Η γειτονιά που γεννήθηκα και μεγάλωσα.

 

Δεν ξέρω σήμερα γιατί, αλλά μου γεννήθηκε μια ανάγκη να επιστρέψω στα παιδικά μου όνειρα και στις δικές μου αναμνήσεις…

Η ψυχολογία λέει, πως είμαστε οι αναμνήσεις μας και διαμορφώσαμε το 75% του χαρακτήρα μας, από τα εμβρυικά έως τα επτά πρώτα χρόνια της ζωής μας από εξωγενείς παράγοντες. Δηλαδή τα πρώτα εξωτερικά ερεθίσματα και οι πρώτες εμπειρίες ήταν που καθόρισαν σε μεγάλο μέρος τη διαδρομή του είναι, της ζωής μας.

Έχω ξαναγράψει πως γεννήθηκα στο κέντρο της Αθήνας και που ήταν μια τότε πανέμορφη γειτονιά, χωρίς  καμία υποψία για το τι αργότερα, (αρά, θα μπορούσε να φανταζόταν κανείς), πως θα γινόταν, πως θα εξελισσόταν.

Εκείνο όμως που της έδινε άλλες διαστάσεις, ήταν οι άνθρωποί που την κατοικούσαν και που την είχαν μόνιμο στέκι τους.

 

                                           

                                                                                    Το καφέ πατάρι του Λουμίδη. 

  

Καλλιτέχνες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και καθημερινοί απλοί άνθρωποι, όλοι ανακατεμένοι σε μία έντονη ζωντανή παρέα που η επαγγελματική τους ιδιότητα δεν  επηρέαζε καθόλου την καθημερινή συναναστροφή. Άνθρωποι που Θυμάμαι…Μελίνα Μερκούρη, Ρένα Ντορ, Αλέκος Λειβαδίτης, Τάσος Λειβαδίτης, Πέτρος Κυριακός, Τζώρτζης Αθανασιάδης, Φρέντυ Γερμανός, Τσαρούχης και απ’ το καφέ πατάρι του Λουμίδη, διάφοροι ποιητές, ομοτράπεζοί μας αρκετά συχνά. Ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Γκάτσος, ο Ελύτης….Όταν μεγάλωσα κατάλαβα το πόσο τυχερή ήμουν καθώς μαζί με αυτές τις προσωπικότητες δενόταν η ανάπτυξη μου, αλλά κι  όταν ένοιωθα αρκετές φορές να με “συνθλίβει” το μεγάλο βάρος του πολιτισμού της γειτονιάς που κουβαλούσα…Μετά το 1965, η παρέα του Λουμίδη έκανε άλλο στέκι, στο Μπραζίλιαν κοντά στο σύνταγμα. Εκεί ο πατέρας, μας πήγαινε πιο τακτικά για να αφουγκραστούμε, όπως έλεγε, τα καλέσματα του πνεύματος.  

Οι δικές μου παιδικές αναμνήσεις ήταν τα συχνά-πυκνά τραπεζώματα συνήθως τους χειμωνιάτικους μήνες, στα διάφορα φιλικά σπίτια, οι καλοκαιρινές νυχτερινές έξοδοι στις πλατείες, στα καλοκαιρινά σινεμά, τα θέατρα. Τα πρωινά της Κυριακής βόλτα στον Εθνικό κήπο και κεράσματα στην Αίγλη του Ζαππείου, άλλοτε σε κάποιο μουσείο ή τη μεγάλη βόλτα στο Λυκαβηττό μετά την Λειτουργία στον Αγ. Διονύση. Όπου μέχρι τα τέλη Ιουλίου που για ένα μήνα (Αύγουστο), θα πηγαίναμε διακοπές. Εμείς πάντα είχαμε κανονίσει μαζί με άλλες οικογένειες της γειτονιάς, να περάσουμε αυτό το μήνα της χαράς. Οι αρχαιολογικές αλάνες του Θησείου, ήταν τακτικά χώροι παιχνιδιού για μας τα παιδία και εκεί έπαιξα την πινακωτή, πινακωτή απ’ το άλλο μου τ’ αυτί, τη μακριά γαϊδούρα, τόπι, κουτσό, τις κουμπάρες, χούλα χουπ, το σπασμένο τηλέφωνο κ. π. α…

Οι παρελάσεις, οι πορείες και το καρναβάλι ήταν πάντα διαφορετικές νότες στην παιδικότητά μου….   

Με την δικτατορία του 1967 άλλαξαν μεμιάς όλα, πολλοί φίλοι και γείτονες φυλακίστηκαν, ή έφυγαν για το εξωτερικό, ελάχιστοι περιορίστηκαν στα σπίτια τους και σαν θέλαμε να τους επισκεφτούμε, ο πατέρας έπαιρνε άδεια απ’ τη Σανταρόζα…Τα πρώην δικαστήρια. Θυμάμαι την εξορία του αδελφού της μητέρας και τον περιορισμό της πάντα δημοκρατικής οικογένειας μου, τις προσαγωγές και τις καταθέσεις μας στο αστυνομικό τμήμα για τους φίλους και τους συγγενείς….Εκείνη την Τρίτη, στις 13 Νοέμβρη του 1973 μπήκα κι εγώ στο Πολυτεχνείο που μετά ποτέ δεν καταδέχτηκα να εξαργυρώσω, το τίποτα στη συνεισφορά της ελευθερίας…

                                              

                                                                        Σήμερα η γειτονιά μου…..

 

Άννα