Category: Οι Ελληνικές κοινότητες (παροικίες), στο εξωτερικό.


 

Ελληνική Κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ άρχισε να δημιουργείται από το 1895 και ήταν τότε επικεφαλής όλων των ελληνικών κοινοτήτων στην Νότια Αφρική, συντονίζοντας το χτίσιμο των εκκλησιών, των σχολείων και βοηθώντας στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και κληρονομιάς.
Από τις αρχές του 1895 λιγοστοί Έλληνες άρχισαν να μεταναστεύουν στο Γιοχάνεσμπουργκ και το 1896 είχαν φθάσει τους εβδομήντα. Μετά τον δεύτερο Νοτιοαφρικανό Πόλεμο και τη Συνθήκη του Vereeniging (1 Ιουνίου του 1902) περίπου χίλιοι Έλληνες ζούσαν σε αυτή την πόλη και ήταν οργανωμένοι σε ενώσεις και αδελφότητες που πρόσφεραν βοήθεια σε κάθε νεοφερμένο. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1908, αποφασίστηκε η ίδρυση της «Ελληνικής Κοινότητας του Γιοχάνεσμπουργκ και των Περιχώρων», την οποία αποτελούσαν 200 μέλη.

Άγαλμα του Σεσίλ Ρόουντς μεγιστάνα των αδαμαντορυχείων και πολιτικού ηγέτη της Νότιας Αφρικής

 

Στο καταστατικό της Κοινότητας, αναφέρονταν ότι σκοπός της οργάνωσης ήταν το χτίσιμο Ορθόδοξων Εκκλησιών, σχολείων και άλλων ιδρυμάτων για τα μέλη της κοινότητας. Επιφανείς Έλληνες, όπως ο Κωνσταντίνος Φιτίδης και πολλοί άλλοι προσέφεραν χρήματα για να χτιστούν εκκλησίες και σχολεία. Ο Αρχιμανδρίτης Νικόδημος Σακίρας ήταν ο ιερέας της κοινότητας και του ανατέθηκε η επίβλεψη για το χτίσιμο ναού και η συλλογή χρημάτων για το σκοπό αυτό. Το 1911 η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος διόρισε τον Αρχιμανδρίτη Αθανάσιο Αλεξίου ως ιερέα της κοινότητας, της οποίας τα μέλη της έφθαναν τα 600 άτομα. Ο Αρχιμανδρίτης Αλεξίου δραστηριοποιήθηκε και τελικά τον Ιανουάριο του 1913 μετά από καθυστερήσεις, τέθηκαν τα θεμέλια της εκκλησίας.

Ωστόσο, παρά το κλίμα ενότητας που επικρατούσε και την αγάπη για την Ελλάδα επικράτησαν διαφορετικές τάσεις μέσα στην ελληνική κοινότητα για θέματα οργάνωσης. Ο εθνικός διχασμός στην Ελλάδα, δίχασε και την ελληνική κοινότητα στο Γιοχάνεσμπουργκ, με το διαχωρισμό ανάμεσα σε Βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς-Βασιλικούς.

Μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αρκετές ηγετικές φυσιογνωμίες βοήθησαν ιδιαίτερα την ελληνική κοινότητα και συγκρότησαν μία μεταβατική επιτροπή (1914-1917) που ρύθμιζε διάφορα ζητήματα. Πρόεδρος της επιτροπής αυτής ήταν ο εκδότης της εφημερίδας «Νέα Ελλάδα» Νικολαίδης και σημαντικό στέλεχος ήταν ο Καψόπουλος. Ο κ. Λουβής ήταν επίσης σημαντική προσωπικότητα που με τις διασυνδέσεις του εξασφάλιζε μόνιμες κατοικίες σε νεοφερμένους Έλληνες στη Νότια Αφρική και βοηθούσε στην αποπληρωμή χρεών της κοινότητας. Ο διορισμός του Εμιλ Νάθαν ως Γενικού Πρόξενου της Ελλάδας για το Witwatersrand συνέβαλε στην καλύτερη οργάνωση και διαχείριση των προβλημάτων των Ελλήνων του Γιοχάνεσμπουργκ.
Παράλληλα μία ισχυρή προσωπικότητα, ο Σκλαβούνος Μιχαλόπουλος άρχισε να δείχνει τις προθέσεις του να αναλάβει την ηγεσία της ελληνικής κοινότητας με κύριο στόχο την καλύτερη εκπαίδευση των νεαρών ελληνόπουλων. Κατάφερε να κερδίσει την συμπάθεια των Ελλήνων και να τους κρατήσει ενωμένους για να πετύχει τον στόχο του.

Η επιρροή του Μιχαλόπουλου στους νεαρούς Έλληνες και η δημιουργία της Οργάνωσης Νέων Ελλήνων τον Απρίλιο του 1921, έδειξε ότι οι Έλληνες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις τους, παρέμειναν ενωμένοι.

Ο Γιώργος Σεφέρης και η γυναίκα του Μαρώ τον Ιούλιο του 1941 στο Γιοχάνεσμπουργκ

Η Μικρασιατική καταστροφή που ακολούθησε, ώθησε τους Έλληνες της Νοτίου Αφρικής να ενωθούν ακόμη περισσότερο, παραμερίζοντας τις προσωπικές τους διαφορές. Ο Μιχαλόπουλος, επικεφαλής της Ελληνικής Κοινότητας του Γιοχάνεσμπουργκ και ο διάδοχος του Γ. Μεντής προσπάθησαν να ενισχύσουν την ενότητα των Ελλήνων και το αίσθημα ομοψυχίας.

Την περίοδο 1930-1940, την Ελληνική κοινότητας απασχολεί η δημιουργία σχολείου και σχηματίζεται μία επιτροπή για να συλλέξει χρήματα προς το σκοπό αυτό. Ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ενισχύει τους δεσμούς των Ελλήνων στη Ν. Αφρική και τους κάνει να συνειδητοποιήσουν πόσο σημαντική είναι η κοινότητα γι αυτούς.
Το 1948 εκλέγεται νέα Διοικητική Επιτροπή της κοινότητας με πρόεδρο τον Σ. Τσαλαβούτα που καταφέρνει να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για τις ανάγκες των Ελλήνων.
Η Ελληνική Κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ και των Περιχώρων συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά και το 1952-1954 αποκτά νέα Διοικητική Επιτροπή με τον Τσαλαβούτα για πρόεδρο. Εκείνη τη περίοδο η κοινότητα είχε 126 μέλη εκ των οποίων 40 συμμετείχαν στην ετήσια Γενική Συνέλευση.

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Βαγγέλη Μάντζαρη

Παράλληλα αναζητούνται τρόποι για να ενισχυθεί η παρουσία των Ελλήνων στην Νότια Αφρική. Ο κ Λαγουδής που διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής από το 1957 μέχρι το 1963 κατάφερε να ενισχύσει το εμπόριο ανάμεσα σε Ελλάδα και Νότια Αφρική. Μετά το 1963 άρχισε ανακαίνιση της εκκλησίας της κοινότητας και χτίστηκε το δεύτερο κτίριο της που στέγαζε το δημαρχείο και άλλες υπηρεσίες.
Εν τω μεταξύ με την καθιέρωση ελαστικότερων νόμων για τη μετανάστευση από την κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής, πολλοί Έλληνες έρχονται στη χώρα και αυξάνονται σημαντικά τα μέλη της κοινότητας στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Οι ηγέτες της Επιτροπής αποφασίζουν να προχωρήσουν στην δημιουργία ενός μόνιμου οργάνου εκπροσώπησης, το οποίο θα βοηθάει τους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που τους παρουσιάζονται σε εργασιακά αλλά και σε κοινωνικά θέματα. Πρόεδρος της κοινότητας στο Γιοχάνεσμπουργκ, εκλέγεται το 1965 ο κ. Παίζης.
Η πιο δύσκολη στιγμή για τον Ελληνισμό της Νοτίου Αφρικής, θα έρθει το 1967, όταν δολοφονείται ο πρωθυπουργός της χώρας Dr. Verwoerd από τον Έλληνα Δημήτρη Τσαφέντα. Οι Έλληνες και ιδιαίτερα οι επιχειρηματίες δέχονται ισχυρό πλήγμα και πολλών τα μαγαζιά λεηλατούνται.
Η Εκτελεστική Επιτροπή της ελληνικής κοινότητας  στο Γιοχάνεσμπουργκ μαζί με προέδρους άλλων κοινοτήτων σε διάφορες πόλεις παίρνουν μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Σιγά-σιγά οι επιθέσεις ελαττώνονται και τα πράγματα επιστρέφουν σε φυσιολογικούς ρυθμούς.

Ελληνική εφημερίδα της Νότιας Αφρικής

Στις 28 Οκτωβρίου 1967, το κτίριο του Δημαρχείου της ελληνικής κοινότητας στο Γιοχάνεσμπουργκ ανακαινίστηκε και ο τότε υπουργός Ορυχείων Dr. K. de Wet επαίνεσε την ελληνική κοινότητα για τη δράση της στη Νότια Αφρική και για την βοήθεια της στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Ήταν μία αναγνώριση. Εκείνη την εποχή, αυξάνεται ο αριθμός των Ελλήνων μεταναστών στο Γιοχάνεσμπουργκ και η κοινότητα γνωρίζει μεγάλη άνθηση.

Από το 1967 μέχρι το 1969 η κοινότητα αριθμεί 650 μέλη. Το 1969 ψήφισαν 400 μέλη για την ανάδειξη προέδρου και ο κ. Λαγουδής εξελέγη ξανά όπως και την επόμενη χρονιά. Τον Δεκέμβριο του 1972 οι εκπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας του Γιοχάνεσμπουργκ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην δημιουργία του ιδρύματος SAHETI και την αύξηση των σχολείων. Εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν επτά ελληνικά σχολεία στην Νότια Αφρική όπου φοιτούσαν συνολικά 340 μαθητές και γίνονταν ενέργειες να αυξηθούν τα απογευματινά μαθήματα και να δημιουργηθούν και άλλα σχολεία.
Το 1972 η Ελληνική Κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ αριθμούσε 950 μέλη, ενώ 11 χρόνια αργότερα, το 1983, ψήφισαν στις εκλογές της κοινότητας 1200 μέλη, εξαιτίας και των πολιτικών διαφορών που υπήρχαν ανάμεσα στις δύο ομάδες που διεκδικούσαν την ηγεσία. Από τη μία πλευρά ήταν ο Π. Μάνικας που εξελέγη πρόεδρος τελικά και από την άλλη ο συνδυασμός με την ονομασία «Αλλαγή». Τρία χρόνια αργότερα, στις εκλογές του 1985, στις οποίες νίκησε το «Κίνημα για Αλλαγή», ψήφισαν τουλάχιστον 1.500 καταγεγραμμένα μέλη της ελληνικής κοινότητας.
Η ελληνική κοινότητα Γιοχάνεσμπουργκ, εγκαινίασε το άνοιγμα νέων σχολείων καθώς ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε, ενώ η ελληνική κυβέρνηση συνέχισε να στέλνει στην περιοχή δασκάλους ώστε να καλυφθούν οι νέες απαιτήσεις.
Στις εκλογές του 1987, οι «Φίλοι της Κοινότητας» κέρδισαν για άλλη μια φορά και ο κ. Π. Μάνικας επανεξελέγη επικεφαλής της κοινότητας. Το Σεπτέμβριο του 1988, η εκτελεστική επιτροπή αποφάσισε να θέσει σε λειτουργία ένα σχέδιο συγκέντρωσης χρημάτων. Ανακοίνωσε ότι θα ονομάσει «αιώνια μέλη» της κοινότητας όλους όσους ήταν πρόθυμοι να χορηγήσουν το ποσό των 500 R(Ράντ-νόμισμα Νοτίου Αφρικής) για τις ανάγκες της κοινότητας.
Αυτοί οι σπουδαίοι ευεργέτες έγιναν γνωστοί ως «Μεγάλοι Ευεργέτες», «Ευεργέτες» και «Δωρητές». Και ήταν πολλοί όσοι ανταποκρίθηκαν σε αυτή την έκκληση της κοινότητας. Την εποχή εκείνη δαπανήθηκε το ποσό των 143.000 R για τη διεύρυνση και τον καλλωπισμό της ιερής εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου και της Ελένης.
Οι ταραχές που σημειώθηκαν στη Ν. Αφρική τα τελευταία χρόνια ύπαρξης του καθεστώτος του απαρχάϊντ και η καινούργια πολιτική κατάσταση που προέκυψε, είχε και ακόμη έχει επιπτώσεις στον ελληνισμό της χώρας. Πολλοί Έλληνες εγκατέλειψαν τη χώρα είτε για να επιστρέψουν στην πατρίδα, είτε για να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο κ.α. Επιπρόσθετα, το αυξανόμενο έγκλημα ανάγκασε πολλούς Έλληνες να μετακινηθούν από τις περιοχές γειτονικά της εκκλησίας στην οδό Wolmarans σε ασφαλέστερες περιοχές.
Για προφανείς λόγους, οι άνθρωποι σταμάτησαν να πηγαίνουν στις εκκλησίες και γενικά να πηγαίνουν στην περιοχή όπου στεγάζονται τα γραφεία των διοικητικών κτηρίων. Η εγκληματικότητα σε αυτή την περιοχή ήταν τόσο αυξημένη με αποτέλεσμα να γίνει απόπειρα δολοφονίας ακόμη και εναντίον του ιερέα της κοινότητας.

 

Από την παρακάτω ιστοσελίδα:

http://omogeneia.ana-mpa.gr/specials/africa/part_d/joahanesbourg.htm

 
 

                                                Ελληνική Κοινότητα Λονδίνου  –  London’s Greek Community

 

Jonathan Harris, Ph.D.   –   Μετάφραση Γ. Λαμπροπούλου

Η ελληνική παρουσία στο Λονδίνο υπάρχει απ’ τις αρχές του δέκατου πέμπτου αιώνα. Οι δύο αδελφοί, Aνδρόνικος και Aλέξιος Εφφομάτος, που περιγράφηκαν στα εναπομείναντα έγγραφα σαν "Γρεκοί", καταγράφηκαν ώς κάτοικοι στην πόλη το έτος 1440. Ήταν από την Κωνσταντινούπολη, τώρα Ινσταμπούλ, η οποία έγινε έπειτα η  πρωτεύουσα της ελληνόφωνης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από τo 1440, η  Κωνσταντινούπολη ήταν κάτω από πολιορκία και μόνο δέκα τρία έτη αργότερα, τον Μάιο του 1453, καταλήφθηκε από τους στρατούς των οθωμανών Τούρκων. Είναι επομένως πιθανό οι αδελφοί Eφφομάτοι να είχαν έρθει μάλλον στο Λονδίνο να επιδιώξουν μια ασφαλέστερη ζωή από αυτή που θα μπορούσε να προσφερθεί από τη δικη τους γενέτειρα πόλη.

Το 1445, ο βασιλιάς της Αγγλίας, Ερρίκος ο 6ος (1421-1471), χορήγησε την άδεια στους αδελφούς να παραμείνουν στο Λονδίνο και να ασκήσουν το εμπόριο του να σχεδιάζουν χρυσά καλώδια. Έκαναν έναν δαπανηρό τύπο νήματος στο οποίο οι λεπτές ίνες του χρυσού συνδυάστηκαν με το μετάξι, και χρησιμοποιήθηκε έπειτα στα ακριβά υφάσματα πολυτέλειας και στα ιερατικά άμφια, μια τέχνη για την οποία η Κωνσταντινούπολη ήταν διάσημη στο απόγειό της. Χάρη σε αυτήν την βασιλική επιχορήγηση, οι αδελφοί παρέμειναν στο Λονδίνο για πολλά έτη. Έζησαν πρώτα στην περιοχή Cripplegate, ένα μεγάλο μέρος της οποίας καλύπτεται τώρα από το κέντρο Barbican, και πιο πρόσφατα κινήθηκαν προς την Broad Street, σε αυτό που ήταν έπειτα η ιταλική παροικία του Λονδίνου. Ο Aνδρόνικοs,που ήταν ο μεγαλύτερος, πέθανε περίπου το 1472, αλλά ο Αλέξιος ήταν ακόμα εκεί το 1484, πάνω από σαράντα έτη μετά από την πρώτη άφιξή του.

Αυτό έθεσε το σχέδιο για την ελληνική εγκατάσταση κατά τη διάρκεια των επόμενων διακόσιων ετών. Μερικοί ήρθαν ως επισκέπτες για μια μικρή χρονική περίοδο. Περίπου το 1545, ο Nίκανδρος Nούκιος  από την Κέρκυρα,πέρασε λιγο χρόνο στο Λονδίνο και άφησε έναν ενδιαφέροντα απολογισμό με τις εντυπώσεις του. Ο Nικόδημος Mεταξάς, ένας εκτυπωτής που ασχολήθηκε με  το εμπόριο, δούλεψε στο Λονδίνο για ένα χρόνο στη δεκαετία του 1620. Μερικοί ήρθαν ως πρόσφυγες, με επιδίωξη ασύλου ή οικονομικής βοήθειας ως αποτέλεσμα των κακοτυχιών που υπέφεραν κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Ένας από αυτούς ήταν ο Γρηγόριος Aργυρόπουλος, ο ιδιοκτήτης ενός κτήματος κοντά σε Θεσσαλονίκη. Όταν ένας τουρκος στρατιώτης σκοτώθηκε κατά λάθος στη γη του Aργυρόπουλου, οι οθωμανικές αρχές τον θεώρησαν υπεύθυνο και τον ανάγκασαν  να φύγει στο εξωτερικό με τελικό προσδιορισμό το Λονδίνο το 1633. Μια φιλανθρωπική συλλογή  χρημάτων έγινε για αυτόν στις εκκλησίες του Λονδίνου, και του δώθηκαν  48 λίρες Αγγλίας προτού να αναχωρήσει το επόμενο έτος. Μερικά άτομα εγκαταστάθηκαν μόνιμα, όπως ένας ντόπιος από τη Ρόδο, ο Κωνσταντίνος Βενέτος, ο οποίος καταγράφηκε να ζει στο Clerkenwell μεταξύ του 1530 και του 1578. Αυτοί οι επισκέπτες, πρόσφυγες και περιστασιακοί  κάτοικοι για μακρύ χρονικό διάστημα, δεν αποτέλεσαν, μέχρι τώρα, μια κοινότητα. Ήταν πολύ λίγοι, πάρα πολύ "θολοί" και πάρα πολύ μεταβατικοί, και προ πάντων στερήθηκαν το ένα πράγμα που θα τους είχε δώσει τη συνοχή και μια κοινή ταυτότητα: μια εκκλησία όπου θα μπορούσαν  να ασκήσουν την ορθόδοξη πίστη τους.

Μέχρι τον πρόσφατο δέκατο έβδομο αιώνα, τα πράγματα είχαν αλλάξει κάπως. Διάφοροι Έλληνες κατέλαβαν τώρα προεξέχουσες θέσεις στη ζωή του Λονδίνου. Ο Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης από τη Χίο είχε γίνει ένας από τους θεραπευτές του βασιλιά Καρόλου του Β’ (1631 – 1685) (ΠΛ 1). Ο Γεώργιος Κωνσταντίνος από τη Σκόπελο είχε καθιερώσει το Ελληνικό καφενείο στην τοποθεσία   Devereux, ακριβώς μετά το Strand, και θα μπορούσε να δει το Σερ Ισαάκ Νεύτωνα και άλλα μέλη της βασιλικής κοινωνίας μεταξύ της πελατείας του. Οι αριθμοί της είχαν αυξηθεί επίσης. Η επέκταση του υπερπόντιου εμπορίου της Μεγάλης Βρετανίας με το Levant έφερε  πολλά περισσότερα εμπορικά σκάφη στο λιμένα του Λονδίνου και   μερικά από αυτά είχαν πλήρωμα από Έλληνες. Ο χρόνος ήταν επομένως ο πλέον κατάλληλος για να πιέσει προς την καθιέρωση μιας ελληνικής εκκλησίας.

   

                                                                                 

                                                                         Ο θυρεός της οικογένειας Ροδοκανάκη

 

Το 1674, επομένως, ένας αριθμός Ελλήνων, που οδηγήθηκε από έναν ιερέα αποκαλούμενο Δανιήλ Βούλγαρη, υπέβαλε αίτηση στο Ιδιωτικό Συμβούλιο για την άδεια "να χτιστεί μια εκκλησία σε οποιοδήποτε μέρος της πόλης του Λονδίνου ή των ελεύθερων, εκεί, όπου μπορούν ελεύθερα να ασκήσουν τη θρησκεία τους σύμφωνα με την Ελληνική Εκκλησία". Αν και ο δέκατος έβδομος αιώνας ήταν μια περίοδος οξυμένης θρησκευτικής αδιαλλαξίας, η αίτηση λήφθηκε ευνοϊκά. Πολλά προτεσταντικά Συμβούλια της εκκλησίας της Αγγλίας κοίταξαν ευνοϊκά την Ορθόδοξία, επειδή ήταν σε διαφωνία με τον παπά στη Ρώμη, όπως και αυτοί. Συνεπώς, τον Ιανουάριο του 1675 η άδεια χορηγήθηκε και οι εργασίες άρχισαν τον Αύγουστο του 1677. Η κατευθυντήρια δύναμη πίσω από το πρόγραμμα ήταν ο Ιωσήφ Γεωργερίνης, Αρχιεπίσκοπος Σάμου, γεννημένος στο νησί της Μήλου. Ο Γεωργερίνης επέλεξε μια τοποθεσία στην άκρη της πόλης στο Soho, σε αυτό που είναι τώρα ακόμα γνωστό ως Greek Street, και η μικρή εκκλησία ολοκληρώθηκε μέχρι  το 1681.

Δυστυχώς αυτή η πρώτη επιχείρηση δεν ήταν  επιτυχημένη. Ο Γεωργερίνης, πιθανώς επειδή δεν γνώριζε την πόλη, είχε επιλέξει μια περιοχή μακριά  από τις περιοχές όπου η πιθανή κοινότητα κατοικούσε στην πραγματικότητα, ενώ διάφορα σκάνδαλα ξέσπασαν σχετικά με τα κεφάλαια που συλλέχθηκαν για να χρηματοδοτήσουν το πρόγραμμα την έφεραν σε κάποια δυσφήμηση. Το 1682 οι Έλληνες πούλησαν την εκκλησία, η οποία αναλήφθηκε από μια κοινότητα γαλλικού Huguenots. Το κτήριο επέζησε έως το 1934, όταν τελικά κατεδαφίστηκε. Η επιγραφή, που τίμησε την μνήμη του ιδρύματός της το 1677, επέζησε, εντούτοις, και μπορεί ακόμα να φανεί στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας. Με την κατάρρευση αυτού του επιχειρήματος, οι Έλληνες του Λονδίνου προσκυνούσαν εφεξής στο ρωσικό ορθόδοξο παρεκκλησι, που ιδρύθηκε αρχικά ακριβώς πλάι στο Strand και που λειτούργησε αργότερα στις περιοχές στους κήπους του Burlington,στην οδό Great Portland, και τελικά στην οδό Welbeck. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του δέκατου όγδοου αιώνα, αυτό το παρεκκλησι λειτούργησε από τον αρχιμανδρίτη Γεννάδιο(πέθανε το 1737) από την Κύπρο, και από τον ανηψιό του Βαρθολομαίο Κασσανό (1697-1746).

Ένα αρχείο  των γεννήσεων, των γάμων και των θανάτων κρατήθηκε στα ελληνικά, το οποίο υπήρχε μέσα στην κοινότητα.Ωστόσο αυτή η εκκλησία είχε επίσης τα προβλήματά της.Το μεγαλύτερο μέρος της  εκκλησιαστικής κοινότητας, εκτός από τους εμπόρους που ερχόντουσαν για   σύντομο χρονικό διάστημα για να κάνουν εμπόριο, ήταν φτωχοί ναυτικοί και artisans που είχαν λίγα χρήματα να  διαθέσουν για τη συντήρηση της εκκλησίας. Κατά συνέπεια, από 1753 η περισσότερη μπογιά από το εικονοστάσιο είχε ξεφλουδίσει και ένας από τους ιερείς δήλωσε ότι ανέμεινε το κτήριο  να πέσει κάτω από  στιγμή σε στιγμή.

Κατά των πρώτων ετών του δέκατου έννατου αιώνα, εντούτοις, τα γεγονότα επρόκειτο  να αλλάξουν ριζικά, κατά ένα μεγάλο μέρος ως αποτέλεσμα των γεγονότων μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Το 1821 οι Έλληνες επαναστάτησαν ενάντια στα τουρκικό ζυγό τους. Η οθωμανική κυβέρνηση απάντησε με  αγριότητα, ελπίζοντας οτι θα τρομοκρατήσουν τον  ελληνικό πληθυσμό και να τους  υποτάξουν. Ανήμερα το Πάσχα  του 1821,ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης και τρεις ελληνικοί Αρχιεπίσκοποι δολοφονήθηκαν, και το επόμενο έτος  μια τουρκική δύναμη κατέβηκε στο νησί της Χίου, που είχε ενώσει την εξέγερση, και αδιακρίτως κατέσφαξαν ή  υποδούλωσαν τα τρία τέταρτα του πληθυσμού του. Αντιμέτωποι με τέτοιες πράξεις  βαρβαρότητας, πολλοί από τους πλούσιους ¨Ελληνες εμπόρους της  Κωνσταντινούπολης και της Χίου τράπηκαν σε φυγή στο εξωτερικό, και μερικοί από αυτούς βρήκαν τον δρόμο τους στο Λονδίνο (PL 2). Μεταξύ των πρώτων  έφτασαν ήταν μέλη της Χιώτικης οικογένειας Ράλλη, οι οποίοι ίδρυσαν την εταιρία Ραλλη  και Πετροκόχινου στην  25 Finsbury Circus στις αρχές της δεκαετίας του 1820. Το 1827 ο  Αλέξανδρος Iονίδης (1810- 1890) έφθασε από Κωνσταντινούπολη και ίδρυσε την εταιρία Iονίδης και ¨Εταιροι. Αλλες οικογένειες έφθασαν στα έτη που ακολούθησαν, οι Aργέντοι, οι Αγέλαστοι, οι Σκυλίτση, οι Ροδοκανάχοι, οι Mαυροκορδάτοι και οι Σκαραμαγκά, για να ονομάσουμε  μερικές, και,  αρχικά, συγκέντρωσαν κυρίως τις επιχειρήσεις τους στην περιοχή  Finsbury Circus και την περιβάλλουσα περιοχή. Ακμασαν στην εισαγωγή του σιταριού και του λινόσπορου από τη Βαλτική και την εξαγωγή των τελειωμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και κατασκευασμένων αγαθών τα αγαθά προς το Levant.

                                                                                                                                                                                     

                                                                                                       Η θέση των ελληνικών εταιριών το 1839

 

                                                                                      

                                                                                        Χρωματισμένη λιθογραφία, Finsbury Circus, 1830 

 

Ετσι η ελληνική κοινότητα είχε μεταμορφωθεί από μια ασήμαντη μειονότητα σε μια εξαιρετικά πλούσια και επιδρούσα ομάδα. Είχε έναν αναγνωρισμένο ηγέτη τον Πανδία Ράλλη (1793-1865), ο οποίος, το 1835, διορίστηκε ως ο πρώτος ελληνικός πρόξενος στο Λονδίνο. Οι τακτικές συνεδριάσεις των κοινοτικών πρεσβύτερων καθιερώθηκαν για να αποφασίσουν για θέματα κοινής ανησυχίας και ενδιαφέροντος. Ήταν επομένως μόνο  θέμα χρόνου προτού να ληφθούν μέτρα για να καθιερώσουν έναν ξεχωριστό ελληνορθόδοξο τόπο λατρείας. Το 1837. ένα παρεκκλησι που αφιερώθηκε στο λυτρωτή μας ιδρύθηκε σε ένα από τα σπίτια του Finsbury Circus(PL 3), και μοιραζόταν τις εγκαταστάσεις με την Ιονίδης και ¨Εταιροι, και έφεραν ένα αρχιμανδρίτη με το όνομα Διονύσιος Ξενάκης από τη Χίο για να  λειτουργήσει.

Το παρεκκλησι στην πλατεία Finsbury, εντούτοις, ήταν μόνο μια προσωρινή λύση και το 1843 ο Πανδίας Ράλλης πρότεινε ότι πρέπει να χτιστεί μια εκκλησία για το συγκεκριμένο σκοπό, χρηματοδοτημένη από εθελοντικές συνεισφορές από την ελληνική κοινότητα. Ο Ράνης δεν έκανε το ίδιο λάθος με τον Γεωργερίνη και επέλεξε μια περιοχή στο 82 London Wall, κοντά σε πολλούς από τους κορυφαίους Έλληνες που έζησαν στο  Finsbury Circus. Τα σχέδια υποβλήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καφταντζόγλου από την  Αθήνα (1812-1885) και η κατασκευή επιτηρήθηκε από τον Thomas Ellis Owen (1804-1862) από το Πόρτσμουθ. Όταν η εκκλησία που εγκαινιάστηκε τον Ιανουάριο του 1850,  αφιερώθηκε όπως και η προκάτοχό της στο Λυτρωτή μας,  διέγειρε  πολλή ένταση. Αυτό ήταν εν μέρει επειδή σχεδιάστηκε σε βυζαντινό ύφος, το οποίο ήταν σχεδόν άγνωστο στο Λονδίνο εκείνη την περίοδο, αλλά και επειδή το κόστος £10,000 ήταν καλυμμένο εξ ολοκλήρου από μια κοινότητα που την αποτελούσαν κάτι παραπάνω  από διακόσιοι άνθρωποι. Το μόνο  κριτικό σχόλιο προήλθε από έναν ανώνυμο ανταποκριτή των Τimes που υποστήριξe ότι το όνομα της βασίλισσας είχε γραφτεί λάθος  στην ελληνική  επιγραφή της αφιέρωσης. Μέχρι το 1870, εντούτοις, η κατάσταση είχε αλλάξει πάλι. Οι αριθμοί των Ελλήνων στο Λονδίνο δεν επρόκειτο πλέον να υπολογίζονται σε εκατοντάδες, αλλά σε χιλιάδες. Οι πλουσιότερες οικογένειες έτειναν να απομακρυνθούν από την παλαιά βάση στην πόλη προς το West End, ιδιαίτερα στο  Paddington, το  Bayswater και το Notting Hill. Αλλη μια φορά υπήρξε η ανάγκη για μια νέα εκκλησία, και έτσι το 1872  ιδρύθηκε μια επιτροπή για να επιτηρεί το πρόγραμμα, που την αποτελούσαν ο Δημήτριος Σκυλίτσης (1839-1893),  ο Σταύρος Διλβέρογλου (1818-1878) και ο Εμμανουήλ Μαυροκορδάτος(1830-1909).Οι εργασίες ξεκίνησαν το  1877, με £50,000 το κόστος για την Ελληνική κοινότητα. Πάλι επιλέχτηκε σχέδιο με Βυζαντινή αρχιτεκτονική, αυτό του  John Oldrid Scott (1841-1913).Η καινούργια εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην  Moscow Road, στο Bayswater καθαγιάστηκε στις 5 Φεβρουαρίου του 1882 από τον Αντώνιο τον Αρχιεπίσκοπο Κερκύρας. Στα έτη μετά από την εγκαινίαση της Αγίας Σοφίας, πολλά από τα πλουσιότερα μέλη της ελληνικής κοινότητας  όλο και περισσότερο ενσωματώθηκαν στη βρετανική κοινωνία. Ένας αυξανόμενος αριθμός είχε γεννηθεί στη Μεγάλη Βρετανία και εκπαιδεύτηκε σε δημόσια σχολεία, ιδιαίτερα στο Harrow  και Westminster. Μερικοί διαδραμάτισαν έναν προεξέχοντα ρόλο στη δημόσια ζωή. Ο Παντελής Θωμάς Ράλλης (1845-1928) ήταν βουλευτής για το Bridport από 1875 έως 1880, και ο Λουκάς Ράλλης (1846-1931), έγινε  βαρώνος το 1912. Ο Κωνσταντίνος Ιονίδης(1833-1900) κληροδότησε την σημαντική του συλλογή με έργα τέχνης  στο Victoria and Albert Museum, όπου οι περισσότεροι από τους πίνακες, συμπεριλαμβανομένων και έργων από Rembrandt, Degas και Delacroix, είναι τώρα σε δημόσια  έκθεση. Ο Εμμανουήλ Ροδοκανάχης (1855-1932) ήταν διευθυντής της τράπεζας Midland. Ο  Θοδωρής Μαυροκορδάτος (1883-1941) κέρδισε το διπλό ανδρών στο Wimbledon το 1921.

Ωστόσο παρά αυτήν την διαδικασία της ενσωμάτωσης, η ελληνική κοινότητα δεν έγινε μια αποκλειστική γενιά,  περιορισμένη στα πλουσιότερα "αγγλοποιημένα" μέλη της. Ένας επισκέπτης στην λειτουργεία της Κυριακής του  Πάσχα στην Αγία Σοφία περίπου το 1900 παρατήρησε ότι  τουλάχιστον η μισή κοινότητα έμοιαζαν με ναυτικοί, χωρίς  καμία αμφιβολία από τα σκάφη που επισκέπτονταν το λιμένα του Λονδίνου. Ούτε τα μέλη της κοινότητας ξέχασαν τις ρίζες τους στην Ελλάδα. Η παραθαλάσσια βίλα της οικογένειας Ροδοκανάχη στο Worthing ονομάστηκε "Χίος", στη μνήμη της γενέτειράς τους. Ο Νικόλαος Βούβαλης (1859-1918),έχοντας κάνει την περιουσία του στο Λονδίνο, ξόδεψε πολλή από αυτή στην παρέχοντας χρήματα για ένα  σχολείο, ένα νοσοκομείο και ένα διευρυμένου λιμένα για τη γενέτειρά του το νησί της Καλύμνου.Ο Ζώρζης Μιχαληνός (1868-1940), που ίδρυσε την πρώτη ελληνική ναυτιλιακή εταιρία στο Λονδίνο, δώρησε ένα μεγάλο σπίτι στο δήμο της  Χίου, για να μετατραπεί σε ένα σπίτι για τους ηλικιωμένους ανθρώπους. Σε αυτήν την διατήρηση της ταυτότητας δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι η Αγία Σοφία, και οι εκκλησίες που  προηγήθηκαν από αυτήν, διαδραμάτισαν έναν κυρίαρχο ρόλο, που ενθαρρύνει το αίσθημα της συνέχειας με την εκατοντάδων ετών  ορθόδοξη παράδοση.

Από τις "Πολύτιμες προσφορές: Η κληρονομιά του ελληνικού ορθόδοξου καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας  του Λονδίνου" που δημοσιεύεται για την έκθεση που πραγματοποιήθηκε 1-25 Μαρτίου, το 2002 στο ελληνικό κέντρο,  στο Λονδίνο. Βυζαντινό και χριστιανικό μουσείο, Αθήνα 2002.¨Ολα τα δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα . ISBN 960-214-603-6.

by Jonathan Harris, Ph.D.    

Τη μετάφραση έκανε η Γεωργία Λαμπροπούλου

 

Από την ιστοσελίδα:

http://hellenic-education-uk.europe.sch.gr/goneis/istoria.htm

 

 

 

                                History of London’s Greek Community

by Jonathan Harris, Ph.D.

 

The Greek presence in London can be first discerned as far back as the early years of the fifteenth century.  Two brothers, Andronikos and Alexios Effomatos, described in the surviving documents as "Grekes", were recorded as living in the city in about the year 1440.  They were from Constantinople, what is now Istanbul, but which then was the capital city of the Greek-speaking Byzantine Empire.  By 1440, Constantinople was a city under siege and only thirteen years later, in May 1453, it was captured by the armies of the Ottoman Turks.  It is therefore likely the Effomatos brothers had probably come to London to seek a more secure life than could be offered by their home city.

In 1445, the king of England, Henry VI (1421-1471), granted the brothers permission to remain in London and to practise their trade of gold wire drawing.  They made a costly type of thread in which thin strands of gold were intertwined with silk, and which was then used in expensive luxury fabrics and in sacerdotal vestments, a craft for which Constantinople had been famous in its heyday.  Thanks to this royal grant, the brothers remained in London for many years.  They lived first in the area of Cripplegate, much of which is now covered by the Barbican Centre, and later they moved to Broad Street, in what was then the Italian quarter of London.  Andronikos, the elder, died in about 1472, but Alexios was still there in 1484, over forty years after his first arrival.

That set the pattern for Greek settlement over the next two hundred years.  Some came as visitors for a short period.  In about 1545, Nikandros Noukios of Corfu spent time in London and left an interesting account of his impressions.  Nikodemos Metaxas, a printer by trade, worked in London for a time in the 1620s.  Some came as refugees, seeking asylum or financial help as a result of misfortunes suffered under Ottoman rule.  One of them was Gregorios Argyropoulos, the owner of an estate near Thessaloniki.  When a Turkish soldier was accidentally killed on Argyropoulos’ land, the Ottoman authorities held him responsible and forced him to flee overseas and eventually to London in 1633.  A charitable collection was made for him in London churches, and he was presented with £48 before he departed the following year. A few individuals settled permanently, such as a native of Rhodes called Constantinos Benetos, who was recorded as living in Clerkenwell between 1530 and 1578.  These visitors, refugees and occasional long-term residents did not, as yet, constitute a community.  They were too few, too obscure and too transitory, and above all they lacked the one thing that would have given them cohesion and a common identity: a Church where they could practise their Orthodox faith.

By the late seventeenth century, matters had changed somewhat.  A number of Greeks now occupied prominent positions in London life.  Constantinos Rodocanachi of Chios had become one of the physicians to King Charles II (1631-1685).  Georgios Constantinos of Skopelos had established the Grecian coffeehouse in Devereux court, just off the Strand, and could count Sir Isaac Newton and other members of the Royal Society among his clientele.  Numbers had also increased.  The expansion of Britain’s overseas trade with the Levant brought many more merchant ships to the port of London, some of them crewed by Greeks.  The time was therefore ripe to press for the establishment of a Greek Church. 

                                                                               
                                                                        The Rodocanachi family coat of arms

In 1674, therefore, a number of Greeks, led by a priest called Daniel Voulgaris, petitioned the Privy Council for permission "to build a Church in any part of the city of London or the libertyes there of, where they may freely exercise their religion according to the Greek Church".  Although the seventeenth century was a period of acute religious intolerance, the petition was favourably received.  Many Protestant clergymen of the Church of England looked favourably on the Orthodox, because they too were at odds with the Pope in Rome.  Accordingly, in January 1675 permission was granted and work began in August 1677.  The driving force behind the project was Joseph Georgerinis, Archbishop of Samos, originally from the island of Melos.  Georgerinis selected a location on the edge of the city in Soho, in what is now still known as Greek Street, and the small Church was completed by 1681.

                                                                                
                                                                                           The location of Greek firms in 1839

Sadly this first venture was not a success.  Georgerinis, presumably out of ignorance of the city, had chosen a site far removed from the areas where the potential congregation actually dwelt, while a number of scandals concerning the funds collected to finance the project brought it into some disrepute.  In 1682 the Greeks sold the Church, which was taken over by  a congregation of French Huguenots.  The building survived until 1934, when it was finally pulled down. The inscription, which commemorated its foundation in 1677, survived, however, and can still be seen in the Cathedral of St Sophia.  With the collapse of this venture, the Greeks of London henceforth worshipped at the Russian Orthodox chapel, originally established just off the Strand, and which later operated from sites in Burlington Gardens, Great Portland Street, and finally in Welbeck Street.  During the first half of the eighteenth century, this chapel was served by the Archimandrite Gennadios (d.1737) from Cyprus, and by his nephew Vartholomaeos Kassanos (1697-1746).

A register was kept in Greek of the birth, marriages and deaths, which occurred among the community.  Yet this Church too had its problems.  Most of the congregation, apart from merchants who came briefly to trade, were poor sailors and artisans who had little money to spare for the upkeep of the Church.  As a result, by 1753 most of the paint had peeled off the iconostasis and one of the priests declared that he expected the building to fall down at any moment.

During the early nineteenth century, however, matters were to change radically, largely as a result of events inside the Ottoman Empire.  In 1821 the Greeks rose in revolt against their Turkish overlords.  The Ottoman government responded savagely, in the hope of terrorizing the Greek population into submission.  On Easter day 1821, the Patriarch of Constantinople and three Greek archbishops were murdered, and the following year a Turkish force descended on the island of Chios, which had joined the rebellion, and indiscriminately massacred or enslaved three quarters of its population.  Faced with such acts of barbarity, many of the wealthy Greek merchants of Constantinople and Chios fled abroad, and some of them found their way to London.  Among the first to arrive were members of the Chiot Rani family, who established the firm of Ratti and Petrocochino at 25 Finsbury Circus in the early 1820s.  In 1827 Alexandros Ionidis (1810-1890) arrived from Constantinople and set up the firm of Ionidis and Co.  Other families arrived in the years that followed, the Argenti, the Agelastos, the Schilizzi, the Rodocanachi, the Mavrocordato and the Scaramanga, to name but a few, and, to start with, most concentrated their business in Finsbury Circus and the surrounding area.  They flourished on the importation of grain and oil seed from the Baltic and the export of finished textiles and manufactured goods to the Levant. 

                                                                                       
                                                                                   Coloured lithograph, Finsbury Circus, 1830

The Greek community had thus been transformed from an insignificant minority into an extremely wealthy and influential group.  It had a recognised leader in Pandias Ralli (1793-1865), who, in 1835, was appointed as the first Greek Consul in London. Regular meetings of the community elders were instituted to decide matters of common concern.  It was therefore only a matter of time before steps were taken to establish a separate Greek Orthodox place of worship. In 1837, a chapel dedicated to Our Saviour was set up in one of the houses of Finsbury Circus, sharing the premises with Ionides and Co., and an Archimandrite called Dionysios Xenakis was brought over from Chios to officiate.

The chapel in Finsbury Square, however, was only a temporary solution and in 1843 Pandias Ralli proposed that a purpose-built church should be erected, funded by voluntary contributions from the Greek community.  Rani did not make the same mistake as Georgerinis and chose a site at 82 London Wall, close to where many of the leading Greeks lived in Finsbury Circus.  Designs were submitted by Athens architect Lysandros Kaftantzoglou (1812-1885) and the construction was overseen by Thomas Ellis Owen (1804-1862) of Portsmouth.  When the Church opened in January 1850, dedicated like its predecessor to the Our Saviour, it excited a great deal of at tension.  This was partly because it was designed in Byzantine style, which was almost unknown in London at that time, but also because the £10,000 cost had been met entirely by a community of only a little more than two hundred people.  The only note of criticism came from an anonymous correspondent to The Times who claimed that the Queen’s name had been spelt incorrectly in the Greek dedicatory inscription.

By 1870, however, the situation had changed again.  The numbers of Greeks in London were no longer to be reckoned in hundreds, but in thousands.  The wealthier families tended to move away from the old base in the City to the West End, particularly to Paddington, Bayswater and Notting Hill.  Once again there was a need for a new Church and so in 1872 a committee, consisting of Demetrios Schilizzi (1839-1893), Stavros Dilberoglu (1818-1878) and Emmanuel Mavrocordato (1830-1909), was established to oversee the project.  Work began in 1877, with the £50,000 cost being met by the Greek community.  Again a Byzantine design was chosen, that of John Oldrid Scott (1841-1913).  The new Church of St Sophia, in Moscow Road, Bayswater was consecrated on 5 February 1882 by Antonios, Archbishop of Corfu.

In the years after the inauguration of St Sophia, many of the wealthier members of the Greek community became increasingly integrated into British society.  An increasing number had been born in Britain and educated at public schools, particularly Harrow and Westminster.  Some played a prominent role in public life.  Pantelis Thomas Ralli (1845-1928) was MP for Bridport from 1875 to 1880, and Lucas Ralli (1846-1931), was created Baronet in 1912.  Constantinos Ionidis (1833-1900) bequeathed his substantial art collection to the Victoria and Albert Museum, where most of the paintings, including works by Rembrandt, Degas, Delacroix, are now on public display.  Emmanuel Rodocanachi (1855-1932) was a director of the Midland Bank.  Theodore Mavrocordato (1883-1941) won the men’s doubles at Wimbledon in 1921.

Yet in spite of this process of integration, the Greek community did not become an exclusive clan, restricted to its wealthier, anglicized members.  A visitor to St Sophia’s Easter Sunday service in about 1900 noted that at least half the congregation looked as if they were sailors, no doubt from vessels visiting the port of London.  Nor did the members of the community forget their roots in Greece.  The seaside villa of the Rodocanachi family at Worthing was named "Chios", in memory of their place of origin.  Nicholas Vouvalis (1859-1918), having made his fortune in London, spent a great deal of it in providing a school, a hospital and an enlarged port for his native island of Kalymnos.  Zorzis Michalinos (1868-1940), who founded the first Greek shipping company in London, donated a large house to the municipality of Chios, to be converted into a home for elderly people.  In this retention of identity there can be no doubt that St Sophia, and the churches which preceded it, played a leading role, fostering a sense of continuity with the centuries old Orthodox tradition.

by Jonathan Harris, Ph.D.   

 

From the website:

http://www.stsophia.org.uk/History.html

 

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.