Έχουν γραφτεί τόσα για την ποίηση που θαρρώ, ότι το δικό μου μικρό πόνημα δεν θα είναι ούτε καν μια χιλιοστή υποδιαίρεση της εκατομμυριοστής υποδιαίρεσης μιας μονάχα ρανίδας του ποιητικού ωκεανού. Το ερέθισμα για τούτο το άρθρο μου το δώσατε εσείς με τις τόσες πανέμορφες ιστολογικές καταχωρήσεις σας και που ειλικρινά με συγκινείται τακτικά καθώς επισκέπτομαι τους χώρους σας! Για άλλη μία φορά σας ευχαριστώ.

 

                                                                                    

                                                                                                                    ΠΟΙΗΣΗ       

…………………………………………………………………………………………………………………………………………..    

Οι αρχές της ποίησης χάνονται στα βάθη του χρόνου. Για εμάς τους Έλληνες η επική ποίηση αποτελεί την αρχή του αυτού δημιουργήματος που είναι το θαύμα: οι λέξεις να αφηγούνται με έντεχνο μουσικό μέτρο τις πράξεις θεών κι ανθρώπων. Άγνωστος παραμένει ο τόπος καταγωγής της δημιουργού ποιητικής τέχνης.  Έχουν βρεθεί φυσικά με την βοήθεια της αρχαιολογικής σκαπάνης, στον Ελλαδικό χώρο, ποιητικά στοιχεία όπου μαρτυρούν την ύπαρξη της πάνω από 10.000 χρόνια. Συνήθως αυτά τα “ποιήματα-στοίχοι” είναι ελεγεία ποίηση, δηλαδή σαν αρχή της έχει, το θρηνητικό χαρακτήρα και παρομοιάζεται με τα μοιρολόγια της σημερινής δημοτικής μας ποίησης. Εκτός βέβαια από τις θρηνητικές ελεγείες ακόμα εντοπίστηκαν στην τεχνική της ελεγείας και πολεμικές, συμβουλευτικές ή γνωμικές έως κι ερωτικές αφηγήσεις. Η αφηγηματική της ποίησης τέχνη με την έμμετρη μορφή, γέννησε το τραγούδι που με το μουσικό αίσθημα πλέον εξιστορεί αναζητώντας τα αίτια των ενεργειών από τους πρωταγωνιστές ή τις καταστάσεις.

Παράλληλα με τις δύο πρώτες (επική, ελεγεία), υπήρξε και η λυρική ποίηση που η ίδια μοιράζεται σε τρείς μουσικούς δρόμους. Τον ευχάριστο και γρήγορο Λύδιο, τον σοβαρό Δώριο και τον ενδιάμεσο Φρύγιο. Οι μουσικοί “τρόποι” που επενδύουν την λυρική ποίηση με την συνοδεία μουσικών οργάνων και προπάντων λύρας, εξ ου και η ονομασία «λυρική», συνοδευόταν άλλοτε με φόρμιγγας, με αυλό μα και ένα είδος κιθάρας. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν τραγούδια για όλες τις αισθηματικές αλλά και καθημερινές δραστηριότητες τους. Η αρχαία ελληνική ποίηση είναι προσωδιακή, δηλαδή ο ρυθμός εξαρτάται από την εναλλαγή μακρόχρονης και βραχύχρονης συλλαβής σε μία ποικιλία μετρικών συστημάτων. Πέρα από τα τρία είδη που γνωρίσαμε την επική,  την ελεγεία, την λυρική. Υπήρξαν ακόμα άλλες τρεις μορφές ποίησης: 1η ) Η χωρική που εξωτερικεύει τα ομαδικά συναισθήματα του λαού στις μεγάλες χορευτικές ή λατρευτικές εκδηλώσεις της αρχαίας πόλης, όπου με συνοδεία μουσικής υμνούσαν τους θεούς και τους ήρωες τους. 2η )Το μέλος που σήμαινε τη μελωδία, οι ποιητές εκείνοι που τα δημιουργούσαν και τραγούδαγαν πάντα εξέφραζαν φωνητικά τα ποίκιλα συναισθήματα τους και ονομαζόντουσαν μελοποιοί. 3η ) Ο ίαμβος που είχε ρυθμό περιπαικτικό, παιχνιδιάρικο και πολύ πεταχτό, γι αυτό οι ιαμβικοί στίχοι πέρασαν στην υπηρεσία της λυρικής σάτιρας. Οι ίαμβοι ήταν λαϊκά τραγούδια γεμάτα αστεία και πειράγματα.  Σήμερα γνωρίζουμε αρκετούς αρχαίους ποιητές που διακρίθηκαν στις έξη τούτες μορφές της αρχαίας Ελληνικής ποίησης. Στην ελεγεία διακρίθηκαν οι ερωτικές του Μίμνερου, οι πολεμικές του Τυρταίου και Καλλίνικου, στις γνωμικές και οι συμβουλευτικές του Σόλωνα, του Θέογνη, του Φωκυλίδη. Στη χωρική ποίηση ο Στησίχορος, ο Αλκμάν, ο Ίβυκος, η Σαπφώ, ο Πίνδαρος, ο Σιμωνίδης. Στο ποιητικό μέλος απαράμιλλοι υπήρξαν ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Ανακρέων που τον τραγουδιστικό όμιλό τους συνόδεψαν και διάφορα μουσικά όργανα. Στην ιαμβική ποίηση ξεχώρισαν ο Ιππώναξ, ο Σημωνίδης, ο Αρχίλοχος που διακρίθηκε για την καυτερή του γλώσσα τσακίζοντας πολλά ταμπού της αρχαίας Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι και το 170 ποίημα που δεν θα το μεταφέρω στην ομιλούσα Ελληνική αλλά θα το γράψω όπως έχει για να πάρουμε μία ιδέα απ’ την γραφή του Αρχίλοχου:  

                                                                      

                                                                      Σίδηρός έστι μούνος όν στέργει Κάπυς,

                                                                      τα δ’ άλλα λήρος ήν άρ αυτώι πλήν πέους

                                                                      ορθοστάδην δύνοντος ες γλουτών μυχούς,

                                                                      και μέχρι τούδ’ εραστήν ασμένως οράι,

                                                                      έως υπ’ αυτού τέρπεται κεντούμενος.

                                                                      Επάν δε λήξηι τούτο, τον πάρος φίλον

                                                                      Αφείς οχευτάς εύρε νευρωδεστέρους.

                                                                      Όλοιτο τοίνυν καξόλοιτο, Ζεύ, γένος

                                                                      άπιστον άστοργον τε των κινουμένων.

 

                                                                 

 

Βιβλιογραφία: Η αρχαία λυρική ποίηση, Εκδόσεις ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ. Ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας, A. Lesky. Iambi et Elegi Graeci, και άλλα.  

 

  Άρθρο δημοσιευμένο.