Ο ΟΜΗΡΟΣ
 

                       Ο ΟΜΗΡΟΣ και τα ηρωικά έπη.

 

Το πρώτο που θα είχα να συστήσω σε όποιον σκοπεύει να ασχοληθεί με τη μελέτη του Όμηρου θα ήταν, να διαβάσει προηγουμένως τα ποιήματα του, διότι κανένα βιβλίο η μελέτη που αναφέρεται στα ομηρικά έπη δεν μπορεί να συγκριθεί με το ενδιαφέρον, την συγκίνηση και την ευχαρίστηση με τούτα τα ίδια.

Η Δυτική λογοτεχνία αρχίζει με τον Όμηρο. Τα δύο πολύστιχα ηρωικά έπη, «ΙΛΙΑΔΑ» και «ΟΔΥΣΣΕΙΑ» εμφανίζονται ξαφνικά, ενώ οι γνώσεις μας για την προομηρική ποίηση είναι ελάχιστες γιατί και η παραγωγή των έργων του πεζού λόγου δεν είχε ενεργοποιηθεί ακόμη. Ο Όμηρος ανήκει στους μεγάλους οικουμενικούς πνευματικούς ανθρώπους κι όχι μόνο στη ιδιότητα της τέχνης του λόγου. ο Matthew Arnold λέει για τον Όμηρο: «Λόγω της ευγένειας και του βάθους που διακρίνουν την εφαρμογή των υψηλών ιδεών στη ζωή των αρχαίων ελλήνων, ο Όμηρος τις έκανε ποιητικά έπη».(On translating Homer, 172).  Θα πρέπει εδώ να θυμηθούμε ότι οι γνώσεις μας για τη ζωή του Όμηρου περιορίζεται μόνο στην αναφορά του ονόματος του ως δημιουργού των δύο ηρωικών επών. Όταν οι αρχαίοι άρχισαν να ενδιαφέρονται για τη βιογραφία, δε βρέθηκε καμία ικανή πληροφορία γύρω από εκείνον που δημιούργησε τους σημαντικούς αυτούς λογοτεχνικούς θησαυρούς. Το ότι υπήρξε ένας τυφλός αοιδός αποτελεί απλώς μια ρομαντική ιστορία που αναγάγει σε φανταστικούς συνειρμούς. Ο ποιητής αποφεύγει να μιλήσει για τον εαυτό του, την καταγωγή του. Η Μούσα είναι εκείνη που του δίνει την έμπνευση και μιλάει μέσω αυτού, με αποτέλεσμα, μέσα στους είκοσι εφτά χιλιάδες στίχους των ομηρικών επών, να μην υπάρχει καμία πληροφορία για την ζωή του ποιητή. Ο άνθρωπος «Όμηρος» εξαφανίζεται μέσα στη μαγεία των ποιημάτων και τ’ όνομά του είναι απλά συνώνυμο του έργου του. Διάφορες μελέτες, γλωσσολογικές, αρχαιολογικές και ιστορικές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι γύρω στα 750 π. Χ. περίπου, κάπου στα παράλια της Μ. Ασίας ή σε κάποιο νησί του Αιγαίου ένας πολύ σημαντικός ποιητής είχε την ιδέα της δημιουργίας των ποιητικών επών.  Και τα δύο έπη αναφέρονται σε γεγονότα που έχουν σχέση μα τον Τρωικό πόλεμο και την πτώση της Τροίας, που η πιο αποδεκτή χρονολογία του γεγονότος είναι τα 1184 π. Χ.  Από την εποχή της πρώτης συγγραφής, τα δύο τούτα ποιητικά έργα υπάρχουν πάντα στην επικαιρότητα και διατήρησαν αμείωτο το ενδιαφέρον της ανθρωπότητας. Η συνηθισμένη τύχη των πρώιμων ηρωικών ποιημάτων, όπως το αγγλικό Beowulf και το ισλανδικό Edda, είναι, να θεωρούνται ξεπερασμένα, να εγκαταλείπονται κάποια στιγμή και – αν έχουν τύχη – να ανακαλύπτονται εκ νέου. Μερικές φορές, όπως συνέβη στην αρχαία Ρώμη και πλούσια στην φιλοσοφία αρχαία Αθήνα, την ώρα που αποφασίζεται πως αξίζει να διασωθούν, διαπιστώνεται ότι έχουν χαθεί για πάντα! Τα ομηρικά έπη όμως, παρέμειναν να δηλώνουν την αρχή της λογοτεχνίας και αποτελούν αντικείμενο συνεχούς προϊστορικής και  ιστορικής μελέτης απ’ την πρώτη στιγμή ως τις ημέρες μας. Τούτη είναι η βασική διαφορά τους απ’ τα υπόλοιπα έργα της περιόδου εκείνης εκτός φυσικά απ’ τα γραπτά της Παλαιάς Διαθήκης: Τα αρχαία κείμενα των Ελλήνων, των Αιγυπτίων, των Σουμερίων, των Βαβυλωνίων και όλων των υπόλοιπων αρχαίων λαών ήταν εξαφανισμένα για πολλούς αιώνες και ανακαλύφθηκαν μόλις πρόσφατα, χάρη στις εμπεριστατωμένες έρευνες των αρχαιολόγων και ιστορικών βάση της ομηρικής ποίησης. Οι προϊστορικοί Έλληνες είχαν συλλάβει από πολύ νωρίς το μουσικό ποιητικό μέτρο στην αφήγηση των γεγονότων και είναι φανερό πως το είχαν εμφυσήσει στους άλλους λαούς. Σωζόμενα αντιπροσωπευτικά δείγματα, και που κατά πολύ αργότερα δημιουργήθηκαν, βρίσκουμε, στις πρώιμες γερμανικές μπαλάντες, στον αγγλοσαξονικό Μπέογουλφ, στην αρχαία ινδική λογοτεχνία και στα παλιά ιρλανδικά ποιητικά τραγούδια. Θέματα όπως ο θυμός η εθελοντική απομάκρυνση του ήρωα, ο αγώνας μέχρι εσχάτων ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους, η φεουδαλική πίστη ή η ανυπακοή, η εκδίκηση, η ανταμοιβή του πολεμιστή και πιότερο από καθετί άλλο η Δόξα της Αρετής, επανέρχονται σε όλα για να φανερώσουν την ομηρική επιρροή. Εύκολα διαπιστώνουμε πως ο Όμηρος αντλεί τα θέματά του από την αρχαία ελληνική παράδοση, αλλά μια σύγκριση με τους άλλους κλάδους της παράδοσης αυτής, μας κάνει να θωρούμε ότι η υπόθεση των ομηρικών επών τοποθετείται, ιστορικά στην εποχή του χαλκού, όταν οι Μυκήνες ήταν σημαντική επεκτατική δύναμη, την περίοδο δηλαδή που ονομάζεται Μυκηναϊκή 1400-1200 π. Χ.

Τα ποιητικά αυτά έπη παίρνουν την τελική τους μορφή λογικά αργότερα, μα εμπεριέχουν πραγματικές αναφορές και μνήμες απ’ την πρώιμη τούτη εποχή. Κάτι που ακόμα δεν μπόρεσε η αρχαιολογική ανασκαφή και η ιστορία να ξεδιαλύνει με τα προαναφερθέντα μιμητικά έργα. Όπως ήταν των αγγλοσαξόνων, των γαλάτων, των ινδών!!!  Ήταν μια περίοδος πολιτισμικών επαφών κι ως ένα βαθμό, πολιτισμικής ελληνικής ομοιομορφίας που αφορούσε σε ένα ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, που άρχιζε απ’ την Μεγάλη Ελλάδα (Ιταλία), Ελλάδα, διέσχιζε το Αιγαίο και έφτανε ως τους Χετταίους της Ανατολίας, τη Συρία, την Κύπρο, την Αίγυπτο ακόμη και την Μεσοποταμία. Αυτά τα ξεχωριστά βασίλεια είχαν εμπορικές συναλλαγές κι επικοινωνία, συνδέονταν δε μεταξύ τους με βασιλικούς γάμους. Το ουσιωδέστερο, όμως απ’ όλα ήταν ότι το κέντρο (η Ελλάδα) παρήγαγε λογοτεχνία, η οποία, όπως ήδη γνωρίσαμε επηρέασε του υπόλοιπους λαούς.

 

Συνεχίζεται….

 

Μελέτη/ αρθρογραφία.  

Άννα Π. Ε.