Σαββάτο πρωί ξυπνά, μα πάλι δεν έχει να πει κάτι. Καθισμένη μπροστά στην οθόνη του pc εργάζομαι, συγχρόνως απαντώ στους νέους εικονικούς φίλους των spaces. Είχα πιστέψει, είχα διεγείρει την φαντασία με ένα ταξίδι. Δυο εβδομάδες πριν με είχε ρωτήσει αναγνωριστικά, βουνό ή πόλη;  

Πόλη, απάντησα με την ελπίδα ενός ταξιδιού στο Καρναβάλι της Βενετίας που πάντα μου άρεσε, για τις μάσκες, τις στολές. Έκανα λάθος με την πίστη, δεν θα ξυστεί το λίμπιντο με την αδρεναλίνη φέτος.

Παρασκευή βράδυ χωμένοι σε κάποιο μπαράκι στο Γκάζι με φίλους. Δεν είχε πει ακόμα τίποτα κι όπως πάντα διασκέδασε με τον δικό τρόπο. Στη τσάντα κρατούσα το δώρο μου, μια μικρή καρφίτσα για τις επαγγελματικές γραβάτες του. Μόλις πριν λίγες ώρες το είχα αγοράσει.

Ώρα 9:30 πμ, έχω ετοιμάσει ζεστό νερό για το πρωινό. Με φιλά δεν μου λέει και πάλι χρόνια πολλά, άλλωστε έχει μπροστά όλη την ημέρα. Γιορτάζουμε ξεχωριστά την ίδια ημερομηνία κάθε χρόνο, εκείνο το μοιραίο τρακάρισμα σένα διάδρομο βιβλιοθήκης.

Είχα αναρτήσει στο ιστολόγιο ποίημα για τον Ιαν. Το είχε δει, ίσως να τον ενόχλησε; Κι εγώ τα είχα βάλει με τα λανθάνων αισθήματα για την μορφή του Ιαν που είχα τυπωμένη στο ιλουστρασιόν χαρτί. Μπορεί και στο πίσω μέρος, στο σκοτεινό, του μυαλού.

Ο Καβάφης να μου ταλαιπωρεί τις σκέψεις.

 

ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Εσκόπευα στης κάμαρας μου ένα τοίχο να τη θέσω.

Αλλά την έβλαψε η υγρασία του συρταριού.

Σε κάδρο δεν θα βάλω τη φωτογραφία αυτή.

Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.

Αυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο-

Α για μια μέρα μόνο, για μιαν ώρα

Μόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.

Σε κάδρο δεν θα βάλω τη φωτογραφία αυτή.

Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμμένη.

Άλλωστε, και βλαμμένη αν δεν ήταν,

θα μ΄ ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά

λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδώσει-

αν με ρωτούσες ποτέ γι΄ αυτήν.

(1923)  

11:20 πμ. Μόλις περάσαμε στην εθνική Αθηνών-Λαμίας. Δεν τον ρωτώ που πάμε, δεν θέλω να χαλάσω την έκπληξη. Παίζω παιχνίδι με το νου, ένα κουτσό Σαββατοκύριακο θα είναι. Μπορεί και στην Αράχοβα. Στρίβει αριστερά την Αττική οδό, αλλάζει διάθεση η σκέψη. Γεννάτε η ελπίδα του αεροδρομίου, του ταξιδιού!

-Μου είπες να πάρω λίγα; Τον ρωτώ.

-Ναι. Απαντά χαμογελώντας. Ποτέ δεν έχουμε κοινή βαλίτσα ταξιδιού.

-Εσύ τι έχεις κοντά σου;

-Ελάχιστα, τα απαραίτητα. Απαντώ

4:25 μμ. Βιέννη, ήδη τακτοποιηθήκαμε στο ξενοδοχείο. Ανοίγω το σακουλάκι που είχαν βάλει τα μικροπράγματα μου πριν την πτήση. Θυμάμαι την Λίζα-Μαρία μένει εδώ κοντά και είμαστε μαζί στην Dera. Ισχυρό πλάσμα, δοτικό. Εκείνος έχει ξαπλώσει παρακολουθεί CNN, δίπλα του εφημερίδες κλειστές, ξεχωρίζω την  THE TIME.

-Θα βγούμε; Ρωτώ.

-Το δώρο μου δεν ολοκληρώθηκε. Κανόνισα μα τον Νίκο για έξοδο αργότερα.

-Ποιο Νίκο;

-Τον διπλωμάτη.

-Μα δεν είναι στη Τουρκία;

-Βλέπεις δυσκολία να έρθουν;

-Εντάξει, σκεπτόμουν τη Λίζα-Μαρία…

-Μάλλον όχι, είπαμε με τον Νίκο να βγούμε οι τέσσερις μας.

-Πότε λες να γυρίσουμε;

Σκέφτομαι πως αύριο θα βρω λίγα λεπτά για να την δω.

-Χμ…για να δω… 15 Φεβρουαρίου, 14:30 μμ πετάμε. Διαβάζει τα εισιτήρια.

-Χα, αγαπημένε ‘Εζμπεργκ (Ezmperg)  μου την έφερες. Του γελώ.

Μιλά με την Ελλάδα κανονίζω διάφορα, δηλώνω το στίγμα μου. Καλώ την ρεσεψιόν να βρουν το τηλέφωνο της Λίζας-Μαρίας. Δεν απαντά εκείνη.

7:30 μμ. Δείπνο στο Neve Donauturm σένα απ’ τα περιστρεφόμενα εστιατόρια.

Δίπλα μου η Σέβη τιτιβίζει με το παραμικρό για την Τουρκία.

10:00 μμ. Στη Bermuda Dreieck 

Ψάχνουμε για ένα ζεστό ήσυχο μπαράκι. Έχουν αλλάξει πολλά από το 2006. Η Σέβη μου πιάνει το μπράτσο. Με ρωτά τι να κάνει με τον γιό τους. Δεν του αρέσει το κολέγιο. Δεν τον θέλουν κοντά τους στην Άγκυρα. Παρ’ όλου που είναι μια όμορφη πόλη, σύγχρονη. Ξαφνικά με μαλώνει, με ρωτά πόσα κιλά έχω πάρει κι αν έκανα σολάριουμ…

Να και πάλι ο Καβάφης.  

ΤΕΙΧΗ  

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

Μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νου μου τρώγει αυτή η τύχη,

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.

Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.  

(1896)

Κυριακή 10:45 πμ. Στο Kristall, επιτέλους με την Λίζα-Μαρία λέμε τα γνωστά, σχολιάζουμε για κοινούς ανθρώπους. Το απόγευμα μας καλεί σε μια εσωτερική συγκέντρωση. Εμείς ήδη θα είμαστε στην Αθήνα. Με ρωτά γιατί άρχισα το τσιγάρο, με διαβεβαιώνει ότι σαν γράψω στο διδάσκαλο θα με βοηθήσει…Θέλει να κάνει ένα παιδί τώρα που έχασε τη μάνα της.

-Η μαμά ήταν σκορπιός, λέει. Για να πείσει την έλλειψη του ανθρώπου στον εαυτό της, σ’ εμάς.

Όχι Κωνσταντίνε Καβάφη…Αυτό το άγγιγμα στη σκέψη δεν θα το δεχτώ!

 

ΣΥΓΧΥΣΙΣ

Ειν’ η ψυχή μου εν τω μέσω της νυκτός

συγκεχυμένη, και παράλυτος.  Εκτός,

εκτός αυτής γίνεται η ζωή της.

Και περιμένει την απίθανη Ηώ

Και περιμένω, φθείρομαι, και ανιώ

κ’ εγώ εντός της ή μαζί της.

(1896)