεγειακής ποίησης στην Ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία. Ήταν μάλιστα και πολύ καλός μουσικός αυλίτης, έπαιζε με μεγάλη μαεστρία το πνευστό μουσικό όργανο αυλό.

Υπάρχουν και κάποια ποιήματά του που ονομάζονται «πατριωτικές υποθήκες» και σκοπό είχαν να εμπνεύσουν το πολεμικό θάρρος στους πολεμιστές. Ο Μίμνερμος γεννήθηκε στην Παλαιά Σμύρνη στα παράλια της Ιωνίας, μα τον έλεγαν και “Κολοφώνιο”, πολύ πιθανών να καταγόταν από τον Κολοφώνα, την αρχαία πόλη στα βόρεια της Εφέσου. Μάλιστα οι αρχαίοι συγγραφείς τον αποκαλούν “λιγναιτάδη” (διά το εμμελές και λιγύ). Δυστυχώς τα περισσότερα αυτούσια έργα του χάθηκαν, μα αρκετές αρχαίες ανθολογίες άλλων μας δίνουν μερικά αποσπάσματα, (περίπου 24-5), απ’ τα οποία τα 7 βρίσκονται στην ανθολογία του Στοβαίου (5ος π. Χ. αιώνας).

Ο ίδιος είχε μια προσωπική στοχαστική θεωρία για τη ζωή που απόρρεε απ’ τον έρωτα. Αποστρεφόταν τα γεράματα που έλεγε ότι φέρνουν μαζί τους πόνο, βάσανα και αμνησία για τον έρωτα. Η αγωνία για τα γερατειά δεν απασχόλησε κανέναν άλλο ποιητή της αρχαιότητας τόσο όσο τον Μίμνερμο. Το προσδόκιμο όριο της ανθρώπινης ηλικίας το τοποθετούσε περίπου στα 40 χρόνια, για την εποχή εκείνη. Έτσι φυσικά εκδηλωνόταν ο άκρατος υποκειμενισμός του ποιητή, όπου θεωρούσε: ότι εκτός από τα νιάτα και τον έρωτα δεν υπάρχει τίποτα άλλο στη ζωή. Τούτα θα τα αντιληφθούμε καθώς παρακάτω θα γνωρίσουμε το εξαίρετο απόσπασμα απ’ την ποιητική ανθολογία του [1] «Ναννώ».  

Η Ναννώ εικάζεται ότι υπήρξε η Μούσα του ποιητή και πως ήταν το όνομα μιας όμορφης Λυδίας αυλητρίδας και αοιδού (τραγουδίστριας), που αγάπησε σφόδρα ο αρχαίος ποιητής του έρωτα. 

 

 

Ναννώ

Τι ειν’ η ζωή και ποια η χαρά χωρίς χρυσή Αφροδίτη;

Κάλλιο ας πεθάνω τη στιγμή, που πια δε θα με νοιάζει,

γι έρωτος κρυφοσμίξιμο και γι αγκαλιά και δώρα,

χαριτωμένα, αν τον ανθό λιμπίζονται της νιότης.

Γυναίκες κι άντρες, μα όταν πια τα πολυπίκρανα έλθουν

γεράματα, που όμοια θα βρουν τον άσκημο τον άντρα

και τον ωραίο, πάντα οι σκληρές φροντίδες τυραγνούνε

το νου του, κι ούτε χαίρεται του ήλιου το φως θωρώντας.

Μόνε είναι των παιδιών εχτρός κι άνοστος στις γυναίκες.

Τόσο ανυπόφερτα οι θεοί τα γηρατειά έχουν κάνει.

Όμοια κι εμείς μ’ όσα γεννά φύλλα η πολυανθισμένη

Άνοιξη, όταν  αξαίνουνε με τις αχτίδες του ήλιου,

λίγον καιρό χαιρόμαστε τα λούλουδα της νιότης.

Χωρίς να ξέρουμε απ’ τους θεούς καλό κακό κ’ οι Μοίρες

οι μαύρες στέκουν δίπλα μας τα τέλη η μια κρατώντας

των πικραμένων γηρατειών και του θανάτου η άλλη.

Μα και της νιότης ο καρπός λιγόωρος είναι τόσο:

“Όσο το φως του  ο ήλιος στη γη σκορπίζει κάθε μέρα.

Όμως κι αυτό το σύνορο της νιότης σαν περάσεις.

Καλύτερα ο θάνατος αμέσως παρά η ζήση.”

Γιατί βάσαν’ αμέτρητα μες την ψυχή γεννιούνται.

Αλλουνού χάνεται το βιος κι αλύπητες πλακώνουν

της φτώχιας οι τυράγνησες, και πάλι άλλος δεν έχει

παιδιά, κι ενώ επάνω στη γη πιότερο αυτά ποθούσε,

πεθαίνει με τον πόνο τους και [2]καρδιολυώτρα αρρώστια.

Άλλον παιδεύει, κι άνθρωπος κανένας δεν υπάρχει,

που συφορές αμέτρητες να μη του δίνει ο Δίας.

Κι αν ήσουν ο πιο όμορφος, τα νιάτα σαν περάσουν

δεν είσαι κύρης ακριβός μηδέ για τα παιδιά σου.

Για συμφορά παντοτινή στον Τιθώνον ο Δίας:

έδωκε τα γεράματα, που ακόμη κι απ’ το Χάρο

τον τρομερό χειρότερα είναι.

“Σ’ όλο μου αμέσως το κορμί ποτάμι τρέχει ο ιδρώτας

Και νιώθω τρόμο, όταν θωρώ της νιότης το λουλούδι

Πρόσχαρο κι όμορφο μαζί που ήταν κι άλλο ακόμη!”

Σαν όνειρο, και τ’ άσκημα και τρομερά περίσσα

γεράματα μονοστιγμής ψηλοκρεμιούνται επάνω

στην κεφαλή διατίμαστα και μισερά συνάμα.

Κι αγνώριστο τον άνθρωπο τον κάνουν και χαλούνε

σαν απλωθούν επάνω τους, τα μάτια και τα φρένα.

Δίχως αρρώστιες και χωρίς έγνοιες σκληρές μακάρι

η μοίρα μου του θανάτου μου να μ’ εύρισκ’ σαραντάρη.

 

 

Σημειώσεις:

[1] Με τον τίτλο αυτό, λογικά, θα υπήρχε συλλογή ανθολογίας των ποιημάτων του Μιμνέρμου, γιατί σώζονται και άλλα αποσπάσματά του, τα οποία αναφέρονται στο έργο «Ναννώ», μα δεν έχουν το ίδιο θέμα είτε συμφωνούν με τον τίτλο.

[2] ”καρδιολυώτρα αρρώστια” : Νόσημα της καρδιάς, πιθανών η ανακοπή της καρδιάς.

 

 

 

Βιβλιογραφία:

Δ. Αριστόξενος. «Αρχαϊκός λυρισμός» Εκδ. Καρδαμίτσα, 2000. ISBN: 9789603540779

 

 

Annyra P. Ezmperg.