Ελληνική Κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ άρχισε να δημιουργείται από το 1895 και ήταν τότε επικεφαλής όλων των ελληνικών κοινοτήτων στην Νότια Αφρική, συντονίζοντας το χτίσιμο των εκκλησιών, των σχολείων και βοηθώντας στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και κληρονομιάς.
Από τις αρχές του 1895 λιγοστοί Έλληνες άρχισαν να μεταναστεύουν στο Γιοχάνεσμπουργκ και το 1896 είχαν φθάσει τους εβδομήντα. Μετά τον δεύτερο Νοτιοαφρικανό Πόλεμο και τη Συνθήκη του Vereeniging (1 Ιουνίου του 1902) περίπου χίλιοι Έλληνες ζούσαν σε αυτή την πόλη και ήταν οργανωμένοι σε ενώσεις και αδελφότητες που πρόσφεραν βοήθεια σε κάθε νεοφερμένο. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1908, αποφασίστηκε η ίδρυση της «Ελληνικής Κοινότητας του Γιοχάνεσμπουργκ και των Περιχώρων», την οποία αποτελούσαν 200 μέλη.

Άγαλμα του Σεσίλ Ρόουντς μεγιστάνα των αδαμαντορυχείων και πολιτικού ηγέτη της Νότιας Αφρικής

 

Στο καταστατικό της Κοινότητας, αναφέρονταν ότι σκοπός της οργάνωσης ήταν το χτίσιμο Ορθόδοξων Εκκλησιών, σχολείων και άλλων ιδρυμάτων για τα μέλη της κοινότητας. Επιφανείς Έλληνες, όπως ο Κωνσταντίνος Φιτίδης και πολλοί άλλοι προσέφεραν χρήματα για να χτιστούν εκκλησίες και σχολεία. Ο Αρχιμανδρίτης Νικόδημος Σακίρας ήταν ο ιερέας της κοινότητας και του ανατέθηκε η επίβλεψη για το χτίσιμο ναού και η συλλογή χρημάτων για το σκοπό αυτό. Το 1911 η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος διόρισε τον Αρχιμανδρίτη Αθανάσιο Αλεξίου ως ιερέα της κοινότητας, της οποίας τα μέλη της έφθαναν τα 600 άτομα. Ο Αρχιμανδρίτης Αλεξίου δραστηριοποιήθηκε και τελικά τον Ιανουάριο του 1913 μετά από καθυστερήσεις, τέθηκαν τα θεμέλια της εκκλησίας.

Ωστόσο, παρά το κλίμα ενότητας που επικρατούσε και την αγάπη για την Ελλάδα επικράτησαν διαφορετικές τάσεις μέσα στην ελληνική κοινότητα για θέματα οργάνωσης. Ο εθνικός διχασμός στην Ελλάδα, δίχασε και την ελληνική κοινότητα στο Γιοχάνεσμπουργκ, με το διαχωρισμό ανάμεσα σε Βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς-Βασιλικούς.

Μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αρκετές ηγετικές φυσιογνωμίες βοήθησαν ιδιαίτερα την ελληνική κοινότητα και συγκρότησαν μία μεταβατική επιτροπή (1914-1917) που ρύθμιζε διάφορα ζητήματα. Πρόεδρος της επιτροπής αυτής ήταν ο εκδότης της εφημερίδας «Νέα Ελλάδα» Νικολαίδης και σημαντικό στέλεχος ήταν ο Καψόπουλος. Ο κ. Λουβής ήταν επίσης σημαντική προσωπικότητα που με τις διασυνδέσεις του εξασφάλιζε μόνιμες κατοικίες σε νεοφερμένους Έλληνες στη Νότια Αφρική και βοηθούσε στην αποπληρωμή χρεών της κοινότητας. Ο διορισμός του Εμιλ Νάθαν ως Γενικού Πρόξενου της Ελλάδας για το Witwatersrand συνέβαλε στην καλύτερη οργάνωση και διαχείριση των προβλημάτων των Ελλήνων του Γιοχάνεσμπουργκ.
Παράλληλα μία ισχυρή προσωπικότητα, ο Σκλαβούνος Μιχαλόπουλος άρχισε να δείχνει τις προθέσεις του να αναλάβει την ηγεσία της ελληνικής κοινότητας με κύριο στόχο την καλύτερη εκπαίδευση των νεαρών ελληνόπουλων. Κατάφερε να κερδίσει την συμπάθεια των Ελλήνων και να τους κρατήσει ενωμένους για να πετύχει τον στόχο του.

Η επιρροή του Μιχαλόπουλου στους νεαρούς Έλληνες και η δημιουργία της Οργάνωσης Νέων Ελλήνων τον Απρίλιο του 1921, έδειξε ότι οι Έλληνες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις τους, παρέμειναν ενωμένοι.

Ο Γιώργος Σεφέρης και η γυναίκα του Μαρώ τον Ιούλιο του 1941 στο Γιοχάνεσμπουργκ

Η Μικρασιατική καταστροφή που ακολούθησε, ώθησε τους Έλληνες της Νοτίου Αφρικής να ενωθούν ακόμη περισσότερο, παραμερίζοντας τις προσωπικές τους διαφορές. Ο Μιχαλόπουλος, επικεφαλής της Ελληνικής Κοινότητας του Γιοχάνεσμπουργκ και ο διάδοχος του Γ. Μεντής προσπάθησαν να ενισχύσουν την ενότητα των Ελλήνων και το αίσθημα ομοψυχίας.

Την περίοδο 1930-1940, την Ελληνική κοινότητας απασχολεί η δημιουργία σχολείου και σχηματίζεται μία επιτροπή για να συλλέξει χρήματα προς το σκοπό αυτό. Ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ενισχύει τους δεσμούς των Ελλήνων στη Ν. Αφρική και τους κάνει να συνειδητοποιήσουν πόσο σημαντική είναι η κοινότητα γι αυτούς.
Το 1948 εκλέγεται νέα Διοικητική Επιτροπή της κοινότητας με πρόεδρο τον Σ. Τσαλαβούτα που καταφέρνει να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για τις ανάγκες των Ελλήνων.
Η Ελληνική Κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ και των Περιχώρων συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά και το 1952-1954 αποκτά νέα Διοικητική Επιτροπή με τον Τσαλαβούτα για πρόεδρο. Εκείνη τη περίοδο η κοινότητα είχε 126 μέλη εκ των οποίων 40 συμμετείχαν στην ετήσια Γενική Συνέλευση.

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Βαγγέλη Μάντζαρη

Παράλληλα αναζητούνται τρόποι για να ενισχυθεί η παρουσία των Ελλήνων στην Νότια Αφρική. Ο κ Λαγουδής που διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής από το 1957 μέχρι το 1963 κατάφερε να ενισχύσει το εμπόριο ανάμεσα σε Ελλάδα και Νότια Αφρική. Μετά το 1963 άρχισε ανακαίνιση της εκκλησίας της κοινότητας και χτίστηκε το δεύτερο κτίριο της που στέγαζε το δημαρχείο και άλλες υπηρεσίες.
Εν τω μεταξύ με την καθιέρωση ελαστικότερων νόμων για τη μετανάστευση από την κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής, πολλοί Έλληνες έρχονται στη χώρα και αυξάνονται σημαντικά τα μέλη της κοινότητας στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Οι ηγέτες της Επιτροπής αποφασίζουν να προχωρήσουν στην δημιουργία ενός μόνιμου οργάνου εκπροσώπησης, το οποίο θα βοηθάει τους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που τους παρουσιάζονται σε εργασιακά αλλά και σε κοινωνικά θέματα. Πρόεδρος της κοινότητας στο Γιοχάνεσμπουργκ, εκλέγεται το 1965 ο κ. Παίζης.
Η πιο δύσκολη στιγμή για τον Ελληνισμό της Νοτίου Αφρικής, θα έρθει το 1967, όταν δολοφονείται ο πρωθυπουργός της χώρας Dr. Verwoerd από τον Έλληνα Δημήτρη Τσαφέντα. Οι Έλληνες και ιδιαίτερα οι επιχειρηματίες δέχονται ισχυρό πλήγμα και πολλών τα μαγαζιά λεηλατούνται.
Η Εκτελεστική Επιτροπή της ελληνικής κοινότητας  στο Γιοχάνεσμπουργκ μαζί με προέδρους άλλων κοινοτήτων σε διάφορες πόλεις παίρνουν μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Σιγά-σιγά οι επιθέσεις ελαττώνονται και τα πράγματα επιστρέφουν σε φυσιολογικούς ρυθμούς.

Ελληνική εφημερίδα της Νότιας Αφρικής

Στις 28 Οκτωβρίου 1967, το κτίριο του Δημαρχείου της ελληνικής κοινότητας στο Γιοχάνεσμπουργκ ανακαινίστηκε και ο τότε υπουργός Ορυχείων Dr. K. de Wet επαίνεσε την ελληνική κοινότητα για τη δράση της στη Νότια Αφρική και για την βοήθεια της στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Ήταν μία αναγνώριση. Εκείνη την εποχή, αυξάνεται ο αριθμός των Ελλήνων μεταναστών στο Γιοχάνεσμπουργκ και η κοινότητα γνωρίζει μεγάλη άνθηση.

Από το 1967 μέχρι το 1969 η κοινότητα αριθμεί 650 μέλη. Το 1969 ψήφισαν 400 μέλη για την ανάδειξη προέδρου και ο κ. Λαγουδής εξελέγη ξανά όπως και την επόμενη χρονιά. Τον Δεκέμβριο του 1972 οι εκπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας του Γιοχάνεσμπουργκ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην δημιουργία του ιδρύματος SAHETI και την αύξηση των σχολείων. Εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν επτά ελληνικά σχολεία στην Νότια Αφρική όπου φοιτούσαν συνολικά 340 μαθητές και γίνονταν ενέργειες να αυξηθούν τα απογευματινά μαθήματα και να δημιουργηθούν και άλλα σχολεία.
Το 1972 η Ελληνική Κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ αριθμούσε 950 μέλη, ενώ 11 χρόνια αργότερα, το 1983, ψήφισαν στις εκλογές της κοινότητας 1200 μέλη, εξαιτίας και των πολιτικών διαφορών που υπήρχαν ανάμεσα στις δύο ομάδες που διεκδικούσαν την ηγεσία. Από τη μία πλευρά ήταν ο Π. Μάνικας που εξελέγη πρόεδρος τελικά και από την άλλη ο συνδυασμός με την ονομασία «Αλλαγή». Τρία χρόνια αργότερα, στις εκλογές του 1985, στις οποίες νίκησε το «Κίνημα για Αλλαγή», ψήφισαν τουλάχιστον 1.500 καταγεγραμμένα μέλη της ελληνικής κοινότητας.
Η ελληνική κοινότητα Γιοχάνεσμπουργκ, εγκαινίασε το άνοιγμα νέων σχολείων καθώς ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε, ενώ η ελληνική κυβέρνηση συνέχισε να στέλνει στην περιοχή δασκάλους ώστε να καλυφθούν οι νέες απαιτήσεις.
Στις εκλογές του 1987, οι «Φίλοι της Κοινότητας» κέρδισαν για άλλη μια φορά και ο κ. Π. Μάνικας επανεξελέγη επικεφαλής της κοινότητας. Το Σεπτέμβριο του 1988, η εκτελεστική επιτροπή αποφάσισε να θέσει σε λειτουργία ένα σχέδιο συγκέντρωσης χρημάτων. Ανακοίνωσε ότι θα ονομάσει «αιώνια μέλη» της κοινότητας όλους όσους ήταν πρόθυμοι να χορηγήσουν το ποσό των 500 R(Ράντ-νόμισμα Νοτίου Αφρικής) για τις ανάγκες της κοινότητας.
Αυτοί οι σπουδαίοι ευεργέτες έγιναν γνωστοί ως «Μεγάλοι Ευεργέτες», «Ευεργέτες» και «Δωρητές». Και ήταν πολλοί όσοι ανταποκρίθηκαν σε αυτή την έκκληση της κοινότητας. Την εποχή εκείνη δαπανήθηκε το ποσό των 143.000 R για τη διεύρυνση και τον καλλωπισμό της ιερής εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου και της Ελένης.
Οι ταραχές που σημειώθηκαν στη Ν. Αφρική τα τελευταία χρόνια ύπαρξης του καθεστώτος του απαρχάϊντ και η καινούργια πολιτική κατάσταση που προέκυψε, είχε και ακόμη έχει επιπτώσεις στον ελληνισμό της χώρας. Πολλοί Έλληνες εγκατέλειψαν τη χώρα είτε για να επιστρέψουν στην πατρίδα, είτε για να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο κ.α. Επιπρόσθετα, το αυξανόμενο έγκλημα ανάγκασε πολλούς Έλληνες να μετακινηθούν από τις περιοχές γειτονικά της εκκλησίας στην οδό Wolmarans σε ασφαλέστερες περιοχές.
Για προφανείς λόγους, οι άνθρωποι σταμάτησαν να πηγαίνουν στις εκκλησίες και γενικά να πηγαίνουν στην περιοχή όπου στεγάζονται τα γραφεία των διοικητικών κτηρίων. Η εγκληματικότητα σε αυτή την περιοχή ήταν τόσο αυξημένη με αποτέλεσμα να γίνει απόπειρα δολοφονίας ακόμη και εναντίον του ιερέα της κοινότητας.

 

Από την παρακάτω ιστοσελίδα:

http://omogeneia.ana-mpa.gr/specials/africa/part_d/joahanesbourg.htm