Πάπυρος
 
                                                                            
 
                                                                                  Γραφή ξύλου (5.000 π.Χ.) Δισπηλιό Καστορίας
 
 

            Πληκτρολογούμενος λόγος.

 

Άλλη μία δήθεν ινδοευρωπαϊκή ρίζα gerbh-«προς το μηδέν», του ρήματος γράφω.

Δεν θα αναλύσω πολλά εδώ, κουράστηκα να υποδεικνύω τα λάθος, τα κακώς εννοούμενα, τις παραφράσεις, εκείνα που ήθελαν να περάσουν κάποιοι ιστορικοί γλωσσολόγοι, και ιδιαίτερα τους δυο περασμένους αιώνες, όπου εν μέρει διατηρείτε σε μεγάλο βαθμό η λανθάνουσα σκέψη τους έως σήμερα.

Μέσα λοιπόν στην τάχα ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, μάλιστα στις μειονοτικές και στις γλώσσες που δεν ομιλούνται πια, έχουν την αρχαία ελληνική και την νεοελληνική!  

Και ω του θαύματος!!! Πάντα φέρνουν σαν παράδειγμα, την αρχαία ελληνική με την σανσκριτική, δηλαδή για τούτους, η ευρωπαϊκή γλώσσα είναι μόνο η ελληνική.

Μεγάλο το ερώτημα, κι αν κάποιος το θέσει, απάντηση ασφαλώς δεν θα πάρει:

( Στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα ένα 75%  από αρχαίες ελληνικές λέξεις υπάρχουν για να δηλώνουν μία μοναδική και κοινή επικοινωνία των επιστημόνων. Πως λοιπόν είναι η αρχαία ελληνική στις γλώσσες που δεν ομιλούνται; )

Όμως από αλλού ξεκίνησα κι αλλού πηγαίνω. Θα πρέπει να μαζέψω τις σκέψεις μου διότι επιζητούσα, ήθελα να σας παροτρύνω για να ασχοληθούμε με τον γραπτό λόγο.

Πως ξεκίνησε τι γνωρίζουμε σήμερα που ο πληκτρολογούμενος λόγος έχει περάσει στην καθημερινότητά μας και σιγά-σιγά τείνει να αντικαταστήσει το χαρτί που για περίπου 10 αιώνες βασίλεψε οικουμενικά.

Η πρώτη συστηματική γραφή που γνωρίζουμε και είναι αποδεκτή στην αρχαιολογική κοινότητα, την έχουμε απ’ την εγχάρακτη ξύλινη πινακίδα που ανακαλύφθηκε στην Καστοριά και χρονολογήθηκε με τη μέθοδο του άνθρακα γύρω στο 5.000 π.Χ.

Σαν υλικά γραφής χρησιμοποιήθηκαν λοιπόν το ξύλο, η πέτρα, ο σίδηρος, ο πηλός, το κερί, το δέρμα, ο πάπυρος και τελικά επικράτησε σαν πιο εύχρηστο το χαρτί.

Γύρω στον 8ο μ.Χ. αιώνα στο σημερινό Ουζμπεκιστάν, στη περιοχή της Σαμαρκάνδη, Κινέζοι αιχμάλωτοι έδειξαν στους Άραβες την τεχνική παρασκευής χαρτιού. Οι Άραβες μετά τον 10ο αιώνα άρχισαν να το εξαγάγουν στη βυζαντινή αυτοκρατορία όπου υποχώρησε η χρήση της περγαμηνής.

Ας πάρουμε τα υλικά γραφής όμως απ’ την αρχή και όπως ιστορικά τα γνωρίζουμε.

Στην αρχαιότητα το πιο εύχρηστο υλικό γραψίματος ήταν ο πάπυρος που καταγωγή έχει την αρχαία Αίγυπτο. Μάλιστα ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος (23-79 μ.Χ.), στη «Φυσική ιστορία», μας πληροφορεί πως γινόταν η επεξεργασία του πάπυρου σε είδος βιβλίου (ειλητάριο, απ’ το ελληνικό ρήμα ειλέω, τυλίγω, συστρέφω), και ονομάζει τον πάπυρο, φυτό των βασιλέων.

<<Τοποθετούσαν λουρίδες απ’ το στέλεχος (κορμό) του φυτού τη μία δίπλα στην άλλη και πρόσθεταν από πάνω, κάθετα προς αυτές, ένα δεύτερο στρώμα. Συνένωναν τα δύο στρώματα χτυπώντας και συμπιέζοντάς τα και τα άφηναν να στεγνώσουν. Τα κομμάτια που παραγόταν τα κολλούσαν το ένα δίπλα στο άλλο δημιουργώντας μια μακριά ταινία, την οποία αργότερα τύλιγαν σε κύλινδρο, ώστε οι οριζόντιες ίνες του πάπυρου να βρίσκονται στην εσωτερική πλευρά και οι κάθετες στην εξωτερική.>>

 Έγραφαν στην αρχή στην εσωτερική πλευρά του ειληταρίου. Η ανάγνωση απαιτούσε το ξετύλιγμα του κυλίνδρου με το δεξί χέρι, και τα μέρη που είχαν διαβαστεί ξανατυλίγονταν με το αριστερό. Έτσι ανάμεσα στα χέρια έμενε ανοιχτό το τμήμα του ειληταρίου με τη στήλη που διαβαζόταν εκείνη τη στιγμή. Μα πριν από όποια νέα ανάγνωση έπρεπε ο κύλινδρος να μαζευτεί ξανά προς τα πίσω, μια φθοροποιό και άβολη διαδικασία, που εύκολα εξέθετε το βιβλίο στο κίνδυνο των φθορών.

Άγνωστο παραμένει πότε εισήχθηκε το ειλητάριο στην αρχαία Ελλάδα, όμως γνωρίζουμε από τα μισά του 7ο αιώνα πως η καταγραφή των ομηρικών επών και των Ιώνων φιλοσόφων γινόντουσαν σε παπυρικό κύλινδρο. Και γύρω στον 5ο αιώνα τοποθετείται η συστηματική πολλαπλασίαση των αντιγράφων και το εμπόριο τους.  Από τον 4ο π.Χ. αιώνα έχουμε και την εκδοτική δραστηριότητα που ο πάπυρος χρησιμοποιήθηκε ως υλικό γραφής για λογοτεχνικά και επίσημα έγραφα ως τον 11ο μ. Χ. αιώνα.

 

 

 

                                                                          

                                                                                                Κώδικας, ή περγαμηνή

 

Τον 1ο π.Χ. αιώνα οι έλληνες δημιούργησαν την περγαμηνή ή κώδικα, που ήταν είδος επεξεργασμένου δέρματος και το χρησιμοποιούσαν ευκαιριακά ως υλικό γραφής. Η περγαμηνή, ανθεκτικότερη από το ειλητάριο, υπήρξε περισσότερο εύχρηστη για τον καθημερινό τύπο βιβλίου, που επικράτησε στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες με την ονομασία κώδιξ. Οι κώδικες αποτελούνταν από ορθογώνια κομμάτια κατεργασμένου δέρματος, διπλωμένα στη μέση, ώστε να σχηματίζουν ένα δίφυλλο τεσσάρων σελίδων. Τέσσερα τέτοια δίφυλλα, δηλαδή οκτώ φίλα, ήταν δεκαέξι σελίδες και αποτελούσαν έναν κώδικα ή «τετράδιον», απ’ όπου και η γνωστή λέξη. Ακόμα υπήρχαν σε χρήση και οι «πεντάδιοι», με πέντε δίφυλλα και είκοσι σελίδες. Όταν όμως ένας αντιγραφέας και περισσότερο οι πρώτοι χριστιανοί, δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να προμηθευτούν μια άγραφτη περγαμηνή. Έσβηναν το αρχικό κείμενο και επαναχρησιμοποιούσαν την περγαμηνή. Αυτός ο κώδικας λέγετε «παλίμψηστος κώδιξ», δηλαδή κώδικας που έχει αποξεσθεί και έχει ξαναγραφτεί. Έτσι κατά κόρο τα χριστιανικά κείμενα επικαλύπτουν τα αρχαιοελληνικά. Μα απ’ τον 20ο μ.Χ. αιώνα ωστόσο κάποια, μερικά και όχι όλα,  από ετούτα έγιναν αναγνώσιμα χάρη σε μια χημική χρονοβόρα επεξεργασία, όπως και η φωτογράφιση με υπεριώδεις ακτίνες ακόμα και τη χρήση λαμπτήρων φθορίου.

Έτσι τους περασμένους 22 αιώνες, έχουμε μια μεγάλη καταστροφή των αρχαίων ελληνικών κειμένων, που ξεκίνησαν οι ρωμαίοι από τα μάρμαρα, τον πυλό, το ξύλο, το ειλητάριο, και αποτελείωσαν συστηματικά οι χριστιανοί στις περγαμηνές ή κώδικες. Εκείνο δε που μελετάτε στη αρχαιολογική κοινότητα είναι: πως κάποιοι κώδικες δεν έχουν αποξεσθεί όλοι αλλά μόνο επιλεκτικά και σε μερικά σημεία, δηλαδή ενσωματώνονται μέρη των αρχαιότερων ( εθνικών ) κειμένων αυτούσια στους χριστιανικούς κώδικες.

Ξέφυγα όμως πάλη απ’ την αρχική ιδέα που ήταν η ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τη λήθη.  Την προσωπική ευκαιριακή επικοινωνία να την κάνει μόνιμη και γραπτή, να καταγράψει τις εμπορικές τις καθημερινές και τις θρησκευτικές του δραστηριότητες. Έτσι λοιπόν οδηγήθηκε να επινοήσει τα διάφορα σημειολογικά συστήματα γραφής, που αναφέραμε στην αρχή. Σήμερα βιώνουμε το τέλος μιας μεγάλης περιόδου που άνηκε στο εγχάρακτο (γραπτό) λόγο και προσπαθούμε να ισορροπήσουμε με ανάκατα αισθήματα στον πληκτρολογούμενο….

 

Άρθρο/Μελέτη δημοσιευμένα.

Άννα Π. Ε.