Ένας Έλληνας παθιασμένος με την Ελλάδα, ένας τεράστιος δημιουργός της λαϊκής (ναΐφ) τέχνης.

 

 

 

Ο Θεόφιλος γεννήθηκε στη Βαριά της Μυτιλήνης (Λέσβος) γύρω στο 1867, οι γονείς του ήταν ο Γαβριήλ Κεφαλάς, τσαγκάρης-τσαρουχάς και η Πηνελόπη Χατζημιχαήλ κόρη Αγιογράφου. Ο μικρός Θεόφιλος γνώρισε από πολύ νωρίς, τα σκωπτικά σχόλια, γιατί του άρεσε να τιμά την πατρίδα του με το να φορά τα παραδοσιακά ρούχα (φουστανέλα, σελάχι, τσαρούχια) και να συζητά μόνο για τις ιστορίες του έθνους. Απ’ το δημοτικό ακόμα, φυσικά ήταν κι ο ιδιόρρυθμος καλλιτεχνικός χαρακτήρας του, έκανε εντονότερα “χλευαστική” την εξωτερική εικόνα του στους γύρω όπου τον οδήγησε να παρατήσει νωρίς το σχολείο και να ασχοληθεί με την Αγιογραφία δίπλα στον Παππού του τον Μοσχονησιώτη αγιογράφο Κωνσταντίνο Χατζημιχαήλ και τον θείο του που ήταν τοιχογράφος (λαϊκός ζωγράφος). 

 

                                                      

 Όταν έγινε δεκαεπτά χρονών άφησε το χωριό του και βρέθηκε να δουλεύει στο Ελληνικό Προξενείο της Σμύρνης σαν καβάσης (θυροφύλακας), έμεινε εκεί για κάποια χρόνια. Η προκλητική για τους Τούρκους φορεσιά του τον εξανάγκασε να φύγει το 1897 από την εργασία του και να καταταγεί εθελοντής στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Οι αυτές περιστάσεις τον οδήγησαν να βρεθεί στη περιοχή του Βόλου σε διάφορες περιστασιακές εργασίες μα περισσότερο σαν έξοχος λαϊκός ζωγράφος. Εκείνη την εποχή οι “άρχοντες” είχαν την συνήθεια να ζωγραφίζουν τους εσωτερικούς τοίχους των σπιτιών τους και αρκετοί μαγαζάτορες τα μαγαζιά τους. Ο Θεόφιλος στο Βόλο και τα χωριά του Πηλίου εργάστηκε σε διάφορα οικήματα περιστασιακά -εκεί σώζονται οι περισσότερες ζωγραφιές του-. Αλλά τον περισσότερο χρόνο τον “προστάτευε” ο μεγαλοκτηματίας Ιωάννης Κοντός απ’ την Ανακασιά του Άνω Βόλου και που του ανάθεσε πολλά έργα όπως και το αρχοντικό του που σήμερα αποτελεί το Μουσείο Θεόφιλου. Ο Ι. Κοντός έλεγε με θαυμασμό τακτικά: -Αυτός είναι τρελός μα τα χέρια του ανήκουν σε σοφό! Ο Θεόφιλος εργαζόταν έναντι ευτελούς αμοιβής, ένα πιάτο φαί και λίγος ύπνος στο “αχούρι”, ήταν εκείνο που του έδιναν για την όποια εργασία του. Η αγάπη του για την πατρίδα και η καλλιτεχνική φύση του τον οδήγησαν ακόμα να διοργανώνει θεατρικές λαϊκές παραστάσεις με τα παιδιά των γύρω χωριών. 

 

                                                                                                                     

 

 Αγαπημένα του θέματα ήταν οι εθνικές γιορτές και οι αποκριές. Στις εθνικές γιορτές έκανε τον Μ. Αλέξανδρο, τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Ρήγα Φεραίο κ.α., ενώ στις αποκριές τον Πανάρετο/Ερωτόκριτο. Τα κουστούμια δε πάντα τα έφτιαχνε ο ίδιος. Είχε πάθος με την Ελλάδα και αυτό αναγνωρίζεται σε όλες τις καλλιτεχνικές εκφράσεις της δουλείας του. Μόνος, άσημος λαϊκός καλλιτέχνης (ναΐφ), φουστανελοφόρος και πατριώτης μέχρι το “μεδούλι”, ήταν εύκολο να γίνει για άλλη μία φορά το περιπαικτικό θύμα των ανθρώπων και να τον φωνάζουν (αχμάκι) κουτό, αφελή. Πότε δεν είχε τα ανάλογα χρήματα και τις προδιαγραφές της εποχής για ένα έστω φτωχικό γάμο. Όμως ο Θεόφιλος δεν κάκιωσε με τις γυναίκες που τον αποστρεφόντουσαν. Αντ’ αυτού πάντα στις ζωγραφιές του έχουν μια ιερότητα κι ένα ερωτικό μυστηριακό χαρακτήρα που θυμίζουν τα Φαγιάνς. Τα υπέροχα χρώματα του είχαν μυστικά που ποτέ δεν αποκάλυψε πως τα έφτιαχνε. Ο Θεόφιλος γύρω στα εξήντα του ήταν ανεβασμένος σε μια σκάλα και ζωγράφιζε την ταμπέλα ενός παραγκομαγαζιού στο Βόλο, κάποιοι από συνήθεια για να αστειευτούν, να γελάσουν με τον καλλιτέχνη, έσπρωξαν την σκάλα κι ο Θεόφιλος έπεσε χτυπώντας άσχημα. Τούτη ήταν η αιτία που τον ανάγκασε να φύγει για την πατρίδα του και να ζήσει εκεί την ίδια ζωή έως τα τελευταία του. Ο πασίγνωστος στην Ευρώπη Τεριάντ (Στρατής Ελευθεριάδης), ανακαλύπτει τον Θεόφιλο στη Μυτιλήνη και μεταφέρει στην ακμάζουσα καλλιτεχνική Ευρώπη της εποχής, κάποια απ’ τα έργα του που ξετρελαίνουν τους ευρωπαίους ιδικούς. Γυρίζει στην Μυτιλήνη και πείθει τον Θεόφιλο να ασχοληθεί με πίνακες για να του κάνει έκθεση στη Γάλλια.

 

                                                                      

 

Ο Θεόφιλος είχε ήδη ξεκινήσει να ασχολείται με το όνειρο του, την Αγιογράφηση ενός μικρού ναού στη Βαριά. Μα τούτο δεν τον εμπόδισε παρ’ όλα τα χρόνια του να γίνει πολύ παραγωγικός και να φτιάξει πίνακες για την Ευρώπη όπου έγινε η έκθεση μετά τον θάνατο του. Την παραμονή της 25ης Μαρτίου του 1934 τον βρήκαν νεκρό ντυμένο με την φουστανέλα του, το σελάχι και τα στολίδια σαν τον Μ. Αλέξανδρο.

 

Βιβλιογραφία:

Ο. Ελύτης, «Ο ζωγράφος Θεόφιλος». Έκδοση Ύψιλον, Αθήνα 1996. ISBN 9601700110.

Ντ. Παπασπύρου. «Θεόφιλος Γ.Χ. Μιχαήλ». Εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 1998. ISBN 9607771168.

Αννας Χατζηγιαννάκη, «Θεόφιλος» ,Έκδοση. Κ.Αδάμ Εκδοτική, Αθήνα 2007. ISBN 960-6689-LL-5

 

Αρθρογραφία δημοσιευμένη.

Annyra Ezmperg.